© Μαργαρίτα Yoko Νικητάκη
Τη μεγάλη φόρμα, τη μοναδική ποικιλία των -μακράν της πεπατημένης- προγραμμάτων της και την ποιότητα των μετακαλούμενων καλλιτεχνών (μεταξύ των οποίων κάποιων αδίκως "ξεχασμένων" Ελλήνων μουσικών) επιβεβαίωσαν 3 συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στα τέλη Ιανουαρίου-αρχές Φεβρουαρίου στην κατάμεστη "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" του Μεγάρου Μουσικής.
Στις 6/2, η ΚΟΑ υποδέχθηκε, υπό τη διεύθυνση του πολύπειρου Άλκη Μπαλτά, τον Σουηδό Κρίστιαν Λίντμπεργκ, κορυφαίο ίσως τρομπονίστα της εποχής μας. Κατόπιν ευγενικής άδειας της ορχήστρας παρακολουθήσαμε το σύνολο του προγράμματος κατά την πρωινή γενική πρόβα και, λόγω κωλύματος, μόνο το δεύτερο μισό του και κατά τη βραδινή συναυλία.
Ελάχιστοι παγκοσμίως σολίστ πνευστών διαθέτουν τη σταδιοδρομία, τη δισκογραφία και το κύρος του Λίντμπεργκ, ο οποίος ερμήνευσε στην Αθήνα δύο από τα αμέτρητα κοντσέρτα για τρομπόνι που έχει στο ρεπερτόριό του – 135 από αυτά έχουν γραφτεί ειδικά για εκείνον από σύγχρονους συνθέτες!
Το "Κοντσερτίνο για τρομπόνι" του Γερμανού Φέρντιναντ Ντάβιντ αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα κοντσέρτα του πρώιμου ρομαντισμού. Τη φωνητικών ποιοτήτων μελωδική γραφή του με τις πολλές δεξιοτεχνικές απαιτήσεις σε όλη την έκταση του οργάνου απέδωσε με άνεση, πλούσιο ήχο και… ανεξάντλητες αναπνοές ο 67χρονος σολίστ. Απόλαυσε κανείς εξίσου την άρτια ορχηστρική συνοδεία που διέπλασε ο Μπαλτάς, φροντίζοντας ιδιαίτερα τόσο τις ισορροπίες δυναμικής και τον διάλογο με τον σολίστ, όσο και τη γλαφυρή απόδοση των διάσπαρτων αμιγώς ορχηστρικών παραγράφων.
Ακολούθησε ο "Χρυσαετός" ("Golden Eagle Concerto"), το τέταρτο από τα κοντσέρτα που έγραψε ο ίδιος ο Λίντμπεργκ στην προσπάθεια να διευρύνει το περιορισμένο ρεπερτόριο έργων για τρομπόνι. Αληθινό παλίμψηστο εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους επιρροών, από το μουσικό φολκλόρ (ιδίως ιαπωνικό και τουρκικό) μέχρι την τζαζ, την ραπ αλλά και την λάτιν μουσική, το 20λεπτης διάρκειας, λαμπερό πλην κάπως φλύαρο έργο συνδυάζει μια λιτή αλλά σταδιακά ανελισσόμενη κινηματογραφική ενορχήστρωση (ένα α-λα-Σοστακόβιτς φινάλε με σόλι φλάουτων, κλαρινέτου και κόρνου!) με μία άκρως δεξιοτεχνική γραφή -αν και χωρίς ιλιγγιώδη άλματα ρετζίστρων- για το τρομπόνι. Παρότι η γεμάτη αυτοπεποίθηση και μουσικότητα ερμηνεία του Λίντμπεργκ ουδέναν εξέπληξε, ελάχιστοι ανέμεναν την προσεκτική όσο και σβέλτη συνοδεία που εκμαίευσε από την ΚΟΑ ο αρχιμουσικός.
Το πολυσυλλεκτικό, ενδιαφέρον πλην οπωσδήποτε ετερόκλητο πρόγραμμα της βραδιάς είχε εγκαινιάσει νωρίτερα η σύντομη "Βυζαντινή μελωδία για ορχήστρα εγχόρδων" του Αντίοχου Ευαγγελάτου, που έτυχε μιας ωραίας, υποβλητικής εκτέλεσης, με ιδιαίτερα πλαστική εκτύλιξη της φραστικής από τα έγχορδα.
