© Θωμάς Δασκαλάκης
Με τρεις εντυπωσιακές βραδιές μουσικής ξεκίνησαν οι "Ημέρες Αποχαιρετισμού" στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών. Η ανακοίνωση της τελευταίας στιγμής από το Υπουργείο Πολιτισμού ότι το ρωμαϊκό κοίλο θα μπορούσε να ξαναλειτουργήσει για ακόμη ένα μήνα μέχρι τα τέλη Ιουνίου (πριν κλείσει για την πολυαναμενόμενη -τριετούς διάρκειας- ανακαίνιση) σίγουρα δεν επέτρεψε την ανάπτυξη από το νέο διευθυντή Μιχαήλ Μαρμαρινό ενός πιο ισχυρού καλλιτεχνικού προγραμματισμού στο πεδίο της κλασικής μουσικής. Κι όμως, το κοινό ανταποκρίθηκε κατακλύζοντας το Ηρώδειο σε 3 ετερόκλητες -και, για διαφορετικούς λόγους, όχι ιδανικές θεωρητικά για έναν τέτοιο χώρο- συναυλίες, όπου μάλιστα δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες ατμόσφαιρες για να απολαύσει κανείς τη μουσική. Κομβικής σημασίας υπήρξε το γεγονός ότι τα προγράμματα υπήρξαν δουλεμένα σε βάθος και ρονταρισμένα συναυλιακά.
Τις προάλλες (15/6), η συναυλία της Χορωδίας Δωματίου της Φιλαρμονικής της Εσθονίας και της Ορχήστρας Δωματίου του Ταλλίν υπό τον ιδρυτή τους, αρχιμουσικό Τόνου Καλιούστε με έργα του Άρβο Παιρτ περιελάμβανε το πρόγραμμα της περσινής τους διεθνούς περιοδείας με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από τη γέννηση του διάσημου Εσθονού συνθέτη.
Τα αντιπροσωπευτικά του λεγόμενου "ιερού μινιμαλισμού" θρησκευτικά έργα του Παιρτ, που γράφτηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους μετά τη μεταστροφή του (1972) στην ορθοδοξία, δικαιώνονται προφανώς περισσότερο όταν ερμηνεύονται σε μικρούς συναυλιακούς χώρους ή ακόμη καλύτερα σε εκκλησίες. Εν προκειμένω, τα σύνολα τοποθετήθηκαν στο πίσω μέρος της σκηνής του αχανούς Ηρωδείου και ο ήχος τους έτυχε διακριτικής πλην εξαιρετικής μικροφωνικής ενίσχυσης. Ήταν, όμως, τέτοια η ποιότητα του ορχηστρικού παιξίματος και του χορωδιακού τραγουδιού, ήταν τέτοια η υποβλητικότητα της μουσικής του Παιρτ, ήταν τέτοια η ησυχία που επέδειξε το κοινό (παρά τους σποραδικούς ήχους κινητών τηλεφώνων ή και …πυροτεχνημάτων εκτός του αμφιθεάτρου) που στην ουσία διασφαλίσθηκε -απρόσμενα αλλά και όλως ευπρόσδεκτα- η ατμόσφαιρα κατάνυξης μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας ή, για άλλους, η χαλαρωτική αίσθηση ζεν του ακροάματος!
Η πολύ στενή σχέση των συντελεστών με τον Παιρτ αλλά και με τα συγκεκριμένα έργα, πολλά εκ των οποίων γράφτηκαν ειδικά για αυτούς, εξηγούσε το πόσο φυσικά και αβίαστα ηχούσαν συνεχώς οι προσφερθείσες ερμηνείες. Οι λεπταίσθητες αποχρώσεις του ήχου και η ευρεία γκάμα της εκφραστικότητας (από την αυστηρότητα μέχρι τη θέρμη) της ορχηστρικής και φωνητικής γραφής, η ανεπίληπτη ορθοτονία του τραγουδιού, οι διακυμάνσεις της έντασης έγιναν αντιληπτές από τα δύο πρώτα έργα της βραδιάς, το ορχηστρικό κομμάτι "Εις μνήμην του Λένναρτ" (που γράφτηκε κατά παραγγελία του Λένναρτ Μέρι, πρώην προέδρου της Εσθονίας και φίλου του συνθέτη, για να παιχθεί στην κηδεία του!) και τη μελοποιημένη παραβολή του "Αββά Αγάθωνος", που απέδωσε εξαιρετικά η υψίφωνος Μαρία Λίστρα. Με κοινό χαρακτηριστικό τους ότι η δραματουργία προέκυπτε από τη μουσική, στο μεν πρώτο κομμάτι εντυπωσίασε η διαφάνεια και η ευελιξία των εγχόρδων, στο δεύτερο το αιθέριο τίμπρο της σοπράνο με τα προσεγμένα πιάνι και σβησίματα αλλά και τις αδόκητες εκτινάξεις στη φωνητική στρατόσφαιρα, όπως και η καθαρή άρθρωση της γαλλικής, σημαντική για τη νοηματοδότηση της δραματικής αφήγησης.
