Τον Arvo Pärt μου τον σύστησε ο χορός. Ήταν νομίζω στις αρχές της δεκαετίας του 2000, στο Θέατρο Δάσους της Θεσσαλονίκης, όταν άκουσα για πρώτη φορά πραγματικά τη μουσική του. Το Für Alina έκλεινε την τελευταία χορογραφία ενός τρίπτυχου των Nederlands Dans Theater. Από την ίδια την παράσταση θυμάμαι ελάχιστα: δύο πρώτα μέρη με περισσότερο νεοκλασσικό λεξιλόγιο (το πρώτο σε μουσική του Janacek) και ένα τρίτο με μια χορογραφική γλώσσα αρκετά θεατρική, έναν κινούμενο τοίχο και έναν άντρα να πέφτει από ύψος. Θυμάμαι παρόλα αυτά στο τέλος το θέατρο να αδειάζει κι εγώ βαθιά συγκινημένη ακίνητη στη θέση μου, ανίκανη να σηκωθώ.
Ανακαλώ κάποιες φορές αυτή την εμπειρία. Ο άρτια εκτελεσμένος χορός, ο συνολικός ρυθμός της βραδιάς, η μουσικότητα της παράστασης και οι συνειρμοί που ενεργοποίησε η χορευτική αφήγηση, ενισχυμένα από την εμβυθιστική συνθήκη του θεάτρου, συνέβαλαν στη συν-αισθηματική αυτή επίδραση. Ωστόσο, η μετάβαση από την συγκεντρωμένη παρακολούθηση στην αναπάντεχη υπερχείλιση της συγκίνησης πυροδοτήθηκε από τη γραφή του Arvo Pärt. Ή τουλάχιστον έτσι έχει πια καταχωρηθεί στη μνήμη. Η δωρική χρήση της μουσικής πρώτης ύλης του πιάνου γεμάτη υπολανθάνουσες εντάσεις, οι αργές ανοδικές μελωδικές γραμμές, οι απρόσμενα αραιές συγχορδίες στις χαμηλές φωνές, η αίσθηση της μετεώρησης και της διαστολής που προκαλούν οι αντηχήσεις κάθε νότας καθώς σβήνουν, κρατημένες από τα πεντάλ.

Το έργο, ανακάλυψα αργότερα, αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα της τεχνικής tintinnabuli, της προσωπικής συνθετικής γλώσσας που έχει αναπτύξει ο Pärt. Η τεχνική αυτή απογυμνώνει τη μουσική από κάθε "περιττό" στοιχείο. Βασίζεται σε δύο φωνές που συνυπάρχουν αντιστικτικά: μια μελωδική φωνή, η οποία κινείται μέσα σε μια συγκεκριμένη κλίμακα ή τρόπο και συχνά ακολουθεί τον ρυθμό ενός κειμένου, και μια δεύτερη φωνή που οργανώνεται αυστηρά γύρω από τις νότες της τονικής τριάδας, σύμφωνα με συγκεκριμένους μαθηματικούς κανόνες. Αντίστοιχα προκύπτουν οι παράλληλες μελωδικές φωνές.
Η τριάδα μιας συγχορδίας ηχεί, κατά τον ίδιο τον συνθέτη, σαν καμπάνα, δημιουργώντας ένα ηχητικό εφέ που ενισχύεται από τεχνικές της εκτέλεσης. Tintinnabuli άλλωστε σημαίνει στα λατινικά "μικρή καμπάνα".

Η τεχνική αυτή παράγει ηχητικά τοπία ταυτόχρονα απλά και εξαιρετικά σύνθετα, ενώ η αίσθηση της καμπάνας καθώς ακόμη πάλλεται (κάτι που ο Pärt επιτυγχάνει με τεχνικές όπως μία άηχη συγχορδία στο πιάνο που απελευθερώνει τη δόνηση των χορδών ή την ιδιαίτερη χρήση του πεντάλ) δίνει την αίσθηση ενός "επέκεινα".
Ίσως αυτή η παράδοξα υπερβατική διάσταση να είναι εκείνη που πυροδοτεί την εσωτερική τρυφερή συγκίνηση, -ένα συναίσθημα δύσκολο περιγραφεί χωρίς να ακουστεί κάπως υπερβολικό ή βαρύγδουπο. Στη συναυλία που παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες στο Ηρώδειο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου μια ανάλογη αίσθηση με διαπέρασε εξίσου αναπάντεχα. Το πρόγραμμα ήταν "χειρουργικά" μελετημένο: ξεκίνησε με ένα περισσότερο "κοσμικό" έργο του συνθέτη, πέρασε μέσα από την αφήγηση μιας παραβολής και κορυφώθηκε με τα αμιγώς θρησκευτικά του έργα. Στον ανοιχτό, και φορτισμένο -ιστορικά και αισθητηριακά- χώρο του ρωμαϊκού ωδείου, η Χορωδία και η Ορχήστρα Δωματίου του Ταλίν, υπό τη διεύθυνση του Tõnu Kaljuste, μας οδήγησαν σταδιακά από τον πολύβουο καθημερινό κόσμο στο πυκνό "εδώ και τώρα" της συναυλιακής συνθήκης, χαρτογραφώντας μια εσωτερική διαδρομή που διατρέχει διαφορετικές όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας.

