Αν ο χρόνος δεν είχε σταματήσει απότομα εκείνο το πρωινό της 17ης Απριλίου 2012, ο Δημήτρης Μητροπάνος θα γιόρταζε σήμερα, 2 Απριλίου, τα γενέθλια του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός θα τιμούσε τον κορυφαίο λαϊκό ερμηνευτή, τον "βασιλιά του πενταγράμμου", που έφυγε πρόωρα στα 64 του. Παρά την εντυπωσιακή επιστροφή του μετά τη μεταμόσχευση νεφρού στο Παρίσι το 2008, νικήθηκε τελικά από οξύ πνευμονικό οίδημα.
Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Τα τραγούδια του παραμένουν διαχρονικά, ενώ η ερμηνευτική του ικανότητα θεωρείται αξεπέραστη. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί συνάδελφοί του διστάζουν ακόμη και σήμερα να αγγίξουν τις μεγάλες του επιτυχίες, αναγνωρίζοντας πως κανείς δεν θα καταφέρει να τις αποδώσει με τον ίδιο σπαραγμό. Αντίθετα, άλλοι φροντίζουν να συμπεριλαμβάνουν έστω ένα τραγούδι του στις συναυλίες τους, κρατώντας το έργο του ζωντανό και μακριά από τη λήθη.
Σήμερα, θα τον φανταζόμασταν εκεί: με το τσιγάρο στο χέρι, το βλέμμα γεμάτο αλήθεια και εκείνη τη βαθιά, μεταλλική φωνή που μπορούσε να δονήσει τα θεμέλια του Ηρωδείου, αλλά και την ψυχή του πιο απλού μερακλή.

Ο άνθρωπος πίσω από το μικρόφωνο
Γιατί, όμως, ο Μητροπάνος παραμένει σημείο αναφοράς; Γιατί η απουσία του μοιάζει ακόμα με ανοιχτή πληγή; Η απάντηση κρύβεται στον άνθρωπο πίσω από το μικρόφωνο.
Μια συγκλονιστική ιστορία από το 2005 μοιράστηκε ο Μίλτος Πασχαλίδης σε συνεντεύξεις του: Ο Μητροπάνος, αν και είχε ακυρώσει τις δικές του εμφανίσεις για λόγους υγείας, όμως παρευρέθηκε στη συναυλία του τότε νεαρού Μίλτου. Με έναν ορό κρυμμένο κάτω από το σακάκι, βγήκε από το νοσοκομείο κόντρα στις εντολές των γιατρών μόνο και μόνο για να στηρίξει έναν πιτσιρικά. Δεν το έκανε για τις δημόσιες σχέσεις, αλλά γιατί είχε δώσει τον λόγο του. Αυτή η "μπέσα", η παλαιάς κοπής συνέπεια, τον κατέστησε τον απόλυτο εκφραστή της ελληνικής λεβεντιάς.
Από τα Τρίκαλα στην "αθανασία"
Γεννημένος το 1948 στην Αγία Μονή Τρικάλων, τη "Μικρή Μόσχα" όπως την αποκαλούσε καθώς ήταν ένα χωριό γεμάτο αριστερούς. Μεγάλωσε χωρίς πατέρα, μέσα στη φτώχια και τις στερήσεις της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Η Ασφάλεια του είχε ξεκαθαρίσει πως δεν μπορούσε να σπουδάσει, λόγω των πολιτικών φρονημάτων της οικογένειάς του, κι έτσι εκείνος πείσμωσε και δήλωσε "Σ’ ό,τι κι αν κάνω, θα πετύχω για να σας δείξω".

Η μοίρα τον έφερε κοντά σε "γίγαντες". Σε μια κατασκήνωση γνώρισε τυχαία τον Απόστολο Καλδάρα, που διέκρινε αμέσως το χάρισμά του. "Έχεις καλή φωνή, είσαι μικρός όμως και πρέπει να τη δουλέψεις" - δούλεψε και έγινε η καλύτερη φωνή της Ελλάδας.
Μετακομίζοντας στην Αθήνα, η νυχτερινή ζωή τον φέρνει στο διάβα του Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο οποίος τον οδήγησε στην Columbia. Εκεί, ο Γιώργος Ζαμπέτας τον υιοθέτησε καλλιτεχνικά. Στα 16 του χρόνια, ο Μητροπάνος ήταν ένας έφηβος που τα βράδια τραγουδούσε στα "Ξημερώματα" και το πρωί πήγαινε σχολείο.
Οι σταθμοί μιας μεγάλης πορείας
Δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας επιτυχημένος τραγουδιστής, υπήρξε ερμηνευτής που γεφύρωσε το λαϊκό με το έντεχνο τραγούδι. Από τον "Άγιο Φεβρουάριο" των Μούτση και Ελευθερίου μέχρι το "Στου Αιώνα την Παράγκα" με τον Θάνο Μικρούτσικο, η πορεία του είναι γεμάτη εμβληματικές στιγμές. Η δεκαετία του 80 = τον έχρισε επίσημα ως την "Εθνική Φωνή" της χώρας και Επιτυχίες όπως το "Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη", οι "Πάντα γελαστοί" και τα "Λαδάδικα" αποτελούν πλέον μέρος του πολιτιστικού μας DNA.
Ακόμα και οι κορυφαίοι λυγίζουν μπροστά στην τέχνη. Το 1998, στην παρθενική του εμφάνιση στο Ηρώδειο, το δέος ήταν τόσο μεγάλο που η φωνή του έκλεισε από το τρακ. Χρειάστηκε η παρότρυνση του Μικρούτσικο για να πάρει ανάσες και να χαρίσει μια ερμηνεία που έμεινε στην ιστορία. Χρόνια αργότερα, στον ίδιο συμβολικό χώρο, για τα 40 χρόνια της καλλιτεχνικής του πορείας, το ζεϊμπέκικο του υπό βροχή στους ρυθμούς της "Ρόζας" θα χαραζόταν για πάντα στη μνήμη όσων βρέθηκαν εκεί τον Σεπτέμβριο του 2009.
Η τελευταία του προσωπική δουλειά κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2011 με τίτλο "Εδώ είμαστε", σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη. Λίγο πριν το τέλος, συμμετείχε στο άλμπουμ-αφιέρωμα στον Μάριο Τόκα "Ήλιος Κόκκινος", ηχογραφώντας τρία τραγούδια μόλις λίγες μέρες πριν φύγει από τη ζωή.
"Τι να φοβηθώ; Χορτάτος είμαι"
Στην προσωπική του ζωή, υπήρξε ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, βαθιά αφοσιωμένος στην οικογένειά του. Μαζί με τη σύζυγό του Βένια απέκτησε δύο κόρες, την Αναστασία και τη Μυρσίνη, που αποτελούσαν το πιο σταθερό σημείο αναφοράς του. Ήταν δηλωμένος φίλαθλος του Ολυμπιακού, χωρίς ποτέ να προκαλεί ή να διχάζει, διατηρώντας τον σεβασμό και την εκτίμηση φιλάθλων από όλους τους χώρους — κάτι που αντανακλούσε τη συνολική του στάση ζωής: λιτός, αυθεντικός και ενωτικός.
"Τι να φοβηθώ; Χορτάτος είμαι. Στη ζωή μου και καλά πέρασα και άσχημα πέρασα και "πέρα” πήγα και γύρισα. Όλα τα ’κανα", έλεγε ο ίδιος για τον θάνατο, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που δεν θα σβήσει ποτέ.