Ακολούθησε το "Stabat Mater", το πρώτο μεγάλο έργο θρησκευτικής μουσικής, που απέδωσε 20μελές κλιμάκιο της χορωδίας. Θαύμασε κανείς εδώ τη δύναμη και τις εκλεπτύνσεις του χορωδιακού τραγουδιού, τα διακριτά, ακμαία και άριστης "προβολής" ηχοχρώματα των μελών της, δύο εκ των οποίων ανέλαβαν -μαζί με τη Λίστρα- και τα σολιστικά μέρη (ο κόντρα τενόρος Ντανίλα Φράντου και ο οξύφωνος Τούμας Τόχερτ). Θαύμασε ακόμη τις αιφνίδιες εκρήξεις της ορχήστρας που έσπαζαν την κυρίαρχη αίσθηση σιωπής, ακινησίας και κατάνυξης.
Μετά το διάλειμμα ακούσθηκαν χωρίς παύση δύο δοξαστικά έργα (επίσης της δεκαετίας του ‘80), το σύντομο "Magnificat" και το πιο εκτενές "Te Deum" (το οποίο περιελάμβανε προετοιμασμένο πιάνο και ηλεκτρονική απόδοση της προβλεπόμενης άρπας αέρος) από μεγαλύτερο (25μελές) χορωδιακό κλιμάκιο. Όπως και το "Stabat mater", αποτέλεσαν χαρακτηριστικά δείγματα της τόσο οικείας στον Παιρτ μινιμαλιστικής τεχνικής της αρμονίας του "τιντινναμπουλισμού" (ενός συνδυασμού μείζονος ή ελάσσονος τριάδος με ανιούσες ή κατιούσας διατονικές κλίμακες). Και εδώ ξεχώρισαν αφενός ο σπάνιας διαφάνειας και ευλυγισίας ήχος των εγχόρδων, αφετέρου η λαγαρή άρθρωση του λατινικού κειμένου και οι πρωτοφανείς διαβαθμίσεις δυναμικής και αποχρώσεις του χορωδιακού τραγουδιού, που επέτρεπαν να ακούγονται με απίστευτη ευκρίνεια όλες οι φωνητικές υποομάδες. Με εύροες ταχύτητες και μεριμνώντας για μελωδική και ρυθμική ακρίβεια ο 73χρονος Καλιούστε διασφάλισε ένα ακρόαμα υποβλητικό μεν, παλλόμενο δε διαρκώς από νηφάλιο ή ευγενές θρησκευτικό συναίσθημα.
Αποφόρτισε δε ευχάριστα την ατμόσφαιρα, αντιχαρίζοντας στις έντονες επευφημίες του κοινού το δίλεπτο "Εσθονικό νανούρισμα" του Παιρτ, ευκαιρία ν’ανθίσουν οι γυναικείες φωνές πάνω στο μουσικό καμβά που εξύφαναν τα πιτσικάτι των εγχόρδων. Μία έξοχη εμπειρία που βίωσαν πάνω από 4.000 θεατές!