Το πρόγραμμα άνοιξε με το Für Lennart in memoriam (2006), έργο που ο Arvo Pärt συνέθεσε στη μνήμη του πρώην προέδρου της Εσθονίας Lennart Meri και το οποίο ακούστηκε για πρώτη φορά στην κηδεία του. Η αρχική μελωδία εισάγεται από τα βιολιά και τις βιόλες σε αργό ρυθμό, με μια λιτή γραμμή που συγκινεί χωρίς να γίνεται μελοδραματική. Οι μεγάλες παύσεις και οι επαναλήψεις της εναλλάσσονται με αποσπάσματα κουρδισμένα με τέτοιο τρόπο ώστε τα έγχορδα να ανακαλούν τον ήχο του εκκλησιαστικού οργάνου, προσδίδοντας στο έργο μια αίσθηση εκκλησιαστικής τελετής. Βασισμένο άλλωστε σε ένα παλιότερό του έργο, την Έκτη Ωδή του Kanon Pokajanen, μεταφέρει στον ήχο των οργάνων τη δομή και τον στοχαστικό χαρακτήρα της προσευχής. Το συγκεκριμένο έργο, που ωστόσο, παραμένει μουσικά συνδεδεμένο με την επίγεια κοσμική εμπειρία, κατοικώντας σε εκείνο το μεταίχμιο όπου η τελετουργία (εδώ του αποχαιρετισμού) λειτουργεί ως μετάβαση από και προς την καθημερινή ανθρώπινη ζωή.
Ακολούθησε το L’Abbé Agathon (2004), ίσως το πιο αφηγηματικό έργο του προγράμματος. Βασισμένο σε μια ιστορία από τα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, εξιστορεί τη συνάντηση του αββά Αγάθωνα με έναν λεπρό, στα αιτήματα του οποίου ο πρώτος ανταποκρίνεται θετικά με προθυμία. Μόνο στο τέλος της αφήγησης αποκαλύπτεται ότι ο λεπρός ήταν στην πραγματικότητα ένας άγγελος μεταμορφωμένος. Εδώ η μουσική αποκτά σχεδόν θεατρική διάσταση. Τα έγχορδα άλλοτε ακολουθούν τον βηματισμό του οδοιπόρου και άλλοτε σχολιάζουν διακριτικά τη δράση, ενώ οι φωνές αφηγούνται το κείμενο στα γαλλικά με μια λιτότητα που αναδεικνύει τις αφηγηματικές δυνατότητες κάθε λέξης.

Η ερμηνεία της σοπράνο Maria Listra υπήρξε υποδειγματική. Ιδιαίτερα στα σχεδόν άυλα pianissimo του τέλους, η φωνή της έμοιαζε να χάνεται μέσα στον χώρο διατηρώντας τη δραματική της πυκνότητα. Συγκινητικός υπήρξε επίσης ο τρόπος με τον οποίο ο Tõnu Kaljuste καθυστέρησε ανεπαίσθητα τη στιγμή του χειροκροτήματος, διευθύνοντας με τις μεγάλες του παλάμες τόσο την αντήχηση των οργάνων όσο και την ανάσα μας στα λίγα δευτερόλεπτα σιωπής που ακολούθησαν το τέλος της μουσικής.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα περισυλλογής, η ίδια η παραβολή με έκανε να σκεφτώ πόσο διαφορετικά μπορεί να νοηθεί η ευαλωτότητα και η φροντίδα. Ο αββάς υπηρετεί τον λεπρό χωρίς να γνωρίζει την "πραγματική" του ταυτότητα. Η πράξη του δεν υπαγορεύεται από μια προσδοκία ανταμοιβής ούτε από την ανάγκη επίδειξης κάποιας μορφής ανωτερότητας. Ο αδύναμος δεν εμφανίζεται ως αντικείμενο οίκτου. Η φροντίδα προσφέρεται αβίαστα. Η παρουσία του άλλου αρκεί.

