© Αμάντα Πρωτίδου
Ένα από τα πλέον αξιομνημόνευτα ρεσιτάλ όπερας που έχουν δοθεί ποτέ στην Ελλάδα και μία επιτυχημένη αναβίωση παλιότερης παραγωγής της ΕΛΣ αποτέλεσαν -μαζί με την πρώτη πλήρη σύγχρονη συναυλιακή παρουσίαση της "Διδούς" του Λαυράγκα (στην οποία θα αναφερθούμε χωριστά)- τα κορυφαία οπερατικά γεγονότα του τελευταίου μήνα.
Στις 7/2 το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης είχε το προνόμιο να φιλοξενήσει στο πλαίσιο ενός συναρπαστικού γκαλά την σπουδαία Λιθουανοαρμένισσα υψίφωνο Ασμίκ Γκριγκοριάν, 4 μόλις μήνες μετά την πρώτη ελληνική της εμφάνιση στο αθηναϊκό ομόλογό του σε ρεσιτάλ ρωσικών τραγουδιών!
Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι η 44χρονη υψίφωνος αποτελεί σήμερα το πιο περιζήτητο ίσως όνομα διεθνώς στον κόσμο της όπερας, κινούμενη σε μία ευρύτατη -πλην μπελ-κάντο- γκάμα ρεπερτορίου. Λίγο πριν αναμετρηθεί στο θερινό Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ με έναν ακόμη απρόσμενο ρόλο, την Κάρμεν (σε μουσική διεύθυνση Θεόδωρου Κουρεντζή), η Γκριγκοριάν ερμήνευσε -από κοινού με τον εξαίρετο Ουκρανό τενόρο Ντμύτρο Ποπόφ- στη Θεσσαλονίκη άριες και ντουέτα από τέσσερις βασικούς οπερατικούς της ρόλους, υπό τη συνοδεία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης και του Λιθουανού αρχιμουσικού Μοντέστας Πιτρένας.
Η βραδιά αποτέλεσε, κατ’ αρχάς, μάθημα για του πώς προτείνεται και οργανώνεται σωστά ένα οπερατικό γκαλά. Από πλευράς ρεπερτορίου, δημοφιλείς άριες συνοδεύθηκαν από πιο σπάνιες ή από ντουέτα με τενόρο (ακόμα και από τα ίδια γνωστά έργα), ενώ τα εμβόλιμα ορχηστρικά αποσπάσματα απέφυγαν την πεπατημένη. Από πλευράς τραγουδιστών, οι επιτυχημένες συμπράξεις προϋποθέτουν καλλιτέχνες τουλάχιστον ανάλογης αξίας, που έχουν ερμηνεύσει τους ρόλους και σκηνικά και μπορούν να αποδώσουν γλαφυρά, σε λίγα λεπτά, τον χαρακτήρα τους.
Εν προκειμένω, ο Πουτσίνι είχε την τιμητική του με εκτεταμένα φωνητικά και ορχηστρικά αποσπάσματα από όπερες του (κατά σειρά την "Τόσκα", την "Μανόν Λεσκώ" και την "Μαντάμα Μπατερφλάι", αλλά και τα νεανικά "Βίλλι"), ενώ εμβόλιμα ακούσθηκαν φωνητικά αποσπάσματα από την "Ρούσαλκα" του Ντβόρζακ καθώς και ο 1ο Σλάβικος χορός του ίδιου συνθέτη.
Το ισχυρό τίμπρο με τη μεγάλη άνεση στην υψηλή περιοχή αλλά και ασφαλείς χαμηλές νότες, η σκηνική εμπειρία των αδόμενων ρόλων και η οξύτατη θεατρική αντίληψη επέτρεψαν στη Γκριγκοριάν να λάμψει, αντιδιαστέλλοντας με μεγάλη τέχνη και εκφραστικότητα 4 διαφορετικές οπερατικές ηρωίδες. Παρά την έλλειψη ενός πιο κρεμώδους ηχοχρώματος, η Ρούσαλκα της διέθετε σπάνια δραματική αλήθεια, η Τόσκα τη δέουσα απελπισία, η Τσο-Τσο-Σαν ευθραυστότητα και συναίσθημα, ενώ δύσκολα θα μπορούσε να φαντασθεί κανείς σήμερα ιδανικότερη ερμηνεύτρια για την Μανόν Λεσκώ, τα πάθη και αντιθέσεις της οποίας ανέδειξε συναρπαστικά. Εν ολίγοις, επιβεβαίωσε με άνεση γιατί θεωρείται η κορυφαία singing actress των καιρών μας…

Η εξίσου μεγάλη εμπειρία του Ποπόφ και η καλή μεταξύ τους σκηνική χημεία απογείωσε τα ντουέτα από την "Ρούσαλκα", την "Μανόν Λεσκώ" αλλά και το φινάλε του περίφημου ερωτικού ντουέτου από την "Μαντάμα Μπατερφλάι".