Ακόμη περισσότεροι προσήλθαν στην εναρκτήρια (αποχαιρετιστήρια) εκδήλωση του Ηρωδείου, το ρεσιτάλ πιάνου του λίαν προβεβλημένου Βίκινγκουρ Όλαφσον (3/6). Στα 42 του χρόνια ο Ισλανδός πιανίστας συνιστά μια ιδιαίτερη περίπτωση καλλιτέχνη. Οι ηχογραφήσεις του για την Deutsche Grammophon έχουν αποσπάσει πολυάριθμα βραβεία και ξεπεράσει το 1 δισεκατομμύριο ακροάσεις διαδικτυακά, ενώ οι καλλιτεχνικές του επιλογές ξεχωρίζουν για την πρωτοτυπία και την ανατρεπτική ματιά τους σε μείζονα έργα της πιανιστικής φιλολογίας.
Όπως συνηθίζει, ο Όλαφσον ερμήνευσε (και) στο Ηρώδειο το πρόγραμμα του τελευταίου του CD υπό τον τίτλο "Opus 109", που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2025 με έργα Γ.Σ. Μπαχ, Μπετόβεν και Σούμπερτ, συνδετικό ιστό του οποίου αποτέλεσε ότι όλα τα έργα ήσαν γραμμένα στην τονικότητα της μι μείζονος και ελάσσονος.
Ο σολίστ έπαιξε όλα τα κομμάτια δίχως παύσεις μεταξύ τους, περνώντας από το ένα στο άλλο, ενώ ζήτησε από το ακροατήριο -και πέτυχε!- να μη χειροκροτά ενδιάμεσα. Αναπόδραστα αυτή η επιλογή θόλωσε πολύ τον αντίκτυπο του ρεσιτάλ, που εστιάσθηκε στην αισθητική απόλαυση των ατμοσφαιρών που δημιουργούσε η μουσική σε συνθήκες αντίστοιχες των δημοφιλών εσχάτως "Candlelight concerts", με φόντο βέβαια εν προκειμένω το υποβλητικά φωτισμένο Ηρώδειο!
Χωρίς να αμφισβητείται κατ’ ελάχιστο η υψηλή συγκέντρωση και η ποιότητα του παιξίματός του, τούτη η επί 80 σχεδόν λεπτά αέναη ακολουθία από νότες ουδόλως διευκόλυνε την πρόσληψη και αποτίμηση -ει μη μόνο από τους πιο ψαγμένους φιλόμουσους- των ερμηνειών έργων αρκετά διαφορετικών μεταξύ τους, παρά τη συγγένεια της τονικότητας.
Η έμφαση στη δομή των έργων και η εγκεφαλική διάσταση των ερμηνειών σίγουρα δικαίωσαν εντελέστερα τα κομμάτια του Γ.Σ. Μπαχ, και δη την μνημειώδη 6η Παρτίτα σε μι ελάσσονα για πληκτροφόρο BWV 830, που παίχθηκε στο μέσο του προγράμματος. Αναδεικνύοντας -με ανεπίληπτη ρυθμική ακρίβεια- τις πολυφωνικές αρετές της γραφής περισσότερο από τις δραματικές της χειρονομίες, ο Όλαφσον φώτισε με ρευστότητα τις αφηρημένες μουσικές κατασκευές που ο Γερμανός συνθέτης άντλησε/"γέννησε" μέσα από την ακολουθία χορών του μπαρόκ, χωρίς να προσπερνά την αναγκαία χάρη και ποιητικότητα. Η γλυκόπικρη χρωματικότητα του σύντομου "Πρελουδίου" σε μι μείζονα BWV 854 (από το πρώτο βιβλίο του έργου "Το καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο"), με το οποίο άνοιξε το ρεσιτάλ, προβλήθηκε με ανάλογη γλαφυρότητα.
Εκατέρωθεν της Παρτίτας, ο Όλαφσον ερμήνευσε δύο σονάτες 15λεπτης διάρκειας, γραμμένες σε μι ελάσσονα, την 27η του Μπετόβεν και την ημιτελή 6η D. 566 του Σούμπερτ. Ο ιδιότυπος λυρισμός και οι αμέτρητες φωτοσκιάσεις της 27ης Σονάτας του Μπετόβεν αποδόθηκαν επιτυχημένα, με εύπλαστη φραστική αλλά και αρκετά νηφάλιο συναίσθημα. Αυτό ήχησε ακόμη πιο αποστασιοποιημένο στην εξόχως στοχαστική προσέγγιση της ημιτελούς 6ης Σονάτας του Σούμπερτ, που φώτισε τις μπετοβενικές της καταβολές.
