@ Geoffroy Scheid
Τον πλούτο και την ποιότητα της μουσικής ζωής του Μονάχου υπενθύμισε μια σύντομη επίσκεψη μας στις αρχές Μαΐου, επιβεβαιώνοντας γιατί η πρωτεύουσα της Βαυαρίας αποτελεί, δικαίως, έναν από τους πιο τακτικούς προορισμούς κάθε ενημερωμένου φιλόμουσου.
Το Μόναχο καμαρώνει αφενός για τις πολλές λυρικές του σκηνές, από την περίφημη Βαυαρική Κρατική Όπερα (που στεγάζεται στο ιστορικό "Εθνικό Θέατρο") μέχρι το Gärtnerplatztheater με τον ανήσυχο προγραμματισμό, αλλά και για τα σποραδικά αξιοποιούμενα Cuvilliés-Theater (ένα μπαρόκ κόσμημα στα ενδότερα της Residenz) και Prinzregententheater, αφετέρου για τις δύο παγκοσμίου κύρους ορχήστρες του, τη Φιλαρμονική του Μονάχου και τη Συμφωνική της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας (που φιλοξενούνται κατά βάση στον πολιτιστικό πολυχώρο της Isarphilharmonie) αλλά και αυτές, εξίσου φερέγγυες, της Ραδιοφωνίας του Μονάχου, της Κρατικής Όπερας και του Gärtnerplatztheater! Μια αληθινή πολυτέλεια για μια -έστω, τόσο εύπορη- μεγαλούπολη μόλις 1,5 εκατομμυρίου κατοίκων!
Στην κατάμεστη Κρατική Όπερα παρακολουθήσαμε στις 3/5 παράσταση του "Τροβατόρε" του Βέρντι σε αναβίωση της παλιότερης παραγωγής (2013) που είχε υπογράψει ο Ολιβιέ Πυ.
Δυστυχώς, παρά τις περί αντιθέτου προσδοκίες, η συγκεκριμένη δουλειά δεν ήταν μια από τις πιο επιτυχημένες του διάσημου Γάλλου σκηνοθέτη. Μέσα στο αρθρωτό, κινούμενο "βιομηχανικό" σκηνικό του Πιερ-Αντρέ Βάιτς, άλλοτε επιτυχημένο/λειτουργικό άλλοτε αδιάφορο/ βαρυφορτωμένο, η "άχρονη", εξαιρετικά σκοτεινή παραγωγή (και επιπροσθέτως μάλλον κακά φωτισμένη, στο βαθμό που οι όποιοι φωτισμοί φθορίου …"τύφλωναν" κυριολεκτικά τους θεατές) δεν υπήρξε εύκολης αποκωδικοποίησης από πλευράς δραματουργίας. Κομβικά στοιχεία της αποτέλεσαν αφενός η διαρκής παρουσία επί σκηνής μίας γυναίκας (πιθανότατα της τσιγγάνας μητέρας της Ατζουτσένας, για τον θάνατο της οποίας αυτή ζήτησε την κομβική στο έργο εκδίκηση), αφετέρου η "τύφλωση" της Λεωνόρας, που -αν και δικαιολογημένη στην αρχική σκηνή, όπου αυτή αδυνατεί πράγματι να διακρίνει μεταξύ του Μανρίκο και του αντιζήλου και αδελφού του Κόμη ντε Λούνα- περιέπλεξε ακολούθως πολύ τα επί σκηνής δρώμενα, χωρίς να προσδώσει ουσιαστικά κανένα καινούργιο στοιχείο στην αφήγηση.
Το αυτό δεν προκάλεσαν διάφορες εικόνες περισσότερο ή λιγότερο εύληπτες, όπως αυτή μιας γυμνής τσιγγάνας που μόλις γέννησε επί σκηνής ή αυτή δύο τεράστιων μωρών/παιδικών κουκλών (που παρέπεμπαν στα δύο αδέλφια;), ενώ "πιασάρικη", παρότι σίγουρα εντυπωσιακή υπήρξε η σκηνή του "Miserere" με τις ευδιάκριτες αναφορές στην Ιερά Εξέταση (αλλά και κοστούμια παραπέμποντα στην …Κου Κλουξ Κλαν).
Αν η αναβίωση της παραγωγής δεν ήρε τις αμήχανες εντυπώσεις σε σκην(οθετ)ικό επίπεδο, από μουσικής πλευράς υπήρξε ένας ανεπιφύλακτος -και διόλου αυτονόητος- θρίαμβος.
