© Γιάννης Νέγρης
Είναι αλήθεια ότι παλιότερα βλέπαμε περισσότερες world music συναυλίες, πάντως το μικρό αυτό σύμπαν δεν έχει εξαλειφθεί: οι Tinariwen, λ.χ., παραμένουν ισχυρή σταθερά. Και το απέδειξαν για ακόμα μία φορά, γεμίζοντας το "Floyd" σε ένα δύσκολο Σάββατο, αφού ο μεγάλος τελικός της Γιουροβίζιον 2026 ευνόησε την "παράδοση" των φιλικών μαζώξεων σε σπίτια. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή ότι, ακόμα και μετά τη λήξη της βραδιάς, διέσχιζες άνετα το κέντρο της Αθήνας, καθώς πολλοί περίμεναν να δουν σε τι θέση θα τερμάτιζε ο Ακύλας, πριν μετακινηθούν για την όποια έξοδό τους.
Ο κόσμος που τους προϋπάντησε στο "Floyd" διακρινόταν από σημαντική ποικιλία. Νεανικές παρέες και άτομα με γκρίζα μαλλιά ανακατεύονταν διαρκώς στα μπαρ του χώρου, περιμένοντας την έναρξη, ενώ εδώ κι εκεί το μάτι έπεφτε και σε φιγούρες με μπλουζάκια Fontaines D.C. και Protomartyr, πιστοποιώντας το σταθερό, εδώ και χρόνια, γκελ των Tinariwen στον εναλλακτικό ποπ/ροκ χώρο. Στην πλειονότητά του, δε, ήταν "καλό" κοινό: ήξεραν τι είχαν έρθει να δουν και συντονίστηκαν με την καταξιωμένη μπάντα ήδη απ' όταν τα 7 της μέλη έλαβαν θέσεις πάνω στη σκηνή, χαιρετώντας σε αραβικά και γαλλικά.

Για εμάς, τώρα, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από την τελευταία φορά που είδαμε τους Tinariwen στην πόλη –τον Σεπτέμβριο του 2024, στον Λυκαβηττό. Για εκείνους, όμως, τα πάνω έχουν έρθει κάτω, αφού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στο βόρειο Μάλι εξαιτίας της καταστροφικής δράσης των μισθοφόρων της ρωσικής ιδιοκτησίας Wagner Group, που έχει έρθει στη δυτικοαφρικανική αυτή χώρα ώστε να βοηθήσει τη χούντα του Assimi Goïta. Έτσι, το φρέσκο άλμπουμ για το οποίο περιοδεύουν (το Hoggar) χρειάστηκε να ηχογραφηθεί στη νότια Αλγερία, με τους στίχους ν' αντανακλούν όλα τούτα τα νέα δεινά. Τα οποία εντάσσονται, βέβαια, στον γενικότερο αγώνα χειραφέτησης των Τουαρέγκ πληθυσμών της περιοχής, που για το επίσημο Μάλι παραμένει κατακριτέο αποσχιστικό κίνημα.

Παρ' όλα αυτά, σε μιάμιση ώρα συναυλίας έπαιξαν υλικό από πολλούς δίσκους, όχι μόνο από το Hoggar. Μπήκαν, ας πούμε, με τα "Kel Tamashek" και "Alkhar Dessouf", θυμίζοντας τις '00s ημέρες τους, όταν γιγαντώθηκαν σε όνομα αναφοράς. Το δε πλήθος ακολούθησε ήδη από τις πρώτες νότες, συνοδεύοντας με ρυθμικά παλαμάκια, που έγιναν ακόμα πιο έντονα όταν o Abdallah Ag Alhousseyni άρχισε κι εκείνος να χορεύει πάνω στη σκηνή, επιδεικνύοντας τις τόσο χαρακτηριστικές κινήσεις των χεριών του.

Αμέσως μετά, το "Imidiwan Takyadam" έγινε το πρώτο που ανέλαβε να εκπροσωπήσει τον κόσμο του Hoggar, έστω και δίχως τον José González, ο οποίος το λέει μαζί τους στη στούντιο εκδοχή. Κάτω από τα φώτα του "Floyd", λοιπόν, ήχησε ως τραγούδι διαφορετικής υφής συγκριτικά με τα προηγούμενα: κάπως σαν τελετουργική προσευχή για τους κατατρεγμένους πληθυσμούς που αναγκάζονται να σκορπιστούν γεωγραφικά, χάνοντας σιγά-σιγά, γενιά τη γενιά, όσα πολύτιμα νήματα τους ενώνουν με την πατρογονική τους κουλτούρα. Ανταποκρινόμενος στην αλλαγή κλίματος, ο κόσμος αρχικά σιώπησε, πριν ξεσηκωθεί προς το φινάλε, ανταμείβοντας τους Tinariwen με σφυρίγματα ενθουσιασμού και ζητωκραυγές.

