© Μαριάνθη Ευθυμίου
Ο πρώτος σου ολοκληρωμένος σόλο δίσκος ξεκινά κάπως... αιρετικά. Ως κοινό, δηλαδή, έχουμε μάθει να φανταζόμαστε κάτι μεσογειακό/νοσταλγικό μ' έναν τίτλο σαν "Τα Καλοκαίρια Που Μπορώ Να Θυμηθώ". Αλλά εσύ μας τη φέρνεις, μας λες ότι τ' αγάπησες μονάχα από συνήθεια. Δημιουργείται μια ίντριγκα, λοιπόν, για τη σχέση σου με το ελληνικό θέρος…
Όταν γράφτηκε το τραγούδι, όχι πολλά χρόνια πριν, είχαμε ίσως ακόμη την πολυτέλεια να συμπαθούμε ή ν' αντιπαθούμε το καλοκαίρι. Το αισθανόμουν τότε ως μια περίοδο μετάβασης μάλλον, που σε γυμνάζει στη βραδύτητα για να δεχτείς το στραπάτσο όσο πιο αδιαμαρτύρητα γίνεται. Άλλοι το έβλεπαν ως ερημητήριο ή ως τόπο διαφυγής, όπου θα 'βρισκαν ό,τι τους έλειπε.
Τώρα, στην εποχή του stresslaxing (τι ωραία λέξη για να φορτωθεί το άτομο μια συστημική παθογένεια), τολμάει κανείς να εκφραστεί με τους όρους της παλιάς εκείνης πολυτέλειας; Κι ακόμη, τι είναι το καλοκαίρι και γι' αυτήν που δουλεύει σεζόν, για τους απροστάτευτους ανθρώπους στη Mεσόγειο, για τα πλάσματα που οι πυρκαγιές τους στερούν σπίτι και τροφή –αλλά και γι' αυτόν που θεμελιώνει ξενοδοχείο στ' αποκαΐδια… Τα πράγματα αλλάζουν τόσο γρήγορα, που "Τα Καλοκαίρια Που Μπορώ Να Θυμηθώ" μου φαίνονται, πια, σχεδόν νοσταλγικό τραγούδι.
Το άλμπουμ σου τιτλοφορείται Λίβελοι, Καντάδες, Ζωγραφιές και Συναξάρια. Τι τα ενώνει, αλήθεια, όλα αυτά; Είναι η εσκεμμένη λιτότητα, το ποντάρισμα στην αμεσότητα της απεύθυνσης;
"30 Xρόνια Eπιτυχίες" δεν λένε και τα Ημισκούμπρια; Ε, κι ο δικός μας δίσκος, όπως συμβαίνει συχνά με τα ντεμπούτα, έχει ένα άρωμα μπεστ-οφ, εκ των ενόντων… Πέρα απ' την πλάκα, όμως, από τα κομμάτια που προέκυψαν σε μια μακρά περίοδο μαθητείας, αυτά είναι που μου ταίριαξαν και καλύτερα μεταξύ τους. Τα ενώνει η ίδια κεκτημένη ταχύτητα, η κοινή αγωνία ν' ακουστούν με τους όρους τους και για εκείνο που είναι.
Τι είναι; Αφηγήσεις που παριστάνουν τα τραγούδια, τραγούδια που το παραξηλώνουν λιγάκι, μπαλάντες του παλιού καιρού που κουβαλούν τις αμαρτίες της μεταφύτευσής τους στο παρόν; Πείτε μου εσείς καλύτερα. Μερικά κομμάτια, επίσης, μας παραβγήκαν σύνθετα στη βάση τους. Γι' αυτό και οι ενορχηστρώσεις δουλεύτηκαν έτσι ώστε να απομονώσουν το ουσιώδες, προς την κατεύθυνση μιας απλότητας σ' εγρήγορση, επιφυλάσσοντας κάτι και για τη δεύτερη ακρόαση.

Στο τραγούδι "Για Το Παγκόσμιο Κύπελλο" σατιρίζεις εύστοχα το επιχείρημα "απλά βλέπουμε μπάλα", το οποίο έχει λειτουργήσει ως βολικό χαλί για να κρυφτούν από κάτω διάφορες ασχήμιες, διόλου αθλητικές. Αναρωτιέμαι, όμως: κάπου μέσα σ' όλα αυτά δεν επιβιώνει και η λαϊκή χαρά του ποδοσφαίρου; Εσύ, ας πούμε, δεν έκατσες φέτος να δεις Μουντιάλ;
Μες στην αφηρημάδα μου το πήρα αργά χαμπάρι ότι είχε Μουντιάλ. Μ' αρέσει το ποδόσφαιρο, περισσότερο το ερασιτεχνικό του κομμάτι –αν και μικρός μπασκετμπολίστας ήθελα να γίνω. Άσε που έχω την αίσθηση πως στον αθλητισμό, όπως και στη μουσική, ό,τι αξίζει, διασώζει έναν πυρήνα ερασιτεχνισμού εντός του.
