Αμεσότητα (Κοζούχιν) εναντίον επιτήδευσης (Πογκορέλιτς) στα κοντσέρτα για πιάνο του Ραχμάνινοφ

Ενδιαφέρουσες συγκρίσεις ως προς τη δικαίωση της γοητευτικής γραφής του Ραχμάνινοφ χάρισαν η πρόσφατη εκτέλεση όλων των έργων του για πιάνο και ορχήστρα από τον Ντ. Κοζούχιν στο πλαίσιο του "Φεστιβάλ της Άνοιξης" του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και η σύμπραξη του διάσημου Ίβο Πογκορέλιτς σε παλαιότερη συναυλία της ΚΟΑ

Ντένις Κοζούχιν Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ©Χάρης Ακριβιάδης

Συγκαταλεγόμενα μεταξύ των διασημότερων σελίδων της πιανιστικής φιλολογίας, τα κοντσέρτα για πιάνο του Ραχμάνινοφ διατηρούν πάντοτε ξεχωριστή θέση στην καρδιά πιανιστών και φιλόμουσων. Το μυστικό της γοητείας τους έγκειται στο συνδυασμό ενός σαρωτικού, συναισθηματικά φορτισμένου μελωδικού πλούτου και μιας έντονης δεξιοτεχνίας, που χαρακτηρίζουν τη γραφή του μεγάλου Ρώσου βιρτουόζου του πιάνου και συνθέτη.

Στον προγραμματισμό του για τη φετινή σαιζόν 2025/26, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών περιέλαβε, πέρα από ένα αφιέρωμα στα πιανιστικά έργα του Ραχμάνινοφ (μέσω σειράς ρεσιτάλ καταξιωμένων Ελλήνων πιανιστών), και τη συναυλιακή εκτέλεση όλων των έργων του για πιάνο και ορχήστρα στο πλαίσιο του φετινού "Φεστιβάλ της Άνοιξης". Μετά από έναν πρώτο μαραθώνιο με όλα τα κοντσέρτα για πιάνο του Μπετόβεν (που ερμήνευσε ο Κίριλ Γκέρσταϊν), το Μέγαρο ανέθεσε την ερμηνεία των 4 πιανιστικών κοντσέρτων αλλά και της τριμερούς "Ραψωδίας σε ένα θέμα του Παγκανίνι" του Ραχμάνινοφ, το διήμερο 31/3-1/4, στο γνωστό Ρωσο-Βέλγο πιανίστα Ντένις Κοζούχιν, τον οποίο συνόδευσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον αρχιμουσικό Κορνήλιο Μιχαηλίδη.

Το στοίχημα ήταν ενδιαφέρον αν και όχι πρωτόγνωρο: κατά την τελευταία διετία η ΚΟΑ είχε προτείνει, στο πλαίσιο των τακτικών συναυλιών της, έναν αντίστοιχο "κύκλο" με διαφορετικούς -και ενίοτε πολύ διάσημους!- σολίστ και αρχιμουσικούς. Είναι βέβαια διαφορετικό να προσφέρεται ένας τέτοιος κύκλος από έναν μόνο ερμηνευτή, και μάλιστα της νεότερης γενιάς, η οποία δεν φημίζεται πάντοτε για την αβίαστη ενσυναίσθηση του ρομαντικού ρεπερτορίου που είχαν οι παλαιότερες.

Η παρακολούθηση και των δύο συναυλιών (στις 31/3 παίχθηκαν τα 2 πρώτα κοντσέρτα και η Ραψωδία Παγκανίνι, την Πρωταπριλιά τα δύο τελευταία κοντσέρτα) πιστοποίησε τη σαφέστατη δεξιοτεχνική και εκφραστική επάρκεια του Κοζούχιν, όσο όμως και την απουσία κάποιας ιδιαίτερης/διακριτής θεώρησης των 5 έργων, πιθανότατα γιατί ο 39χρονος πιανίστας δεν περιλαμβάνεται σε αυτούς που έχουν ενασχοληθεί σε βάθος με το σύμπαν του Ραχμάνινοφ, όπως π.χ. οι ομόλογοί του Νικολάι Λουγκάνσκυ, Ντανιίλ Τρίφονοφ ή Σίμον Τρπτσέσκι.