Έχοντας στη διάθεσή του δύο εξαιρετικά σύνολα, την Κρατική Ορχήστρα και Χορωδία της Βαυαρίας, ο Ιταλός αρχιμουσικός Αντρέα Μπατιστόνι χάρισε μία πολύ ισορροπημένη μουσική διεύθυνση γνήσιου ρομαντικού πάθους και μεγάλης ρυθμικής ενέργειας μεν, αλλά με εύροα τέμπι και αρκετή προσοχή στο δράμα και τις λεπτομέρειες του.
Σε ένα έργο που -κατά τη γνωστή δήλωση του Καρούζο- δικαιώνεται μόνο από τους "τέσσερις καλύτερους τραγουδιστές του κόσμου", η πολυεθνική διανομή υπήρξε δυσθεώρητου ύψους για τα σημερινά λυρικά δεδομένα, και δη σε επίπεδο πρωταγωνιστικού ζεύγους. Ο Πολωνός τενόρος Πιοτρ Μπετσάλα (ορθότερα: Μπετσάγουα) υπήρξε ένας εξαιρετικός Μανρίκο τόσο για το ευχάριστα μεταλλικό ηχόχρωμα με τη λαμπερή υψηλή περιοχή, όσο και για το φλογερό πλην ευγενές πάθος της υπόκρισης. Πλάι του, και παρά την άχαρη σκηνική σύλληψη του ρόλου, η Αμερικανίδα λυρικοδραματική υψίφωνος Ρέιτσελ Ουίλλις-Σόρενσεν δικαιολόγησε γιατί θεωρείται σήμερα μία από τις καλύτερες ερμηνεύτριες του απαιτητικού ρόλου της Λεωνόρας: το τραγούδι της διέθετε τις αναγκαίες ποιότητες λεγκάτο και ευελιξίας, με ικανότητα μεγάλων αναπνοών που επέτρεπαν τον εκφραστικό σχηματισμό των φράσεων, αλλά και επαρκείς αποχρώσεις/εκλεπτύνσεις.
Χωρίς να διαθέτει το τίμπρο ενός αυθεντικού βερντιανού βαρύτονου ο Πολωνός Άρτουρ Ρουτσίνσκι υπήρξε ένας άκρως αξιόπιστος φωνητικά (τι ωραία γραμμή στην καντιλένα "Balen del suo sorriso"!) όσο και πειστικός σκηνικά Κόμης ντι Λούνα. Η προερχόμενη από την ουγγρική μειονότητα της ρουμανικής Τιμισοάρα μεσόφωνος Ίνγκριντ Κούτασι υπήρξε μία αξιομνημόνευτη κυρίως φωνητικά Ατσουτσένα, καθώς διέθετε και τη θυελλώδη ένταση για τις πρώτες σκηνές και τη γλυκιά mezza voce για το φινάλε. Απόλυτα φερέγγυος μουσικοδραματικά στο ρόλο του Φερράντο πρόβαλε ο συμπατριώτης της βαθύφωνος Αλεξάντρ Κέπετσι.

Ανεπιφύλακτη απόλαυση προσέφερε, αντιθέτως, την Πρωτομαγιά η επανάληψη τακτικής συναυλίας της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας υπό τον διάσημο Φινλανδό αρχιμουσικό Όσμο Βένσκα στην Isarphilharmonie.
Η βραδιά άνοιξε με το 11λεπτης διάρκειας κομμάτι "Ηλύσια για ορχήστρα" (2021) του Γαλλο-Καναδού Σαμί Μουσσά, που έχει εντυπωσιάσει διεθνώς τα τελευταία χρόνια στις πολλές συναυλιακές παρουσιάσεις του από τις καλύτερες ορχήστρες του κόσμου. Η ζωντανή ακρόασή του επιβεβαίωσε μία ορχηστρική γραφή μεγάλης τέχνης με "κινηματογραφικό" αντίκτυπο ανάλογο π.χ. των "Πλανητών" του Χολστ. O 42χρονος συνθέτης αναπτύσσει/εξελίσσει με φαντασία σειρά μικρών θεμάτων μέχρις εκστατικών κορυφώσεων, αξιοποιεί ένα καλειδοσκόπιο ηχοχρωμάτων και λεπταίσθητες αποχρώσεις δυναμικής για να δημιουργήσει υποβλητικές, μυστηριώδεις ατμόσφαιρες. Η μουσική του συνδυάζει τη μπρουκνέρια ανάταση και την βαγκνέρια υπερβατικότητα με ιμπρεσιονιστικές πινελιές, απαιτεί δε από την ορχήστρα εξαιρετικά καλλιεργημένο παίξιμο από τα έγχορδα (τι εκφραστικά γκλισσάντι!) και εντυπωσιακές συνεισφορές από ασυνήθιστους συνδυασμούς ξύλινων και χάλκινων πνευστών. Εύκολη αποστολή, βέβαια, για μια ορχήστρα τέτοιου βεληνεκούς!