Σε ό,τι αφορά το κυρίως έργο, την 30ή Σονάτα (το opus 109 που έδωσε τον τίτλο στο CD) του Μπετόβεν, αυτό αποδόθηκε με σβέλτα τέμπι, πεντακάθαρες αυξομειώσεις δυναμικής, ωραία προβολή των αντιθέσεων της γραφής και σαφή αφηγηματική ευφράδεια. Στην ιδιαίτερη "νεορομαντική" -θα λέγαμε- ματιά του Όλαφσον ήταν προφανές ότι ο τονισμός της φωτεινής διάστασης του έργου θα οδηγούσε στην άμβλυνση της διάχυτης νοσταλγικότητας και της θλίψης, με την οποία αυτό παγίως συνδέεται…
Παρά τις δικαιολογημένες ενστάσεις που θα μπορούσε να εγείρει κανείς ως προς την "άποψη" και την μια κάποια αίσθηση ομοιομορφίας των εκτελέσεων, δύσκολα θα μπορούσε ν’αμφισβητήσει την ομορφιά του πιανιστικού ήχου (τι μπάσα!), την τεχνική αρτιότητα του παιξίματος, τον τελειοθηρικό διάλογο δεξιού και αριστερού χεριού του σολίστ.
Οι δε θυελλώδεις επιδοκιμασίες του κοινού του Ηρωδείου κατέδειξαν γιατί αυτή η σχεδόν εμμονική λογική πειστικής κατάδειξης της διαχρονικής ροπής του concept του Όλαφσον βρίσκει διαρκώς αποδέκτες! Όχι απρόσμενα προκάλεσαν 4 ανκόρ, εκ των οποίων 3 του Γ.Σ. Μπαχ (δύο πιανιστικές μεταγραφές του αργού μέρους από την 4η Σονάτα για όργανο και της δημοφιλούς άριας από την 3η Σουίτα για ορχήστρα, αλλά και την εμβληματική άρια από τις "Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ") και μία συναρπαστική 6η Σπουδή του Γκλας.

Ενδιάμεσα (10/6), η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον καλλιτεχνικό της διευθυντή Λουκά Καρυτινό (του οποίου η θητεία είχε μόλις ανανεωθεί για ακόμα μία τριετία) χάρισε την πρώτη από τις δύο φεστιβαλικές συναυλίες που είναι αφιερωμένες στον Μάνο Χατζιδάκι με αφορμή την περσινή -αλλά φέτος εορταζόμενη- 100ή επέτειο από τη γέννησή του.
Η συναυλία αποτέλεσε το πρώτο σκέλος ενός αφιερώματος στην "Αμερική του Μάνου" και περιελάμβανε δύο από τα έργα που γράφτηκαν κατά τα 6 χρόνια που ο συνθέτης έζησε στις Ηνωμένες Πολιτείες (στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘60). Πριν από το κοσμαγάπητο "Χαμόγελο της Τζοκόντας" (1965), ακούσθηκε η πιο σπάνια παιζόμενη μουσική που συνέθεσε τρία χρόνια αργότερα (το 1968) για την κινηματογραφική ταινία "Blue" (ή "Βρώμικα παλικάρια" κατά την ελληνική απόδοση) του Καναδού σκηνοθέτη Σίλβιο Ναριζάνο.
Το ίδιο ακριβώς πρόγραμμα είχε διευθύνει ο Καρυτινός, αρχιμουσικός άκρως εξοικειωμένος με το χατζιδακικό σύμπαν, το Νοέμβριο του 2015 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, επικεφαλής τότε της Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ.
Στερημένο από την εικόνα (έστω ενός κατά γενική ομολογία αποτυχημένου γουέστερν), το ατμοσφαιρικό "Blue" -που αποτελούσε μία από τις αγαπημένες συνθέσεις του Χατζιδάκι- δύσκολα κρατούσε το ενδιαφέρον, παρά την άρτια απόδοση ορχήστρας και αρχιμουσικού, το αισθαντικό παίξιμο του κιθαριστή Γιώργου Τοσικιάν και …τη μικροφωνική ενίσχυση του ήχου. Με την εξαίρεση του αρχικού θέματος και του συγκινητικού φινάλε ("Ο θάνατος του Μπλου") το μεγαλύτερο μέρος του έργου δημιουργούσε εικόνες και κλίματα, που θα τύγχαναν καλύτερης εκτίμησης σε κλειστό χώρο.