Το πρώτο μέρος κορυφώθηκε με το Stabat Mater (1985/2008), ένα από τα πιο σπαρακτικά έργα της βραδιάς. Πάνω στο μεσαιωνικό κείμενο που εξιστορεί τη θλίψη της Παναγίας κάτω από τον σταυρό, ο Pärt οικοδομεί μια μουσική όπου οι φωνές και τα έγχορδα κινούνται με τελετουργική βραδύτητα. Οι χορωδοί εκφέρουν το λατινικό κείμενο σχεδόν συλλαβικά, δίνοντας έμφαση σε κάθε λέξη. Οι μελωδικές γραμμές είναι λιτές, με κάποιον τρόπο ασκητικές, ενώ τα έγχορδα τις υποστηρίζουν τις μελωδικές γραμμές με συγχορδίες, παύσεις και παρατεταμένους φθόγγους. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του έργου είναι η αίσθηση αναστολής του χρόνου. Οι σιωπές αποκτούν βαρύτητα ισότιμη με εκείνη των ήχων, ενώ κατά στιγμές τα έγχορδα εισάγουν πιο ορμητικές χειρονομίες που παραπέμπουν στη μουσική του μπαρόκ, πριν υποχωρήσουν ξανά στη χαρακτηριστική γαλήνια αίσθηση του έργου. Ακόμη και με αυτές τις εναλλαγές η μουσική δεν οδηγείται σε κάποια κορύφωση. Μακριά από κάθε δραματική έξαρση ή περιγραφική αναπαράσταση του πόνου, ο συνθέτης δημιουργεί τις συνθήκες για μια στοχαστική συνάντηση με τη θλίψη, την απώλεια και το πένθος.

Ο ίδιος ο Pärt συνθέτης έχει παρομοιάσει το Stabat Mater με "λάβα που χύνεται στο νερό": τη συνάντηση της οδύνης και της παρηγοριάς. Πράγματι, σε όλη τη διάρκειά του η θλίψη παραμένει παρούσα, χωρίς να εξαλείφεται ή να εξιδανικεύεται. Ως μια υπόμνηση, μια ήσυχη υπενθύμιση της ποιητικής ζωτικότητας του πένθους και του τρόπου με τον οποίο αυτό διαπερνά πλουτίζει και πυκνώνει την ίδια τη ζωή.
Ένα σύντομο διάλειμμα έφερε για λίγο πίσω την πραγματικότητα· για λίγο μόνο.
Το δεύτερο μέρος άνοιξε με το Magnificat (1989), ένα έργο γραμμένο για a cappella χορωδία, βασισμένο στο ομώνυμο κείμενο από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Η γραφή του είναι εξαιρετικά λιτή: αργές κινήσεις, παρατεταμένες συγχορδίες, μεγάλες παύσεις, ελάχιστη δραματική ανάπτυξη. Αντί να αφηγείται ή να κορυφώνεται, η μουσική μοιάζει να "περιβάλλει" το κείμενο. Ο χρόνος δεν φαίνεται να προχωρά· αντίθετα, διαστέλλεται διαρκώς μέσα σε μια αέναη ταλάντωση. Στην αίσθηση αυτή συμβάλλουν τα εμβόλιμα μελωδικά σχήματα που παραπέμπουν σε "παλαιά μουσική", θρυμματίζοντας τη διάκριση ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Δημιουργείται έτσι η αίσθηση ενός μετέωρου παρόντος, ενός τελετουργικού χρόνου που αιωρείται λίγο έξω από τον καθημερινό.

Αντίστοιχη αίσθηση διατήρησε και το Te Deum (1984/85, αναθεώρηση 2007), το τελευταίο έργο του προγράμματος. Ένα κομμάτι για μεγάλη χορωδία, έγχορδα, προετοιμασμένο πιάνο και ηχογραφημένο wind harp. Το κείμενο βασίζεται στον λατινικό ύμνο Te Deum laudamus (4ος αιώνας), έναν από τους παλαιότερους χριστιανικούς ύμνους δοξολογίας.
Η μουσική αναπτύσσεται σε μεγάλα ηχητικά τόξα. Γραφές που θυμίζουν γρηγοριανό μέλος, ισοκράτες που ανακαλούν τη βυζαντινή παράδοση και πιο δυτικότροπα, συγκερασμένα οργανικά μέρη συνυπάρχουν και συγχωνεύονται το ένα το άλλο. Δημιουργείται έτσι η αίσθηση μιας παράλληλης χρονικότητας και, ταυτόχρονα, μιας αναστολής του βιωμένου γραμμικού χρόνου. Δημιουργείται μια συνθήκη εντατένισης, αντίστοιχη με εκείνη της έκθεσης για ώρα στη σιωπή και την απεραντοσύνη ενός αχανούς τοπίου ή της συμμετοχής σε μια συλλογική τελετουργία. Στιγμές όπου η βιωμένη αισθητηριακή εμπειρία διαστέλλεται και μας καθιστά δεκτικούς σε όσα ήδη είναι εκεί, αλλά τείνουν να μας διαφεύγουν.

