Πώς προέκυψε αυτή η τριπλή, χορταστική επανέκδοση του δεύτερού σας άλμπουμ Meadow Rituals; Ήταν η επέτειος των 15 χρόνων από την αρχική κυκλοφορία που λειτούργησε ως αφορμή; Και πώς και δουλεύτηκε με την εγχώρια Tadoma Records και όχι με την αμερικάνικη Experimedia, όπου και πρωτοβγήκε το 2011;
Η επέτειος των 15 χρόνων συνέπεσε με μια ακρόασή μου στις live ηχογραφήσεις των Lüüp, που είχα να επισκεφτώ πολλά χρόνια. Έτσι προέκυψε η ιδέα να παρουσιαστεί το Meadow Rituals ως 3CD έκδοση, διότι σε κάθε cd φωτίζεται το υλικό από διαφορετική οπτική, συνθέτοντας ένα μεγαλύτερο έργο, στο οποίο συμμετέχουν συνολικά 28 μουσικοί. Άλλωστε, καιρό τώρα έχει εξαντληθεί η αρχική έκδοση σε cd και βινύλιο. Επίσης, πάντα ήθελα να γίνει ένα remaster, το οποίο επιμελήθηκε ο David Svedmyr στη Σουηδία, δίνοντας έναν ήχο ζεστό, αναλογικό, πλούσιο σε αρμονικές.
Η Tadoma Records, τώρα, είναι η εταιρεία που ιδρύσαμε με το άλλο μουσικό σχήμα στο οποίο είμαι μέλος, τους Vault Οf Blossomed Ropes. Μέσω αυτής διοργανώνουμε συναυλίες, ενώ κυκλοφορούμε και κάποια προσωπικά μας άλμπουμ. Δυστυχώς η Experimedia σταμάτησε τη λειτουργία της κάπου το 2016 (16 χρόνια μετά την ίδρυσή της). Και πάλι, πάντως, το επετειακό Meadow Rituals θα ήθελα να το κυκλοφορήσω από το δικό μας label, ώστε να γίνει ακριβώς όπως το φανταζόμουν και να έχει την επιμέλεια των ανθρώπων που επέλεξα σε μίξεις, mastering, γραφιστικά.

Ανάμεσα στους μουσικούς που πήραν μέρος στις ηχογραφήσεις του Meadow Rituals συναντάμε και διεθνή ονόματα, με πιο χαρακτηριστικά αυτά του Άγγλου σαξοφωνίστα David Jackson των Van der Graaf Generator και της Σουηδής τραγουδοποιού Lisa Isaksson, η οποία τραγουδά το "Horse Heart". Αμφότεροι, μάλιστα, συμμετείχαν και στο ντεμπούτο σας Distress Signal Code (2008). Πώς γνωρίζεστε; Δουλέψατε μαζί στο στούντιο ή από απόσταση;
Ο David Jackson ήρθε στην Ελλάδα το 2007, στο στούντιο Artracks, για να ηχογραφήσουμε live αυτοσχεδιασμούς και διάφορες ιδέες για το Distress Signal Code. Σε μια αρχική του μορφή, λοιπόν, το κομμάτι "Roots Growth" δοκιμάστηκε τότε με τα σαξόφωνά του, αλλά δεν ολοκληρώθηκε –κάτι που έγινε τελικά λίγα χρόνια αργότερα, για το Meadow Rituals. Πρόσφατα, μάλιστα, ξαναβρεθήκαμε με τον Jackson στη σκηνή του "Underflow", μαζί και με τον Γιώργο Βαρουτά, για μια συναυλία αυτοσχεδιασμού (Ostomachion Sessions). Και με τη Lisa Isaksson η συνεργασία ξεκίνησε από το Distress Signal Code, αλλά έγινε από απόσταση. Στη συνέχεια, όμως, γνωριστήκαμε και από κοντά στη Σουηδία, ενώ παίξαμε μαζί και σε συναυλίες των Lüüp σε Αθήνα και Κωνσταντινούπολη.