Το δεύτερο μέρος ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στη γαλλική ρομαντική μουσική. Αρχικά προσφέρθηκε η σουίτα (που επεξεργάσθηκε ο Κεκλέν) από τη σκηνική μουσική του Φωρέ για το θεατρικό έργο "Πελλέας και Μελισσάνθη" του Βέλγου συμβολιστή Μετερλένκ. Η μελαγχολική κομψότητα και οι αιθέριες ατμόσφαιρες της γραφής δικαιώθηκαν απόλυτα από το μεστό πλην καλλιεργημένο ήχο των εγχόρδων, την ευγένεια της φραστικής, τη ρευστότητα απόδοσης των μελωδικών θεμάτων και τα έξοχα σόλι των πνευστών, ξύλινων (Βάμβας, Μουρίκης, Λιοδάκης) και χάλκινων (Καραμπέτσος). Μια ιδιαίτερη μνεία πρέπει στο ποιητικό φλάουτο του Νικόπουλου, που απογείωσε τη δημοφιλή λεπταίσθητη "Σισιλιάνα" μαζί με την άρπα της Ξαγαρά και το κόρνο του Σίσκου.
Αν ο Μπαλτάς τόνισε στην παρτιτούρα του Φωρέ όλη τη φινέτσα και το διακριτικό συναίσθημα της γαλλικής μουσικής, στη σουίτα μπαλέτου από την όπερα "Ο Σιντ" του Μασνέ ανέδειξε θαυμαστά την ευφάνταστη ενορχήστρωση, που αξιοποίησε με τέχνη τα ηχοχρώματα των διαφόρων οργάνων και τις τόσο δημοφιλείς "εξωτικές" (εν προκειμένω ισπανικές) ρυθμομελωδικές αναφορές. Αυτή η ακολουθία επτά χορών προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της Ισπανίας αποδόθηκε με ρυθμικό σφρίγος, καλαίσθητες συνεισφορές ξύλινων (πχ. του πίκκολο του Σταθουλόπουλου και του φλάουτου του Νικόπουλου στην "Ωμπάντ" ή του φλάουτου του Νικόπουλου και του αγγλικού κόρνου της Παντελίδου στην "Μαδριλένα"), χάλκινων πνευστών και κρουστών, κυρίως όμως με έναν αβίαστο λικνιστικό βηματισμό, που πρόδιδε τη μακρά οπερατική εμπειρία του αρχιμουσικού. Κάθε χορός εξέπεμπε εξαίσια το μοναδικό του χαρακτήρα: αισθησιασμό, πάθος, νωχελικότητα, μεγαλοπρέπεια.
Ένα απολαυστικό συναυλιακό φινάλε που προκάλεσε έντονες επευφημίες για την ορχήστρα και τον -αδιαφιλονίκητο πρωταγωνιστή- 77χρονο αρχιμουσικό!

Δύο εβδομάδες νωρίτερα (23/1), η ΚΟΑ έδωσε την καλύτερη ίσως φετινή συναυλία της υπό τον ικανότατο Βενεζουελάνο αρχιμουσικό Ροντόλφο Μπαράες, που διέπλασε εμπνευσμένες και τελειοθηρικά φροντισμένες εκτελέσεις έργων διαφορετικού ύφους, αλλά με κυρίαρχη και πάλι τη χορευτική διάσταση.
Αρχικά προσφέρθηκε μία εξαιρετική εκτέλεση της εισαγωγής στη μουσική για μπαλέτο "Τα πλάσματα του Προμηθέα" του Μπετόβεν, που έσφυζε από παλμό και λικνιστική διάθεση. Κομβικό υπήρξε εν προκειμένω το αέρινο, ασύλληπτης διαφάνειας παίξιμο των…πολυάριθμων (περίπου 50!) εγχόρδων του συνόλου, επίτευγμα τόσο σπάνιο που αξίζει να σημειωθεί και επαινεθεί.
Αν η εισαγωγή ήχησε ιδανικά προσαρμοσμένη στην αισθητική του κινήματος "Θύελλα και ορμή", στο επόμενο έργο, το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν, με σολίστ την Ελισάβετ Κουναλάκη, φωτίσθηκαν ευπρόσδεκτα οι καταβολές του στον κλασικισμό ενός Χάυντν.