Η γραφή της σύνθεσης χαρακτηρίζεται από αρχιτεκτονική καθαρότητα, εσωτερικές εντάσεις, συναισθηματικές δυναμικές και μια δύναμη σχεδόν υπνωτική. Η χρήση των γυναικείων φωνών, που υψώνονται σε μια πιο "αγγελική" χροιά, και των ανδρικών, που παραπέμπουν σε εκκλησιαστικό βίωμα, αξιοποιεί ένα οικείο στερεοτυπικό σχήμα. Ο τρόπος όμως με τον οποίο αυτό μεταποιείται στο εσωτερικό της μουσικής κατασκευής το υπερβαίνει και το αποσταθεροποιεί. Οι εναλλαγές φωνών, οι αποκλίνουσες επιστροφές μελωδικών μοτίβων, τα πιο ορμητικά οργανικά περάσματα και οι διευρυμένες δυναμικές ενέχουν μια μορφή θεατρικότητας.
Μια θεατρικότητα η οποία, ωστόσο, δεν δίνει την αίσθηση πως είναι τεχνητή. Όπως η ένταση της πίστης και η κατάνυξη καθιστούν διαφανές κάθε στοιχείο τεχνητότητας μιας θρησκευτικής τελετής, έτσι και στο κλειστό σύστημα της συναυλίας η υπερβατική αυτή διάσταση φορτίζεται ταυτόχρονα από κοσμικά νοήματα. Ενσαρκώνοντας στην ύλη της μουσικής αυτό το "άυλο και χαμένο, αλλά ταυτόχρονα υπαρκτό πέρα από εμάς", όπως το περιγράφει ο Arvo Pärt, τοποθετεί εμάς, τις ακροάτριες/ες στο κέντρο.
Με εντυπωσιάζει ακόμη πως τα απτά μέσα της μουσικής μπορούν να ανοίγουν τόσο διευρυμένα βιωματικά πεδία· να συνδέουν το μέσα και το έξω, εμάς με τους άλλους και με τον κόσμο, το σήμερα με το τότε και το έπειτα, το εδώ με το πέρα. Δεν είμαι θρησκευόμενος άνθρωπος. Εκτιμώ όμως βαθιά εκείνο το κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας που σχετίζεται με τη μεταφυσική, την πίστη, την ανάγκη και τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος επιδιώκει να υπερβαίνει τον εαυτό του. Άλλωστε, ακόμη και οι πιο κοσμικές μας πεποιθήσεις —η πίστη στον άνθρωπο, στη δικαιοσύνη, στον πολιτισμό, στην ίδια τη δυνατότητα της αλλαγής, στην επανάσταση— δεν περιέχουν άραγε ένα στοιχείο εμπιστοσύνης σε κάτι μεγαλύτερο που ενυπάρχει βαθιά ριζωμένο στο εγκόσμιο παρόν;

Ίσως γι’ αυτό η μουσική του Pärt να συγκινεί τόσο βαθιά ανθρώπους με διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Δεν απαιτεί να συμμερίζεσαι τη θρησκευτική της αφετηρία· αρκεί να αναγνωρίζεις την ανθρώπινη ανάγκη για νόημα, πίστη στη ζωή, αγάπη, παρηγοριά και υπέρβαση.
Φεύγοντας από το Ηρώδειο, σκεφτόμουν την πρώτη μου συνάντηση με το Für Alina, πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια. Και συνειδητοποιούσα ότι η ουσία της εμπειρίας παρέμενε η ίδια: η μουσική του Arvo Pärt κατορθώνει κάτι σπάνιο — να με κρατά ακίνητη, να με καθηλώνει και ταυτόχρονα να με μετακινεί βαθιά· να με μελαγχολεί και να με παρηγορεί· να μου υπενθυμίζει την τραγικότητα του κόσμου ενισχύοντας την πίστη και τη λαχτάρα για την ομορφιά του.

Οι ταλαντώσεις που αναδύονται από αυτή την ιδιαίτερη μουσική ύφανση καταφέρνουν να εμπεριέχουν —και ταυτόχρονα να πυροδοτούν— την επιθυμία για τη ζωή και τη θλίψη, την παρηγοριά και την απώλεια, την ευγνωμοσύνη για το μεγαλείο της
βιωμένης εμπειρίας και την υπόσχεση —η οποία μοιάζει να μην εκπληρώνεται ποτέ πλήρως— της λύτρωσης. Συναισθήματα ταυτόχρονα βαθιά πνευματικά, υπαρξιακά και, τελικά, πολιτικά.
Το νανούρισμα που επέλεξαν για encore μας επανέφερε στην πραγματικότητα. Ωστόσο, κάτι είχε ήδη μετακινηθεί: μια παράδοξα ασκητική κατάνυξη είχε για λίγο αναστείλει τη φρενήρη, βίαιη απομάγευση του κόσμου.