Από τεχνικής πλευράς ελάχιστα θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον Κοζούχιν: το παίξιμό του υπήρξε σβέλτο (περάσματα, αρπέζ) και ρυθμικά ακριβές, ειδικά στα γρήγορα μέρη των έργων (πχ. στα φινάλε των 1ου και 3ου κοντσέρτων), οι καντέντσες (πχ. αυτή του πρώτου μέρους του 3ου) αποδόθηκαν με τη δέουσα δεξιοτεχνική άνεση, οι διακυμάνσεις ταχυτήτων και δυναμικών υπήρξαν ρευστές και συνεκτικές, οι αναγνώσεις διέθεταν την αναγκαία ορμή για τη γλαφυρή νοηματοδότηση των μεταπτώσεων διαθέσεων και σαφή αντίληψη της δραματουργίας, το μουσικό συντακτικό αποδόθηκε με καθαρότητα. Εξίσου σημαντικός ήταν και ο μεγάλος ήχος του, που επέτρεπε συνήθως (αν και όχι πάντοτε, όπως στα ακραία γρήγορα μέρη του 2ου) τη διατήρηση ηγετικής παρουσίας στις συχνές αντιπαραθέσεις με την ορχήστρα.

Kozukhin ΚΟΑ
©Χάρης Ακριβιάδης
Ο Ρωσο-Βέλγος πιανίστας Ντένις Κοζούχιν, σολίστ του πλήρους κύκλου με όλα τα έργα για πιάνο και ορχήστρα του Ραχμάνινοφ που προσφέρθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο του "Φεστιβάλ Άνοιξης" του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών ("Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" 31/3 – 1/4)

Από εκφραστικής πλευράς οι ερμηνείες διέθεταν ευπρόσδεκτη αμεσότητα και "σύγχρονο" στίγμα, δηλαδή ηχούσαν συστηματικά συναισθηματικά νηφάλιες, ενώ το γεμάτο πλαστικότητα ξετύλιγμα της μελωδικής γραμμής διασφάλιζε σαφή αφηγηματική ευφράδεια και ρευστότητα στα αργά μέρη (πχ. των 2ου και 4ου κοντσέρτων). Αν κάτι έλειψε ήταν η γλαφυρότερη αντιδιαστολή ενός εκάστου έργου, η πειστικότερη εν συνόλω προβολή της νοσταλγικής διάστασης της γραφής, κάτι που φάνηκε ιδιαίτερα στην ερμηνεία, αμήχανη ή αδρομερή κατά περίπτωση, του νεανικού 1ου κοντσέρτου ή του διάσημου 3ου. Η κλασική προσέγγιση του κοσμαγάπητου 2ου ευχαρίστησε για τη συναισθηματική της ειλικρίνεια, ενώ τις κορυφαίες στιγμές αποτέλεσαν οι ερμηνείες της Ραψωδίας Παγκανίνι και του 4ου κοντσέρτου. Στη Ραψωδία ευχαρίστησε ο εντελής συνδυασμός δεξιοτεχνίας και λυρισμού που βασίσθηκε στη θαυμάσια προβολή των μεταμορφώσεων του θέματος του 24ου Καπρίτσιου (του Παγκανίνι), ενώ στο δύσκολο -και πιο "μοντέρνο"- 4ο κοντσέρτο η λαγαρή αποκωδικοποίηση της δομικής του πολυπλοκότητας.

Τις γενικώς άνισες εντυπώσεις ενίσχυσε και ο όχι πάντοτε ισότιμος διάλογος με την ΚΟΑ, παρά την οπωσδήποτε επαρκή και αποτελεσματική διεύθυνση του Κορν. Μιχαηλίδη, που ωφελήθηκε από τη γνώση των έργων λόγω της …πιανιστικής σταδιοδρομίας του! Με την εξαίρεση της ισορροπημένης συνύπαρξης στη Ραψωδία και το 3ο Κοντσέρτο, στα 2 πρώτα κοντσέρτα ο έλεγχος των δυναμικών δεν ήταν πάντοτε ανεπίληπτος (ίσως λόγω και των αρκετά γρήγορων ταχυτήτων), ενώ η συνοδεία στο 4ο υπήρξε μάλλον γενικόλογη και με αρκετούς αποσυντονισμούς. Είναι, πάντως, αληθές ότι ο αριθμός των δοκιμών για ένα τέτοιο εγχείρημα είναι εκ των πραγμάτων μάλλον περιορισμένος. Χωρίς να πιάσει τα συνήθη υψηλά στάνταρντ απόδοσής της, η ΚΟΑ έπαιξε με εγρήγορση και τις αναμενόμενες σημειακές ποιητικές σολιστικές παρεμβάσεις των κορυφαίων των ξύλινων (όπως αυτές του όμποε του Βάμβα στα δύο τελευταία κοντσέρτα ή αυτές του φλάουτου της Πιλαφτσή και του κλαρινέτου του Γιαννάκα στο αργό μέρος του 2ου) και χάλκινων (σόλο κόρνου του Σίσκου στο στο αργό μέρος του 3ου) πνευστών.