Το ίδιο σκηνικό θα επαναλαμβανόταν και σε άλλες επιλογές από το Hoggar, με τις οποίες οι Tinariwen κοινώνησαν τα "μυστικά" των βουνών Αχαγκάρ της νότιας Αλγερίας. Άλλωστε, αυτός ο δυσπροσπέλαστος ορεινός όγκος, που υψώνεται μέσα στην κάψα της Σαχάρας, έχει λειτουργήσει και στο παρελθόν ως καταφύγιο απέναντι σε διάφορους διώκτες, γενόμενος έτσι σύμβολο αντίστασης, μα και κάτι σαν δεύτερη "πατρίδα" για τους εξοστρακισμένους Τουαρέγκ. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι τα Αχαγκάρ έχουν γαλβανίσει και την ευρωπαϊκή φαντασία, η οποία τοποθέτησε στο μέσον τους τα τελευταία απομεινάρια της μυθικής Ατλαντίδας. Μάλιστα, η σκληρόκαρδη βασίλισσα Αντινέα στηριζόταν σε Τουαρέγκ επαναστάτες προκειμένου να κρατήσει την επικράτειά της κρυμμένη από τα βλέμματα του "πολιτισμένου" κόσμου.

Εντωμεταξύ, το συμβολικό περιεχόμενο των Hoggar/Αχαγκάρ δεν διέφυγε ολότελα από το ελληνικό κοινό, αφού δεν ήταν λίγοι όσοι άρχισαν να φωνάζουν εν χορώ συνθήματα για την ελευθερία της Παλαιστίνης καθώς ολοκληρωνόταν το "N'ak Tenere Iyat" και ξεκινούσε το "Sagherat Assani". Βέβαια, θα ήταν προτιμότερο αν είχαν μηχανευτεί κάτι πιο κοντά στους (σχεδόν άγνωστους στα μέρη μας) αγώνες των Τουαρέγκ, ωστόσο οι Tinariwen δεν δίστασαν να εγκολπώσουν το μήνυμα, αναγνωρίζοντας την κοινή συνάφεια με τα δικά τους αιτήματα ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού. Στα οποία κι έμελλε να δώσουν παναφρικανικό χαρακτήρα στην έναρξη του encore, όταν εμφανίστηκε ο Hassan Ag Touhami κι άρχισε να λέει μόνος με την κιθάρα του, σαν μπαλάντα, το "Imidiwan Afrik Tendam", πριν τον επαναπλαισιώσουν και οι υπόλοιποι συνοδοιπόροι του.
Κατά τα λοιπά, οι Tinariwen μας πήγαν και πίσω στο 2001, στις περιπετειώδεις μέρες του μνημειώδους άλμπουμ The Radio Tisdas Sessions ("Sawt El-Wahuch"), ενώ τον μεγάλο χαμό τον έκαναν στην αρχή του άτυπου δεύτερου μέρους της συναυλίας, όταν οδήγησαν το κοινό σε έκσταση και πανζουρλισμό με κομμάτια σαν τα "Amassakoul 'N' Ténéré", "Cler Achel" ή "Tahalamot" να πυροδοτούν ξέφρενα χορευτικά και ιαχές απόλαυσης. Σε πλήρη σύμπνοια, φυσικά, με τις κιθαριστικές πενιές, τα φανταστικά κρουστά και τις όλο και πιο ζωηρές κινήσεις του Abdallah Ag Alhousseyni.

Λέγονται πολλά "εξωτικά" για τους Tinariwen στον Δυτικό Τύπο κι έχουν πια δημιουργήσει ένα πολύ συγκεκριμένο πρίσμα, μέσα από το οποίο κρίνεται και παρουσιάζεται η μουσική τους. Το ίδιο πρίσμα, μεταφρασμένο στα ελληνικά, ταλανίζει και το εγχώριο τοπίο ("μπλούζμεν της Σαχάρα" και δεν συμμαζεύεται), απηχώντας έναν καλοπροαίρετο θαυμασμό, συνάμα, όμως, και μια αδυναμία βαθύτερης επαφής με το γιατί είναι πια τόσο καλλιτεχνικώς σημαντικό αυτό που κάνουν τούτοι οι Άνθρωποι της Ερήμου.
Σε μια συναυλιακή συνθήκη, πάντως, τα όρια τέτοιων βολικών απλοποιήσεων διακρίνονται όλο και πιο αδρά. Κι όσο πιο πολύ αφήνεσαι να στροβιλιστείς στη γκρουβάτη μελαγχολία και στην ακατάληπτη σαγήνη των ταμασέκ λέξεων, τόσο αναγκάζεσαι να παραδεχτείς ότι είναι μόνο σ' έναν βαθμό που δύνασαι να παρακολουθήσεις/αποτιμήσεις ένα τόσο πλούσιο έργο, ριζωμένο σε κοινοτικές μνήμες και σε πόθους για μια διαρκώς διαφεύγουσα ελευθερία, οι οποίοι κάπως, κάποτε συντονίστηκαν με τον απόηχο του Jimi Hendrix, του Bob Marley, ακόμα και των Dire Straits, εκμεταλλευόμενοι τον γενναίο καινούριο κόσμο που έταξε η Παγκοσμιοποίηση της δεκαετίας του 1990.