Παρότι πολλές διεθνείς συμπράξεις γίνονται πλέον αποκλειστικά εξ αποστάσεως, για μένα παραμένει σημαντική και η ανθρώπινη διάσταση της μουσικής συνάντησης. Χαίρομαι ιδιαίτερα, λοιπόν, διότι μέσω της ηχογράφησης και των live παρουσιάσεων του Meadow Rituals γνωρίστηκαν πολλοί μουσικοί μεταξύ τους για πρώτη φορά, κάνοντας έπειτα δικές τους συνεργασίες. Αποτέλεσε μια αφετηρία για νέες σχέσεις και δημιουργίες.

Εντωμεταξύ, ήδη από το 2011 θυμάμαι να λες σε συνεντεύξεις ότι ήταν περίπλοκο εγχείρημα η ζωντανή αποτύπωση του άλμπουμ –τόσο οργανωτικώς, όσο και οικονομικώς. Ωστόσο η επανέκδοση υπογραμμίζει ότι τελικά συνέβη, αποτυπώνοντας δύο συναυλίες. Στην πράξη, λοιπόν, πώς ξεπεράστηκαν οι εγγενείς δυσκολίες, ώστε να φτάσετε στο Six d.o.g.s. το 2013 και στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων το 2016;
Το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν ότι οι Lüüp δεν λειτούργησαν ποτέ ως μια σταθερή μπάντα: κάθε σύνθεση απαιτεί διαφορετικούς μουσικούς και διαφορετικές ισορροπίες. Ο εξαιρετικός τραγουδοποιός Λευτέρης Μουμτζής ήταν ο άνθρωπος που μου έδειξε τον τρόπο με τον οποίον θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε το υλικό, αρχικά ως τρίο, με την προσθήκη της Σοφίας Ευκλείδου στο τσέλο και στις λούπες.
Η πρώτη μας συναυλία δόθηκε στην Κύπρο το 2012, στο πρώτο LOOP Festival. Στη συνέχεια ακολούθησα τη νοοτροπία των δισκογραφημάτων και για τις συναυλίες: διαφορετικά σύνολα μπορούν να αποδώσουν διαφορετική προσέγγιση και ηχόχρωμα στο υλικό. Έτσι, στο δεύτερο cd της επανέκδοσης παρουσιάζονται κοινά κομμάτια από δύο διαφορετικά σύνολα, από τα οποία έχουν προκύψει πολύ διαφορετικές ερμηνείες. Δεν επιχειρήσαμε να αντιγράψουμε τον δίσκο· προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε το πνεύμα του μέσα από μια ζωντανή εμπειρία.
Οικονομικώς, τώρα, έχει δυσκολέψει ακόμα περισσότερο από το 2011 η διοργάνωση μιας συναυλίας, διότι στην Ελλάδα του 2026 η τέχνη δεν στηρίζεται –όπως γίνεται σε άλλες χώρες– οπότε παραμένει μια συνθήκη προσωπικού ρίσκου και αυτοθυσίας.

Τι σας ώθησε ν' αναζητήσετε remixes στο υλικό του Meadow Rituals, τα οποία φιλοξενούνται τώρα στο τρίτο cd της επανέκδοσης;
Αυτό ήταν μια πρωτοβουλία του Jeremy Bible της Experimedia, ο οποίος κάλεσε διάφορους καλλιτέχνες να διασκευάσουν κομμάτια του Meadow Rituals ή να φτιάξουν remixes. Το άλμπουμ που προέκυψε (Remixes) δινόταν ψηφιακά ως μπόνους σε όσους αποκτούσαν τον δίσκο κατευθείαν από την Experimedia. Οπότε δεν υπήρχε σε φυσική μορφή και αφορούσε περισσότερο το κοινό της Αμερικής. Τώρα είναι η πρώτη φορά που κυκλοφορεί επίσημα, αλλά και με βελτιωμένο ήχο (το μαγικό χέρι του David Svedmyr).