Γνωρίζοντας την αποθέωση από το κοινό που γέμισε ασφυκτικά και τα δύο βράδια τη μεγάλη "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" του Μεγάρου, ο Κοζούχιν αποφόρτισε ωραία την ατμόσφαιρα, αντιχαρίζοντας εκτός προγράμματος το πρώτο βράδυ δύο από τα "Λυρικά κομμάτια" του Γκρηγκ, τo "Στην Άνοιξη" (Βιβλίο ΙΙΙ, έργο 43 αρ. 6) και την "Αριέττα" (Βιβλίο Ι, έργο 12 αρ. 1), και το επόμενο το "Πρελούδιο BWV 855Α" του Γ.Σ. Μπαχ στη διασκευή του Σιλότι και το "Στην εκκλησία", 24ο από τα κομμάτια του "Παιδικού Άλμπουμ" του έργου 39 του Τσαϊκόφσκι.

ΚΟΑ
© Margarita Yoko Nikitaki
Ο Κροάτης πιανίστας Ίβο Πογκορέλιτς ερμηνεύει το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Ραχμάνινοφ, συνοδευόμενος από την ΚΟΑ υπό τον Βασίλη Χριστόπουλο ("Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 21/11/2025) 

Τη σημασία -της έλλειψης- του αυθορμητισμού στα κοντσέρτα για πιάνο του Ραχμάνινοφ είχε τονίσει, εξ αντιδιαστολής, η σύμπραξη του διάσημου πιανίστα Ίβο Πογκορέλιτς σε συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών υπό τον Βασίλη Χριστόπουλο, που έλαβε χώρα πολλούς μήνες νωρίτερα (στις 21/11/2025), και την οποία είχαμε επιλέξει να μην σχολιάσουμε εν θερμώ.

Σε μια κατάμεστη "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" και υπό την ευπρόσδεκτη απουσία -για μοναδική φορά φέτος!- των οθονών στα άκρα της σκηνής, ο 67χρονος Κροάτης πιανίστας αναμετρήθηκε με το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ.

Πιστός στις ιδιοσυγκρασιακές του ερμηνείες στο ρομαντικό ρεπερτόριο και παίζοντας με παρτιτούρα, ο Πογκορέλιτς φάνηκε να αδιαφορεί για την αναγκαία συμπόρευσή του με την ορχήστρα, καθώς το γεμάτο -ενίοτε εξεζητημένων- εκλεπτύνσεων παίξιμό του δεν επέτρεπε στον ήχο του να αντιπαλεύει αυτόν, πιο ρωμαλέο της ορχήστρας, στην οποία ο συνθέτης επιφυλάσσει τις γοητευτικές μελωδίες του!

Παρότι απέδωσε υπέροχα, με φθινοπωρινό συναίσθημα, τα διάσπαρτα λυρικά σολιστικά ξέφωτα, η ερμηνεία του ηχούσε συνεχώς αρκετά "βαριά" και επιτηδευμένη, με αποτέλεσμα την απονεύρωση του ωστικού παλμού και τη διάρρηξη της συνοχής και της δραματουργίας της μουσικής, κάτι που έγινε ιδιαίτερα αισθητό ακόμη και στο καταληκτικό allegro scherzando, με την εξαιρετικά αργή/βαρύθυμη προσέγγιση του εισαγωγικού …γρήγορου/ανάλαφρου πρώτου του μέρους.

Μη ευρισκόμενος στο ίδιο μήκος κύματος με τον σολίστ, ο Χριστόπουλος δεν είχε προφανώς εύκολο έργο εκείνο το βράδυ. Προς τιμήν του, πέραν από την καλή στάθμιση των ηχητικών όγκων, απέδωσε την παρτιτούρα όπως προβλεπόταν, με τη δέουσα δηλ. ρομαντική (αν και συναισθηματικά μάλλον νηφάλια) εκφραστική αμεσότητα -και αιχμές-στις κορυφώσεις, αλλά και με προσεγμένη εκτύλιξη της μελωδικής φραστικής, πχ. στο γοητευτικό αργό μέρος, όπου εντυπωσίασε η έξοχη απόδοση του λυρικού/νοσταλγικού θέματος από τους κορυφαίους των ξύλινων (το φλάουτο του Νικόπουλου, το κλαρινέτο του Γιαννάκα, το φαγκότο του Λιοδάκη). Αν η πολλή -και καλή- δουλειά με τα έγχορδα, μέσω των οποίων εκφράζεται ο συναισθηματικός πλούτος της γραφής του Ραχμάνινοφ στάθηκε συνολικά κομβική, σε αρκετά σημεία (όπως στο φινάλε) ο ορχηστρικός ήχος υπήρξε αρκετά "πηχτός".