Ανεξαρτήτως του αρκετά ορατού σλαβικού ηχοχρώματος και της έλλειψης πιο μεσογειακής φωνητικής θέρμης, ο λυρικοδραματικών ποιοτήτων Ποπόφ υπήρξε ένας αξιόπιστος Καβαραντόσσι και Λεσκώ, κυρίως όμως ένας ευαίσθητος Πρίγκηπας (στη "Ρούσαλκα") και ένας αποφασιστικός Πίνκερτον. Στα συν αμφοτέρων πρέπει να καταγραφούν η καθαρότητα της άρθρωσης, η φωνητική γενναιοδωρία, η (δεξιο)τεχνική αρτιότητα του τραγουδιού και η θεατρικότητα των ερμηνειών, έστω κι αν η υπόκριση της Γκριγκοριάν πρόβαλε, εύλογα, πολύ πιο φυσική και αβίαστη από αυτήν του παρτεναίρ της.
Η -συνδιοργανώτρια της βραδιάς- ΚΟΘ έπιασε τα γνωστά υψηλά φετινά της στάνταρντς απόδοσης, μολονότι ο Πιτρένας δεν μπόρεσε -ιδίως στο πρώτο μέρος- να σταθμίσει άριστα τις ισορροπίες δυναμικής με τις φωνές ή να δαμάσει την κατά τόπους απρόσφορη ακουστική της γεμάτης μεγάλης Αίθουσας Μ1.
Ευτυχώς, οι όποιες ατέλειες σε επίπεδο συνοδείας αμβλύνθηκαν από τις μεγάλες φωνές και τη σπουδαία φόρμα των μονωδών. Σε ό,τι αφορά πάλι τις αναγκαίες ορχηστρικές ανάπαυλες τόσο η εξόχως δραματική "Τρετζέντα" από την όπερα "Τα Βίλλι/Ξωτικά" όσο και το αισθησιακό Ιντερμέτζο της Γ’ πράξης από την "Μαντάμα Μπατερφλάι" ήχησαν με πρωτόγνωρη συμφωνική πληρότητα, ενώ ο 1ος Σλάβικος χορός του Ντβόρζακ αποδόθηκε με αδόκητη "τευτονική" μεγαλοπρέπεια. Παρότι το δεύτερο μέρος κύλησε πολύ καλύτερα, ο κατά τα λοιπά εμπειρότατος στην όπερα αρχιμουσικός δεν απέφυγε κάποιες υπερβολές στο εκτός προγράμματος "Μπρίντιζι" από την "Τραβιάτα" του Βέρντι, το οποίο ερμήνευσαν μόνοι οι δύο τραγουδιστές,... χωρίς να ζητήσουν τη σύμπραξη του πολυάριθμου κοινού, που αρκέσθηκε στο να τους αποθεώσει!

Δύο εβδομάδες αργότερα (21/2) παρακολουθήσαμε, στην κατάμεστη "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την τρίτη από τις 6 παραστάσεις της πολύ επιτυχημένης παραγωγής του "Φάλσταφ" του Βέρντι, που είχε πρωτοανεβεί προ τριετίας.
Με το γνωστό επαγγελματισμό της η Κατερίνα Πετσατώδη αναβίωσε την ευφρόσυνη και εξόχως ψυχαγωγική σκηνοθεσία του Στήβεν Λάνγκριτζ, που μετέφερε την ιστορία του Φάλσταφ από τον Ελισαβετιανό 17ο αιώνα στη μεσοπολεμική Αγγλία της δεκαετίας του ‘30 και του σκανδαλώδους πρίγκιπα της Ουαλλίας (ο οποίος θα γινόταν για λίγο βασιλιάς Εδουάρδος ο Η’). Σε μια εποχή κατά την οποία η αυστηρή ιεραρχία θεωρούσε την κοινωνική τάξη κάποιου σημαντικότερη από την οικονομική του επιφάνεια, η συγκεκριμένη επιλογή του καταξιωμένου διευθυντή του Φεστιβάλ Όπερας του Γκλάιντμπορν προσέφερε έναν αφηγηματικά συνεπή δραματουργικό μίτο, ιδίως ως προς την απαξίωση με την οποία αντιμετωπιζόταν διαρκώς ο ξεπεσμένος ιππότης (εν προκειμένω, παλιός στρατιώτης).