Το απόλυτο sold out του Ηρωδείου οφειλόταν, βέβαια, στην ευκαιρία ζωντανής ακρόασης του "Χαμόγελου της Τζοκόντας", έργου-ορόσημου για τη μεταπολεμική ελληνική δημιουργία, στο βαθμό που αμφισβητεί τα στεγανά μεταξύ λόγιου και λαϊκού. Την 35λεπτης διάρκειας σύνθεση διαπνέουν οι πολλαπλές μορφές μιας γυναίκας/μάνας, που προβάλλονται με μια ακολουθία συμβολισμών με φόντο τη μοναξιά και την αλλοτρίωση της αμερικανικής μεγαλούπολης, ως μετωνυμία της σύγχρονης ζωής.
Είναι αμφίβολο κατά πόσο και αυτή η ώριμη έκφραση του λυρικού κόσμου του Χατζιδάκι, που κινείται μεταξύ συμφωνικής και δημοφιλούς μουσικής, μπορεί να δικαιωθεί σε έναν τεράστιο χώρο όπως αυτόν του Ηρωδείου και με τόσο εκτεταμένη μικροφωνική ενίσχυση (δικαιολογημένη σίγουρα μόνο για τα τρία νυκτά έγχορδα, τις κιθάρες των Γιώργου Τοσικιάν και Αριστείδη Χατζησταύρου και του μαντολίνου της εξαιρετικής Βιβής Γκέκα, το τσέμπαλο -νυκτό πληκτροφόρο- ή ακόμη τη φυσαρμόνικα του Κώστα Βλαχόπουλου). Επίσης είναι κρίμα που η νοσταλγικότητα και οι τρυφερές ατμόσφαιρες του έργου διαρρηγνύονταν συνεχώς από το ασταμάτητο χειροκρότημα του κοινού καθ’όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης.
Τούτα φυσικά δεν αναιρούν την ανεπίληπτη εκτέλεση της ΚΟΑ υπό την αέρινη διεύθυνση του Καρυτινού, στην οποία έλαμψαν οι κορυφαίοι των ξύλινων και των χάλκινων πνευστών (Νικόπουλος, Γιάννης Οικονόμου, Γιαννάκας, Αλέξανδρος Οικονόμου, Μαυρομμάτης, Σαλβάνος, Μπαλαμός), κυρίως όμως το εξαιρετικό -ρυθμικά και μελωδικά- τσέμπαλο της Σοφίας Ταμβακοπούλου, που αποτέλεσε τον αδιαμφισβήτητο αρμό του ακροάματος.
Εκτός προγράμματος, πέρα από την επανάληψη του "Χορού με τη σκιά μου" (του τελευταίου κομματιού του έργου), σημειώνεται η επιτυχημένη απόδοση ενός medley με θέματα ("Το αστέρι του βοριά", "Οι δρόμοι της Κωνσταντινούπολης") από την ταινία "Αμέρικα, Αμέρικα" του Ελία Καζάν. Το "αστέρι του βοριά" είχε, εξάλλου, παίξει λίγο νωρίτερα -σε δική του διασκευή- και ο Τοσικιάν σαν ανκόρ μετά το πέρας του "Blue".
Σε κάθε περίπτωση, η αποθέωση των συντελεστών και η διάχυτη ευφορία των πολυπληθών θεατών έλεγαν πολλά για την αδιαμφισβήτητη επιτυχία της συγκεκριμένης βραδιάς και την αμείωτη σαγήνη της μουσικής του Χατζιδάκι…
Κεντρική φωτογραφία: Η Εσθονή υψίφωνος Μαρία Λίστρα ερμηνεύει τη μελοποιημένη παραβολή "Ο Αββάς Αγάθων" του Παιρτ συνοδευόμενη από την Χορωδία Δωματίου της Φιλαρμονικής της Εσθονίας και την Ορχήστρα Δωματίου του Ταλλίν υπό τον Τόνου Καλιούστε (Ηρώδειο-Φεστιβάλ Αθηνών, 15/6) © Θωμάς Δασκαλάκης
