Θα είναι ψέματα αν πούμε ότι ο Moby κρατιέται στην πρώτη γραμμή της καλλιτεχνικής επικαιρότητας: παρότι παραμένει δισκογραφικά ενεργός, οι δουλειές που καταθέτει τα τελευταία χρόνια δεν απασχολούν ούτε τον Τύπο, ούτε τους καταλόγους επιτυχιών.
Παρ' όλα αυτά, ο 60χρονος Νεοϋορκέζος είναι ακόμα σε θέση να 'ρχεται στην Ελλάδα ως επικεφαλής ενός μεγάλου καλοκαιρινού φεστιβάλ –εν προκειμένω του Release Athens, το οποίο θα τον υποδεχτεί την Τετάρτη 1/7 στην Πλατεία Νερού. Κι αυτό δεν εξηγείται τόσο απλά, ακόμα κι αν συνυπολογίσουμε τη γνώριμη παρελθοντολαγνεία του εγχώριου κοινού ή τη μεγάλη αγάπη που του έχει δείξει ήδη από το καλοκαίρι του 1996 (30 χρόνια πριν), όταν τον πρωτοείδαμε στο Rock Of Gods Festival, στη Δραπετσώνα. Άλλωστε πρόκειται για μια σχέση που χρειάζεται ν' ανανεωθεί, καθώς έχει κάμποσο καιρό να φανεί στα μέρη μας για συναυλία.

Φυσικά, ο Moby ευτύχησε να γνωρίσει σπουδαίες δόξες, αφού στο γύρισμα μεταξύ 20ού και 21ου αιώνα λίγοι είχαν τη δική του δημοφιλία. Την οποία, ως γνωστόν, όφειλε στα 12.000.000 αντίτυπα που πούλησε το άλμπουμ Play (1999), αφήνοντας αναγνωρίσιμα παγκόσμια σουξέ σαν το "Why Does My Heart Feel So Bad?" και το "Natural Blues". Έτσι, όταν έβγαλε το άλμπουμ 18 (2002), μεγάλο μέρος του πλανήτη είχε καταληφθεί από Moby-μανία, κάτι που προξένησε την αντίδραση του περιοδικού Slate, το οποίο είχε αναλάβει τον σχολιασμό της αμερικανικής επικαιρότητας για την πρώτη γενιά που πρωτρύπωνε (και πρωτοχανόταν) στο ίντερνετ: ο Ted Widmer αδυνατούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που είχε μετατρέψει "έναν 36χρονο ερημίτη που μπορούσε και δεν μπορούσε να παίξει κιθάρα" σε τέτοιον αστέρα.
Κάπως έτσι, βέβαια, αρχίζουν συζητήσεις οι οποίες δεν γίνεται να εξαντληθούν εδώ. Με λίγα λόγια, παρά την τεράστια παρακαταθήκη τους στη disco, στο house και στο Detroit techno, οι Ηνωμένες Πολιτείες της δεκαετίας του 1990 δεν κατάφεραν ούτε να κατανοήσουν, ούτε και να παρακολουθήσουν την έκρηξη της ευρωπαϊκής electronica. Με την εξαίρεση του Moby και των Prodigy, όλα αυτά δεν (πολυ)ξεπέρασαν ποτέ τα όρια της club κουλτούρας. Ο Moby, μάλιστα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μπορεί οι Αμερικανοί να τον πήραν χαμπάρι με το Play, αλλά στη δική μας ήπειρο τον αγκαλιάσαμε ήδη από το 1991, όταν το "Go" βρέθηκε στο top-10 της Βρετανίας. Ακόμα και στην Ελλάδα, τα μουσικά περιοδικά επαίνεσαν δίσκους όπως το Everything Is Wrong (1995), ενώ τα ραδιόφωνά μας τίμησαν δεόντως το "Feeling So Real" ή τη διασκευή του στο "That's When I Reach For My Revolver". Η οποία έφερε κοντά του και το ροκ κοινό, που λίγο αργότερα θα γινόταν σταθερός θαμώνας στις αθηναϊκές του συναυλίες.

Ασφαλώς, πάνε πολλά χρόνια από τότε και, όπως είπαμε και στην αρχή, εδώ και καιρό οι δίσκοι του Moby έχουν χάσει επαφή με τα όσα διαμορφώνουν την ηχητική επικαιρότητα του 21ου αιώνα. Ό,τι έχασε όμως σε καλλιτεχνικό βεληνεκές κατόρθωσε να το αναπληρώσει μετατρεπόμενος σε προσωπικότητα. Η στάση ζωής του, οι ιδέες του, οι ανησυχίες του, η θέλησή του να στέκεται με τους δικούς του όρους, κάνουν τις συνεντεύξεις του να διαβάζονται πολύ, ακόμα και από ανθρώπους που δεν τον ακολουθούν μουσικά.
Έτσι, η διαρκής δημοφιλία που εξακολουθεί κι απολαμβάνει δεν στηρίζεται στη νοσταλγία των πάλαι ποτέ 20άρηδων των 1990s (έστω κι αν υπάρχει και μια τέτοια παράμετρος). Έχει περισσότερο να κάνει με τις φλογερές του δηλώσεις για τα δικαιώματα των ζώων και την απόφασή του να ζει ως vegan, με την κριτική του απέναντι στη φήμη και στον πλούτο που τον ωθεί να παραχωρεί δωρεάν τη μουσική του (του αρκεί που διαθέτει σπίτι, αυτοκίνητο, φούτερ και φαγητό στο ψυγείο, έχει πει χαρακτηριστικά) ή με τις φιλοσοφικο-πολιτικές του επιθέσεις στον Ντόναλντ Τραμπ και στον Έλον Μασκ. Αποδεικνύει, λοιπόν, ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να μένεις "σχετικός".