Η διαύγεια ήχου των εγχόρδων αποτέλεσε και εν προκειμένω καθοριστικό παράγοντα της πολύ μαλακής συνοδείας που άντλησε ο Μπαράες από την ΚΟΑ. Όμως, τα φώτα τράβηξε η από κάθε άποψη απαστράπτουσα ερμηνεία της Κουναλάκη: με πόση χάρη, κομψότητα και δροσιά ήχησαν τα δύο γρήγορα ακραία μέρη, με πόση τρυφερότητα και στοχαστικότητα το ενδιάμεσο adagio, πόσες εκλεπτύνσεις χρωμάτισαν τον γεμάτο, "στρογγυλό", σταθερά όμορφο ήχο της, με πόσο αβίαστη δεξιοτεχνία αποδόθηκε -ήδη από το αριστοτεχνικό της fugato- η εντυπωσιακή καντέντσα στο τέλος του πρώτου μέρους, πόση δραματουργική παρουσία επενδύθηκε στους παιγνιώδεις τονισμούς του καταληκτικού ροντό! Μία ερμηνεία κλασικού περιγράμματος, ανεπιτήδευτης συναισθηματικής αμεσότητας και αφηγηματικής ευφράδειας, που καθήλωσε από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα!
Στη δικαιολογημένα θερμότατη υποδοχή του κοινού η Κουναλάκη αντιχάρισε εκτός προγράμματος μίαν ακόμη μοναδικής (δεξιο)τεχνικής αρτιότητας και εκφραστικής πληρότητας ερμηνεία της "Ελεγείας" του Ραχμάνινοφ, καθιστώντας επείγουσα την ανάγκη να την ξανακούσουμε σύντομα στο πλαίσιο ενός ατομικού ρεσιτάλ.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με εννέα αποσπάσματα από τις τρεις συμφωνικές σουίτες που άντλησε ο Προκόφιεφ από το δημοφιλές μπαλέτο του "Ρωμαίος και Ιουλιέτα".
Διαθέτοντας ευπρόσδεκτα περισσότερο χορογραφική πάρα συμφωνική ροή, η εκτέλεση ανέδειξε έξοχα τον πλούτο της ενορχήστρωσης, ενώ υπογράμμισε με πρωτοφανή ρευστότητα αφήγησης τις διαφορετικές διαθέσεις (τρυφερή/λυρική - επίσημη - δραματική/αιχμηρή) της μουσικής. Πάρα κάποιους μικρούς τοπικούς αποσυντονισμούς, το συναρπαστικό ακρόαμα οριοθέτησαν προσεγμένες διακυμάνσεις ταχυτήτων και δυναμικών, μεγάλη ρυθμομελωδική ενέργεια, εντυπωσιακά σόλι ξύλινων πνευστών (φλάουτου του Νικοπούλου, κλαρινέτου του Γιαννάκα, όμποε του Γιάννη Οικονόμου, σαξοφώνου του Μαυρομμάτη), λαμπερές συνεισφορές των χάλκινων (των υπό τον Σαλβάνο κόρνων, τούμπας του Ραράκου), δραματουργικά ενεργή παρουσία των κρουστών, κυρίως όμως το ασυνήθιστα μαλακά και σβέλτο παίξιμο των εγχόρδων, που πρέπει να πιστωθεί στη δουλειά του αρχιμουσικού. Με αποκορύφωμα τις εξαιρετικές "Μάσκες" αλλά και την επίδειξη δεξιοτεχνίας στη σκηνή του "Ρωμαίου στον τάφο της Ιουλιέτας", ανάλαφρες και δραματικές σκηνές αναπαραστάθηκαν μουσικά με ανατριχιαστική γλαφυρότητα!
Μία από κάθε άποψη εξαιρετική συναυλία ενώπιον ενός υποδειγματικά προσηλωμένου κοινού, που δικαιολογεί σίγουρα μια νέα πρόσκληση του ικανότατου και χαρισματικού Μπαράες.

Εμβόλιμα (30/1), η -ελλιπώς εξοικειωμένη με το ρεπερτόριο του μοντερνισμού- ορχήστρα έδωσε, σε συνδιοργάνωση με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, μια συναυλία για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Πιερ Μπουλέζ (1925-2016), μιας από τις πιο ριζοσπαστικές και επιδραστικές μορφές της μεταπολεμικής σύγχρονης μουσικής.
Η οφειλόμενη -έστω και καθυστερημένη… κατά κάποιους μήνες- τιμή περιελάμβανε έργα του Μπουλέζ, αλλά και συνθετών που επηρέασαν τον ίδιο αλλά και το μεταπολεμικό μουσικό μοντερνισμό... Το πρόγραμμα της συναυλίας, που σηματοδότησε την επιστροφή στο πόντιουμ του πρώην διευθυντή της ΚΟΑ Στέφανου Τσιαλή, άνοιξε με δύο έργα συνθετών της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης που γράφτηκαν υπό το πένθος για την απώλεια προσφιλών τους προσώπων.
Τα συντομότατα "6 κομμάτια για ορχήστρα" (έργο 6) του Βέμπερν αποδόθηκαν, σε μία -όχι αδικαιολόγητα- υστερορομαντική οπτική, με ακρίβεια, αλλά κάπως στον πρώτο βαθμό: έλειψαν εδώ οι νυχτερινού λυρισμού αποχρώσεις, που συνήθως συνδέει κανείς με το έργο του -σύγχρονου του- Μπεργκ.