Η ποιότητα της Συμφωνικής της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας έλαμψε και στο κύριο έργο της βραδιάς, την επιβλητική 1η Συμφωνία του Σιμπέλιους, που έτυχε μιας υπερθετικής ερμηνείας! Τούτο αναμενόταν λόγω και της παρουσίας στο πόντιουμ του Βένσκα, ενός από τους πιο λαμπρούς κατά γενική παραδοχή ερμηνευτές του συμφωνικού έργου του συμπατριώτη του συνθέτη.
Ο 73χρονος αρχιμουσικός ανέδειξε ιδανικά τη σύνθετη δραματουργία του έργου, που συνδυάζει το βορινό επικό στοιχείο με μελαγχολικές λυρικές παραγράφους, μακράν αδόκητων "τσαϊκοφσκικών" φορτίσεων. Η εκτύλιξη του μουσικού ειρμού διέθετε ένα σταθερό ωστικό παλμό, που εξασφάλιζε τη συνοχή και το ενδιαφέρον της αφήγησης, νοηματοδοτώντας συνεχώς τις ανατροπές κλιμάτων, τα περίτεχνα αιθέρια μινιμαλιστικά συνεχή που λειτουργούν ως υπόβαθρα, τις ακραίες κλιμακώσεις της μουσικής. Έχοντας στη διάθεσή του μία εκπληκτική ορχήστρα με έγχορδα που παρήγαν ένα σπάνιου πλούτου και εστίασης ήχο, εκμαυλιστικά ξύλινα, λαμπερά χάλκινα πνευστά και κρουστά, ο Βένσκα έδωσε ένα μάθημα του πώς ακριβώς πρέπει να ερμηνεύεται ο Σιμπέλιους!

Ενδιάμεσα, ο διάσημος Γάλλος βιολιστής Ρενώ Καπυσόν (που έχει εμφανισθεί πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας) ερμήνευσε το θαυμάσιο "Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα" του Μπάρμπερ, πιστοποιώντας πόσο πολύ του ταιριάζουν τα έργα του 20ού αιώνα με διάχυτο λυρισμό. Τόσο στο μαγευτικό εναρκτήριο allegro όσο και στο ενδιάμεσο andante η υποδειγματική ορθοτονία, οι ποιότητες καντάμπιλε και η ευαισθησία του παιξίματος, η καλλιεργημένη φραστική και η αίσθηση διαλόγου με την ορχήστρα έκαναν θαύματα, ιδίως επειδή συνοδεύθηκαν με ευγενές ρομαντικό συναίσθημα. Ευπρόσδεκτη νηφαλιότητα παρατηρήθηκε στο ορχηστρικό επίπεδο, όπου ο Βένσκα αξιοποίησε το μαλακό παίξιμο των εγχόρδων και τις κατά τόπους καλλιεπείς συνεισφορές των πνευστών (όπως του όμποε του περίφημου Στέφαν Σίλλι και των τρομπετών), ανέδειξε πολλές λεπτομέρειες της ενορχήστρωσης και διατήρησε θαυμάσιο έλεγχο των δυναμικών στις κορυφώσεις. Το ολιγόλεπτο άκρως απαιτητικό καταληκτικό presto χάρισε ευκαιρία να εκτιμηθούν δεόντως η κινητικότητα και οι δεξιοτεχνικές αρετές του 50χρονου σολίστ αλλά και τα σβέλτα αντανακλαστικά της ορχήστρας, προκαλώντας το θερμό χειροκρότημα του κοινού της Isarphilharmonie.
Εκτός προγράμματος ο Καπυσόν ερμήνευσε τη συντομότατη "Σπουδή πάνω σε ένα θέμα από την όπερα ‘Δάφνη’ για σόλο βιολί" του Ρίχαρντ Στράους.

Την ευελιξία και το φιλοπερίεργο πνεύμα των μουσικών της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας επιβεβαίωσε δύο μέρες αργότερα (3/5) μία συναυλία, στην ιστορική "Αίθουσα Ηρακλής" [Herkulessaal] της Residenz, του αποτελούμενου από 23 μέλη της συνόλου "BRSO barock", με τη σύμπραξη και υπό τη διεύθυνση της διάσημης Αγγλίδας βιολίστριας Ρέιτσελ Πότζερ.