Ο Τύπος σε κατατάσσει στους τραγουδοποιούς, αλλά εσύ προτιμάς το "τρο(υ)βαδούρος". Στο δικό μου μυαλό, πάντως, οι τροβαδούροι συνδέονται με άσματα εξιδανικευτικά ενός έρωτα που λειτουργούσε ως αλατοπίπερο για τις αυλές των ηγεμόνων του Μεσαίωνα. Για σένα, απεναντίας, η ελευθεροστομία δείχνει να 'ναι δομικό δημιουργικό συστατικό. Γιατί τρο(υ)βαδούρος, επομένως;
Θαυμάζω την παράδοση των τραγουδιστών–αφηγητών, όπως την έχω στο μυαλό μου, καθώς και πολλούς/πολλές ποιητές/ποιήτριες και τραγουδοποιούς που εμπνέονται από αυτήν. Η αναφορά μου στη συγκεκριμένη παράδοση σχετίζεται και με μια τάση επανοικειοποίησης του όρου "τρουβαδούρος". Ενός όρου που καταλήγει συχνά να σημαίνει εκείνον που στον Μεσαίωνα λεγόταν "ζονγκλέρ".
Άλλωστε, λίγο πριν τους ξεκάνουν η Ιερά Εξέταση και η πανούκλα, κάποιοι τρουβαδούροι είχαν ήδη στραφεί στην ελευθερόστομη κοινωνική κριτική μέσω της ειρωνείας και της παρωδίας. Δείτε, π.χ. τα sirventès του Peire Cardenal, σε μετάφραση του Σπύρου Σκιαδαρέση: "Τον κλέφτη το φτωχό τον κρεμούν για μια κλωστή/Και τον κρεμά αυτός που 'κλεψε άλογο ακριβό/Της Δικαιοσύνης σοφή απόφαση είν' αυτή/Ο πλούσιος κλέφτης να κρεμάει το φτωχό". Και από τα υμνητικά για τους ηγεμόνες τραγούδια, όμως, μαθαίνει κανείς πολλά...
Ξεκίνησες από τις Σέρρες, στάθμευσες στη Θεσσαλονίκη, πλέον εδρεύεις στην Αθήνα. Ποιες ήταν οι σημαντικότερες στιγμές αυτής της διαδρομής;
Οι φίλοι που μου 'δειξαν τα πρώτα ακόρντα. Οι γονείς μου, που για κάθε πρόβλημα έβρισκαν ένα τραγούδι. Η Σαλονίκη κι οι δρόμοι της, όπου έναν καιρό έπαιζα τακτικά, από εκεί προέκυψε και "Η Χαρούμενη Επιστήμη". Οι ατέλειωτες ώρες συζητήσεων, όλο άγνοια κι αστεία, που μας άλλαζαν χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Το συγκρότημά μας της συμπρωτεύουσας, το Παράλληλο Πάρτυ. Τότε που ανοίξαμε για Τα Παιδιά Της Παλαιότητας κι οι συναυλίες σε σκοτεινές επαρχίες. Οι ιστορίες που ξεχνάω. Η κάθοδος στην Αθήνα. Εξάρχεια και Βύρωνας. Η Δισκέξ. Τα βιβλία, που εδωπέρα είναι πολύ ευκολότερο να τα βρεις. Μου διαφεύγουν πολλά, αλλά πάντοτε γυρίζω στους φίλους, στις φίλες, συντρόφους, συνοδοιπόρους, παλιούς και καινούριους, με τους οποίους ακόμη μοιραζόμαστε ιστορίες και ακόρντα.