Με την ίδια συνέπεια αντιμετωπίσθηκε από τον Γιώργο Σουγλίδη η σκηνική και ενδυματολογική οπτικοποίησή της: χώροι και κοστούμια "εποχής" (της εύπορης αγγλικής κοινωνίας των ‘30s) αναπαραστάθηκαν με γούστο και ευπρόσδεκτη ακρίβεια. Αν προστεθούν η θεατρικότητα της διδασκαλίας (κινησιολογία: Νταν Ο’Νηλ), το ομαδικό πνεύμα και οι καλοί φωτισμοί του Πήτερ Μάμφορντ, εύκολα εξηγούνται οι πολύ θετικές εντυπώσεις της όλης δουλειάς.

Και στο μουσικό επίπεδο, όμως, τα πράγματα πήγαν πολύ καλά, παρά τις αλλαγές σε επίπεδο μουσικής διεύθυνσης και -εν μέρει- διανομής σε σχέση με την αρχική παραγωγή του 2023. Σίγουρα δύσκολα θα φανταζόταν κάνεις καλύτερη επιλογή αρχιμουσικού από τον Ιταλό Πάολο Καρινιάνι, η τεράστια οπερατική εμπειρία του οποίου δεν επέτρεψε μόνο την άρτια υποστήριξη μονωδών και χορωδών (συμπεριλαμβανομένων μελών της παιδικής χορωδίας) αλλά και την ανεπίληπτη προβολή όλων των καταιγιστικών εναλλαγών (σε ρυθμούς, ηχοχρώματα, αρμονικά στοιχεία και μελωδικά θέματα) που χαρακτηρίζουν την άκρως απαιτητική παρτιτούρα του ώριμου Βέρντι.
Περαιτέρω, αυτός ο "Φάλσταφ" αποτέλεσε ευπρόσδεκτα μία από τις σπανιότατες πλέον περιπτώσεις όπερας, την οποία η Λυρική μπορεί να υποστηρίξει με μία αμιγώς ελληνική διανομή, και μάλιστα επαρκέστατα (σε επίπεδο τραγουδιού, ομοιογένειας και συλλογικής λειτουργίας), όπως διαπιστώθηκε εκ νέου.
Οι δύο βασικές αλλαγές αφορούσαν στους ανδρικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους. Χωρίς να διαθέτει απολύτως το ιδανικό για το συγκεκριμένο ρόλο τίμπρο, ο κορυφαίος μας βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος (που προσέθεσε σχετικά πρόσφατα το ρόλο στην πλούσια πινακοθήκη οπερατικών χαρακτήρων που έχει ενσαρκώσει στη μακρά σταδιοδρομία του) υπήρξε ένας μουσικά άρτιος και υποκριτικά …very British σε χιούμορ και εκλεπτύνσεις Φάλσταφ, αρκετά ταιριαστός με τη συγκεκριμένη παραγωγή. Διαδεχόμενός τον στο ρόλο του Φορντ, ο έτερος εκλεκτός μας βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης ευχαρίστησε με την έγκυρη μουσικοδραματική του παρουσία.
Από πλευράς γυναικείων ρόλων η μόνη αλλαγή σε σχέση με την αρχική παραγωγή ήταν η -καλοτραγουδισμένη, αν και κάπως ωχρή υποκριτικά- Κυρία Κουίκλυ της ικανής μεσοφώνου Νεφέλης Κωτσέλη, ρόλος που ήρθε μάλλον νωρίς στη σταδιοδρομία της. Σε κάθε περίπτωση "έδεσε" δίχως πρόβλημα, στο ισορροπημένο φωνητικά και καλά συντονισμένο σκηνικά τρίο των παμπόνηρων γυναικών που ξεμπροστιάζουν τον Φάλσταφ, με την εξαιρετική Αλίτσε Φορντ της Ρουμάνας υψιφώνου Τσέλιας Κοστέα και την αξιόπιστη Μεγκ Πέιτζ της μεσοφώνου Χρυσάνθης Σπιτάδη.
Και τα άλλα δύο ζεύγη χαρακτήρων του έργου λειτούργησαν, όμως, καλά σε επίπεδο τραγουδιού και υπόκρισης, τόσο αυτό των ερωτευμένων Ναννέττας – Φέντον (που ενσάρκωσαν η υψίφωνος Μαριλένα Στριφτόμπολα και ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας) όσο και αυτό των ακολούθων του Φάλσταφ Μπαρντόλφο και Πιστόλα (που απέδωσαν ο τενόρος Γιάννης Καλύβας και ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός). Τον αφελή Δρα Κάιους σκιαγράφησε από κάθε άποψη πειστικά ο τενόρος Ανδρέας Καραούλης.