Το θαυμάσιο πρόγραμμα περιελάμβανε έργα μπαρόκ μουσικής του 17ου αιώνα, που γράφτηκαν μετά το 1660, έτος θανάτου του Κρόμγουελ, που σηματοδότησε το τέλος μιας δεκαοκτάχρονης "δικτατορίας", κατά τη διάρκεια της οποίας το υπό τον έλεγχο των Πουριτανών βρετανικό κοινοβούλιο απαγόρευσε -για θρησκευτικούς λόγους- τη δημόσια εκτέλεση σκηνικών έργων, διαλύοντας ουσιαστικά τη μουσικοθεατρική ζωή της Αγγλίας. Η άνοδος στο θρόνου του βασιλιά Καρόλου του Β’ πυροδότησε την επιστροφή της μουσικής και θεατρικής διασκέδασης. H οργάνωση της μουσικής ζωής με βάση τα πρότυπα της γαλλικής αυλής του αποκαλούμενου "βασιλιά-ήλιου" Λουδοβίκου 14ου οδήγησε -μεταξύ άλλων- στην άνθηση του μουσικοθεατρικού είδους της "Semi-Opera" με ομιλούμενους διαλόγους, τα σημαντικότερα δείγματα του οποίου υπέγραψε ο οργανίστας και συνθέτης Πέρσελ.
Στο πρώτο μέρος της matinée προσφέρθηκε η "Σουίτα από άριες για το θέατρο", που αποτελείται από τις πιο δημοφιλείς εισαγωγές, "γαλλικούς" χορούς και άλλα ενόργανα κομμάτια από τα σκηνικά του έργα "Αμπντελαζέρ", "Η βασίλισσα των ξωτικών", "Βασιλιάς Αρθούρος", "Η ενάρετη σύζυγος" και "Τίμων ο Αθηναίος" του Πέρσελ, την οποία "κυκλοφόρησε" μετά θάνατον (1697) η χήρα του. Τα σύντομα, γαλλικής κομψότητας κομμάτια απέδωσαν με καλλιεργημένο ήχο, λεπταίσθητες διακυμάνσεις δυναμικής, ρυθμομελωδική ακρίβεια, λικνιστική διάθεση και εκφραστικότητα η Πότζερ και οι μουσικοί του BRSO barock.
Ακολούθησε το επηρεασμένο από την ιταλική μουσική (και δη τα έργα του Βιβάλντι) 1ο Κοντσέρτο για βιολί (BWV 1041) του Γ.Σ. Μπαχ, που ερμήνευσε διευθύνοντας από το βιολί η Πότζερ. Η άψογη ορθοτονία και η καλλιεργημένη λεπτομέρεια φραστικής της σολίστ με αβίαστα περάσματα από νότα σε νότα, η αίσθηση χιούμορ, ο παιχνιδιάρικος διάλογος με τα σβέλτα έγχορδα του συνόλου διασφάλισαν μιαν εκτέλεση οργανικά συνεκτική, μουσικότατη και υφολογικά ενημερωμένη.
Παρά το σαφώς ορατό γαλλικό αποτύπωμα, η γραφή της "Σονάτας για δύο όμποε, δύο βιολιά, δύο βιόλες και σταθερό βάσιμο ΤWV 50:4" του Τέλεμαν δεν στερείται γερμανικών και ιταλικών επιρροών ως προς την αντίστιξη ή τα μελωδικά θέματα. Τη στυλιστικά ανεπίληπτη ερμηνεία χρωμάτισαν οι ποιητικές συνεισφορές των δύο όμποε, προεξάρχοντος αυτού του Σίλλι!
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με μία από κάθε άποψη έξοχη απόδοση της Σουίτας από τον "Αρχοντοχωριάτη" του Λυλλύ, το λαμπρότερο δείγμα "κωμωδίας-μπαλέτου", του πιο δημοφιλούς μουσικοθεατρικού είδους της εποχής του "Βασιλιά Ήλιου". Από την αριστοκρατική εισαγωγή ξεκινάει μια σειρά εμπνευσμένων χορών (με αποκορύφωμα το δημοφιλές τουρκικό εμβατήριο αλλά και τις Σακόν για φιγούρες της Κομμέντια ντελ’άρτε) που αποτυπώνουν ιδανικά τις κωμικές καταστάσεις και τη διάχυτη ειρωνεία του θεατρικού του Μολιέρου. Η Πότζερ και οι Βαυαροί μουσικοί ενστάλαξαν στη Σουίτα όλη τη φινέτσα, τη θεατρικότητα και την πνευματώδη διάθεση που απαιτείτο για τη δικαίωσή της. Καθαρή απόλαυση!
Κεντρική Φωτογραφία: Η αρχική σκηνή του "Τροβατόρε" του Βέρντι στην κατά Ολιβιέ Πυ εκδοχή (Μόναχο, Κρατική Όπερα Βαυαρίας, 3/5): η τυφλή Λεωνόρα (Ρέιτσελ Ουίλλις-Σόρενσεν – δεξιά) αδυνατεί να ξεχωρίσει τον Μανρίκο (Πιοτρ Μπετσάλα – αριστερά) από τον Κόμη ντι Λούνα (Άρτουρ Ρουτσίνσκι – κέντρο) © Geoffroy Scheid