Οι δημιουργίες σου έχουν έντονο το πολιτικό στοιχείο, επικρίνοντας διάφορες όψεις του κατεστημένου. Μπορεί να επιβιώσει μια τέτοια προσέγγιση σ' έναν αιώνα όπου οι πολλοί δεν δείχνουν διατεθειμένοι να επενδύσουν ελεύθερο χρόνο και προσωπικό κόστος στο συλλογικό;
Αν υποθέσουμε πως η τέχνη διαπερνάται από τις αντιφάσεις της κοινωνίας στην οποία παράγεται, τότε όλη η τέχνη έχει χαρακτήρα πολιτικό, όπως λέει το κλισέ. Αυτός ο χαρακτήρας άλλοτε εκδηλώνεται καθαρά, καμιά φορά μισοφανερώνεται, άλλοτε απωθείται κ.ο.κ. με αμέτρητους τρόπους. Από την κατάσταση στην τέχνη σήμερα νομίζω πως προκύπτει η επείγουσα ανάγκη για κοινωνική αλλαγή. Ακόμη και οι καλλιτεχνικές μορφές ασφυκτιούν, πια, μπροστά σ' αυτήν την ανάγκη. Ελλείψει ριζικά νέων μορφών, πολλοί καλλιτέχνες επιστρέφουν σε μορφές του παρελθόντος, όχι δουλικά, πειράζοντάς τις και λίγο, για να πετύχουν την απαραίτητη ανοικείωση.
Μ' ενδιαφέρει αυτή η προσέγγιση. Πώς αλλιώς θα ξαναγίνουν τα πράγματα καινούρια; Θυμάμαι τον Αντόνιο Πόρτσια: "Το καινούριο αυξάνει ή λιγοστεύει το παλιό. Το καινούριο, από μόνο του, δεν είναι τίποτα". Ας μην υποτιμούμε και την άλλη πλευρά, όμως, που δεν καταγίνεται με τόσο καλλιτεχνικές ανησυχίες, αλλά έχει αρκετά εξασκημένα αντανακλαστικά ώστε να ομαλοποιεί, ν' απορροφά και να εκτροχιάζει τη διαμαρτυρία μέσω της τέχνης, με χίλιους τρόπους. Το εν λόγω σύστημα έχει την τάση να απαλλοτριώνει τις ίδιες τις δημιουργικές εντός του δυνάμεις και για την ώρα κρατάει μια επικίνδυνη ισορροπία. Οι πόροι προς εκμετάλλευση είναι πεπερασμένοι, άρα το ζήτημα δεν είναι αν θα καταρρεύσει, αλλά αν θα καταρρεύσει παίρνοντας και μας μαζί του. Αυτό νομίζω πως διακυβεύεται. Οι προσεγγίσεις μας ας δοκιμαστούν.
Πίσω από το πώς γράφεις και εκφράζεσαι εντοπίζει κανείς διάφορα πρότυπα –π.χ. τον Διονύση Σαββόπουλο. Διακρίνω όμως και μια συγγένεια με το chanson réaliste του Georges Brassens, το οποίο, παλιότερα, υπήρξε επιρροή και για τον Σαββόπουλο. Ισχύει;
Ω ναι, ο Μπρασένς, ο Βιάν κι η Αν Συλβέστρ είναι ο λόγος που άρχισα, μέσω των τραγουδιών τους, να μαθαίνω λίγα γαλλικά. Ο Μπρασένς υπήρξε για μένα ποιητής ισότιμος του Βιγιόν –αλλά και των ρομαντικών και των συμβολιστών– μεταφυτεμένος στον αφιλόξενο 20ο αιώνα. Ως έφηβος, γεννημένος σ' ένα ψαροχώρι του νότου, ήταν μπλεγμένος με μικροκλοπές. Ένας δάσκαλός του στο σχολείο έστρεψε ευτυχώς το ενδιαφέρον του νεαρού Ζορζ στα βιβλία του Ουγκό, γιατί αλλιώς ίσως να είχαμε στερηθεί σήμερα το έργο του (άλλωστε δεν φαίνεται να 'χε και τόσο ταλέντο στην παρανομία).
Ένα έργο στο οποίο αν μπεις, δεν ξαναβγαίνεις ο ίδιος –κι ας μη σου "μιλούν" όλες του οι διαστάσεις. Οι εξαιρετικές και φαινομενικά απλές μελωδίες είναι το δόλωμα. Το έργο του σου προσφέρεται και σε κατακτάει σιγά σιγά. Είναι σχολείο ολόκληρο, επαναλαμβάνοντας, λες, τη γενναιοδωρία του δικού του δασκάλου. Μου έμαθε πως καθετί σχεδόν είναι άξιο να τραγουδηθεί, πως όλοι είναι ευπρόσδεκτοι στο τραγούδι, με τις εμπειρίες και τις απειρίες τους. Κάτι παρόμοιο νιώθω και για το έργο του Σαββόπουλου, τηρουμένων των αναλογιών.
Τι έχει παρακάτω για σένα; Υπάρχουν ανακοινώσιμα σχέδια;
Αυτόν τον καιρό ετοιμαζόμαστε για τη ζωντανή παρουσίαση του δίσκου, που θα γίνει, με το καλό, το Σάββατο 17 του Οκτώβρη στο "Baumstrasse". Θα ανακοινώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες σύντομα.