Ο πολύ καλός έλεγχος που άντλησε ο Χριστόπουλος από την ΚΟΑ υπηρέτησε αρτιότερα το βασικό έργο της βραδιάς, τους "Συμφωνικούς χορούς" του Ραχμάνινοφ. Το κύκνειο άσμα του Ρώσου εμιγκρέ συνθέτη, που γράφτηκε εξ ολοκλήρου στην αυτοεξορία της Αμερικής, φημίζεται, ως γνωστόν, για την έντονα νοσταλγική του διάθεση αλλά και για την πλουσιότατη, "χολλυγουντιανής" πληθωρικότητας ενορχήστρωση, που αξιοποιεί ευφάνταστα τα ηχοχρώματα πολλών ξύλινων πνευστών. Αυτά δυσκολεύθηκαν να ξεχωρίσουν στον ορχηστρικό καμβά του πρώτου μέρους της τριμερούς χορευτικής σουίτας, λόγω του απρόσμενα γεμάτου ήχου των εγχόρδων και της επισημότητας του βηματισμού.

Σταδιακά, όμως, η ερμηνεία βρήκε τον ειρμό της: τα τέμπι έγιναν πιο εύροα, οι διακυμάνσεις των δυναμικών πιο λεπταίσθητες, η φραστική πιο εύπλαστη, ο εστιασμένος, πλούσιος ήχος των εγχόρδων -που εκτιμήθηκε ιδιαίτερα στον καταληκτικό δαιμονικό/μακάβριο χορό- διέθετε την απαιτούμενη ευελιξία για το ενδιάμεσο μελαγχολικό βαλς (θαυμάσιο σόλο της εξάρχουσας Χατζηνικολάου), ενώ οι κορυφαίοι των ξύλινων έλαμψαν με τις κατά τόπους τελειοθηρικές, γεμάτες προσωπικότητα σολιστικές συνεισφορές τους (το σαξόφωνο του Στ. Μαυρομάτη, το αγγλικό κόρνο της Παντελίδου, το όμποε του Γιάννη Οικονόμου)! Όπως ήταν αυτονόητο, οι διαθέσεις της γραφής, με προεξάρχοντα τον πηγαίο μελωδικό λυρισμό, αναδείχθηκαν πειστικά, χωρίς υπερβολικά γλυκερό συναίσθημα, ολοκληρώνοντας επιτυχώς τη βραδιά.

Εξίσου επιτυχημένης ερμηνείας -και σίγουρα μίας από τις καλύτερες που έχει γνωρίσει ποτέ η ολιγόλεπτη σύνθεση- έτυχαν στην αρχή της συναυλίας οι "Οκτώ παιδικές μινιατούρες" του Σισιλιάνου (φόρος τιμής στην επέτειο 20 χρόνων από την εκδημία του). Η ανάλαφρη πλην ακριβής διεύθυνση του Χριστόπουλου και η θαυμάσια απόδοση των ξύλινων της ΚΟΑ (με μια ιδιαίτερη μνεία στα φαγκότα των Λιοδάκη και Μαρτζούκου στο επεισόδιο του "Λύκου και της Κοκκινοσκουφίτσας") επέτρεψαν τη γλαφυρότατη ανάδειξη της συχνά ευρηματικής ενορχήστρωσης των -αρχικά γραμμένων για πιάνο- κομματιών περιγραφικής μουσικής, που ξαναζωντανεύουν αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Μουσική

Πού και πότε θα δούμε την Dara στην Ελλάδα

Το μουσικό event που θα φιλοξενήσει τον επόμενο μήνα τη νικήτρια της Eurovision, στην πρώτη της εμφάνιση στην Ελλάδα.

ΓΡΑΦΕΙ: ATHINORAMA TEAM
19/05/2026

Αυλαία για τις εμφανίσεις της Τάμτα στο SMUT Athens

Ένα closing event που λειτουργεί ως μια συλλογική εμπειρία που έχει ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στην alternative νυχτερινή σκηνή της Αθήνας.

Το "Bangaranga" κορυφώνεται παγκοσμίως στα charts

Η Dara μέσα σε μόλις τρεις μέρες κατάφερε να αγγίξει την κορυφή στα παγκόσμια charts μετά την θρίαμβο της Eurovision

Oι Rolling Stones ξεχειλίζουν από αισιοδοξία στο νέο τους βίντεο κλιπ

Οι Rolling Stones έφτιαξαν ένα μοναδικό βίντεο για το single τους "In The Stars" που υπάρχει στο καινούργιο στούντιο άλμπουμ τους, Foreign Tongues.

Ο Μιχάλης Χατζηγιάννης σε μια disco pop έκρηξη

Χατζηγιάννης και Μωραϊτης παρουσιάζουν ένα νέο single με τίτλο "Φωτιά στη Νύχτα" το οποίο είναι μια disco-pop έκρηξη.

Ο Slimane επιστρέφει τον Σεπτέμβριο στην Αθήνα

Ο Γάλλος pop star επιστρέφει για να παρουσιάσει το concept "Ένα πιάνο. Μια φωνή" 10 Years Tour, στο Θέατρο Λυκαβηττού.