Με ενδιαφέρει πολύ το πώς άλλοι δημιουργοί αντιλαμβάνονται αυτό το μουσικό υλικό και ποιες διαφορετικές διαδρομές μπορούν να ανοίξουν. Είναι σαν να παραδίδεις μια ιστορία σε διαφορετικούς αφηγητές. Ο καθένας φωτίζει άλλες λεπτομέρειες, χωρίς να αλλοιώνει την ουσία της. Ή, όπως και κάθε μουσικό έργο, μπορεί να έχει διαφορετική "ερμηνεία" ανάλογα τον remixer, αποκτώντας μια δεύτερη ζωή –πιο "ηλεκτρονική" και πιο απρόβλεπτη. Έτσι, το τρίτο cd δεν λειτουργεί απλώς ως συμπλήρωμα, αλλά ως ένας διαφορετικός τρόπος να αφουγκραστεί κανείς το ίδιο έργο. Για παράδειγμα, την ιδέα της εισαγωγής του "Spiraling" με τσέλο την αντλήσαμε από τη διασκευή που έκανε ο τσελίστας Aaron Martin.

Πολλές στιγμές του άλμπουμ, αν όχι όλες, αφήνουν την εντύπωση μιας πολύ παλιάς τελετουργίας, η οποία άμεσα ή πιο έμμεσα σχετίζεται με την ιερότητα της Φύσης –τα "Ταυροκαθάψια", ας πούμε, είναι ένα καλό παράδειγμα. Με δεδομένο ότι οι συνθέσεις δεν μοιάζουν μεταξύ τους, ήταν αυτή μια απαραίτητη "σπονδυλική στήλη" για τη συγκρότηση ενός κοινού προσανατολισμού;
Αυτό ακριβώς ήταν το νήμα που ένωνε τα κομμάτια. Η Ιερότητα της Φύσης, η τελετουργία και η αίσθηση της αιώνιας σχέσης Φύσης-Ανθρώπου λειτουργούν σαν άξονας, γύρω από τον οποίον κινούνται οι διαφορετικές μορφές των κομματιών. Έτσι, παρ' όλο που τα κομμάτια δεν μοιάζουν μεταξύ τους, συνδέονται μέσω του συμβολισμού μιας Τελετουργίας, που είναι ταυτόχρονα σύγχρονη (ηλεκτρονικά στοιχεία) μα και Παλαιά (ακουστικά όργανα).
Στις promo φωτογραφίες του 2011 σε βλέπαμε να κρατάς μια γκλίτσα. Ποια ήταν η λογική πίσω από αυτήν την απεικόνιση και πώς "απηχούσε" τα όσα διαδραματίζονταν στο Meadow Rituals;
Όπως γράφτηκε και το 2011, "ο δίσκος δεν αντιμετωπίζει τη folk ως ένα μουσείο παραδοσιακών μορφών, αλλά ως έναν ζωντανό τόπο όπου η φύση, ο μυστικισμός και η σύγχρονη δημιουργία συναντιούνται". Η γκλίτσα, λοιπόν, δεν συμβόλιζε την παράδοση ως μουσειακό αντικείμενο, αλλά τη διαχρονική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό τοπίο, γενόμενη ένα Τελετουργικό Σύμβολο. Σε μια εποχή που η alternative και ambient σκηνή προτιμούσε εικόνες τεχνολογίας, αφηρημένου μινιμαλισμού ή αστικού μοντερνισμού, αυτή η επιλογή ήταν ο τρόπος μας να αποτυπώσουμε οπτικά την ίδια την ουσία του Meadow Rituals: κάτι που έχει σχέση με το τελετουργικό στοιχείο της ερμηνείας της φύσης από τον άνθρωπο σε μια νεότερη συνθήκη, μέσω ενός ηλεκτρο-ακουστικού έργου.

Μέχρι στιγμής, οι Lüüp μετρούν τρία άλμπουμ. Όμως κανένα από αυτά δεν μοιάζει με τα υπόλοιπα. Έτυχε; Ή ήταν καλλιτεχνική σας θέση αυτή η επιδίωξη για κάτι διαφορετικό κάθε φορά;
Ο Ίγκορ Στραβίνσκι είχε εκφράσει μια σκέψη που με επηρέασε: ότι μετά το μπαλέτο του Apollo (1928), τα "χτυπήματα" της Ιεροτελεστίας της Άνοιξης (1913) έγιναν ακόμη πιο δυνατά. Ένα έργο τέχνης, δηλαδή, το αντιλαμβανόμαστε ως αυτοτελές, αλλά και σε σχέση με όσα έχει δημιουργήσει ο ίδιος καλλιτέχνης πριν και μετά από αυτό. Όταν ο Στραβίνσκι έγραψε τον ήρεμο, λιτό και νεοκλασικό Apollo, η βίαιη ενέργεια της Ιεροτελεστίας άρχισε να ακούγεται ακόμη πιο εκρηκτική. Και, αντίστροφα, η Ιεροτελεστία έκανε τον Apollo να μοιάζει ακόμη πιο γαλήνιος. Το ένα έργο άλλαξε τον τρόπο με τον οποίον ακούμε το άλλο.
Αυτό συμβαίνει γιατί καταλαβαίνουμε πλέον ότι ο ίδιος συνθέτης μπορούσε να εκφραστεί με εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Έτσι, η βία της Ιεροτελεστίας δεν μοιάζει με κάτι που προέκυψε επειδή δεν γινόταν να γράψει αλλιώς, μα ως μια απόλυτα συνειδητή αισθητική επιλογή.
Κάπως έτσι βλέπω και τη σχέση ανάμεσα στο Canticles Of The Holy Scythe (2017), στο Meadow Rituals (2011-2026) και στο Distress Signal Code (2008). Η folk/ambient αισθητική του Meadow Rituals κάνει το Canticles να ακούγεται ακόμη πιο σκοτεινό και ακραίο, ενώ η ένταση του Canticles κάνει το Meadow Rituals να μοιάζει ακόμη πιο ήρεμο και φωτεινό, έστω κι αν προμηνύει ένα μελλοντικό, υποβόσκον σκοτάδι. Κάθε άλμπουμ αλλάζει τον τρόπο με τον οποίον ακούμε το άλλο.
Γι' αυτό πιστεύω ότι η καλλιτεχνική εξέλιξη δεν είναι απλώς η βελτίωση ή οι παραλλαγές πάνω στο ίδιο ύφος. Έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν κάθε καινούριο έργο ανοίγει έναν διαφορετικό αισθητικό κόσμο, γιατί τότε φωτίζει με νέο τρόπο και όλα όσα έχουν προηγηθεί.
Τι σχέδια έχουν οι Lüüp, αφού περάσει το καλοκαίρι; Θα σας δούμε live; Υπάρχει κάποιος φρέσκος δίσκος στα σκαριά;
Συνεχίζοντας τον εορτασμό του Meadow Rituals θα κάνουμε δύο συναυλίες σε Αθήνα (28/11, στο "Κλακάζ") και Θεσσαλονίκη (29/11, στη "Μικρή Σκηνή") με τη σύνθεση του Six d.o.g.s. από το δεύτερο cd της επανέκδοσης. Δηλαδή με καλεσμένους τη Lisa Isaksson (φωνή, ακουστική κιθάρα, φλάουτο) και τον David Svedmyr (δωδεκάχορδη κιθάρα) από τη Σουηδία, καθώς και τον Λευτέρη Μουμτζή από την Κύπρο σε φωνή, ακουστική κιθάρα και κοντραμπάσο. Στο τσέλο, όπως πάντα, θα βρίσκεται η Σοφία Ευκλείδου, ενώ θα έχουμε και μουσικές εκπλήξεις/διασκευές, μεταξύ άλλων και σ' ένα κομμάτι των Black Sabbath από το 1971...
Όσο για νέο υλικό, για την ώρα υπάρχει μόνο στο κεφάλι μου και θα είναι –και πάλι– διαφορετικό από τα προηγούμενα. Προς το παρόν, όμως, θέλω να ζήσει πραγματικά αυτή η επανέκδοση. Δεκαπέντε χρόνια μετά, αισθάνομαι ότι το Meadow Rituals ανοίγει έναν νέο κύκλο.