Αυτές έγιναν ακόμη λιγότερο αισθητές στο ορχηστρικό παίξιμο του συγκλονιστικού "Κοντσέρτου για βιολί - στη μνήμη ενός αγγέλου" του ίδιου του Μπεργκ, που δόθηκε ακολούθως με σολίστ τον εκλεκτό αλβανικής καταγωγής βιολιστή μας Ιόνιαν-Ηλία Καντέσα, καλλιτέχνη με εγνωσμένα υψηλή αντίληψη ύφους και αισθητικής της συγκεκριμένης γραφής.
Στο επηρεασμένο από την πρόωρη απώλεια της δεκαοκτάχρονης Μανόν Γκρόπιους κοντσέρτο η πρωτοκαθεδρία ανήκει σίγουρα στο βιολί, το οποίο, όμως, ευχαρίστησε εν προκειμένω περισσότερο σε επίπεδο τεχνικής (όπως στην έξοχα αποδοθείσα καντέντσα του β’ μέρους) παρά έκφρασης. Παρά την ανεπίληπτη ορθοτονία και την καλλιέπεια του ήχου του Καντέσα, αυτός σπάνια "επιβαλλόταν", ιδίως στο α’ μέρος, λόγω και της ατελούς διαχείρισης των δυναμικών σε επίπεδο ορχήστρας. Σταδιακά, η εύπλαστη φραστική, οι εκλεπτύνσεις (πχ στη γλαφυρή απόδοση του μπαχικού κοράλ του β’ μέρους) και η ευαισθησία του συναισθήματος αύξησαν τον εκφραστικό αντίκτυπο της ερμηνείας, χωρίς όμως να αρκούν για την εντελή ανάδειξη των εναλλαγών των ιδιότυπα "ερμητικών" διαθέσεων της εξαίσιας παρτιτούρας. Και τούτο γιατί η μεγαλύτερη έγνοια του Τσιαλή για την απόδοση του ορχηστρικού μέρους απ’ό,τι για τη συνοδεία του 34χρονου σολίστ δεν βρήκε ιδανική ανταπόκριση από τα έγχορδα, το παίξιμο των οποίων στερείται ακόμη πλαστικότητας και φινέτσας. Παρά τη ραγδαία βελτίωσή τους τα τελευταία χρόνια, χρειάζεται ακόμη αρκετή "εσωτερική" δουλειά στη συγκεκριμένη υπο-ομάδα, ώστε να αυξηθεί η ποιότητα του ήχου και ο συντονισμός…
Εκτός προγράμματος ο Καντέσα απέδωσε εξαιρετικά το τρίτο μέρος από τη νεανική "Σονάτα για σόλο βιολί" του Σκαλκώτα.
Όπως ίσως αναμενόταν, πολύ καλύτερα ήχησε το κοσμαγάπητο -και γνωστό στην ορχήστρα- "Πρελούδιο στο απομεσήμερο ενός φαύνου" του Ντεμπυσσύ, μια εμβληματική ιμπρεσιονιστική σύνθεση που με τις ιδιαίτερες αρμονίες της έδειξε το δρόμο για το μοντερνισμό. Τη ρυθμικά αινιγματική αυτή αιώρηση ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα εισήγαγε θαυμάσια το πτητικού ήχου και ωραίας γραμμής φλάουτο της Πιλαφτσή. Η αισθησιακή ενορχήστρωση αποδόθηκε μεν στρωτά, με πλαστική φραστική και προσεγμένες μεταπτώσεις, αλλά χωρίς μυστήριο. Πολύ καλές ήσαν οι κρίσιμες σολιστικές συνεισφορές από τα ξύλινα πνευστά (πχ. το όμποε του Γιάννη Οικονόμου και το κλαρινέτο του Γιαννάκα), την άρπα της Ξαγαρά αλλά και το α’ βιολί (Χατζηνικολάου).
Τη βραδιά ολοκλήρωσαν οι 5 "Notations (Σημειώσεις) για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα" (πάνω από 110 όργανα, εκ των οποίων 30 πνευστά, 8 κρουστά, 3 άρπες, πιάνο και τσελέστα!) του τιμώμενου Μπουλέζ, μια εκ βάθρων ανασύνθεση-μεταμόρφωση σειράς αφοριστικά σύντομων δωδεκάφθογγων πιανιστικών έργων, που είχε γράψει στα 20 του χρόνια, όταν φοιτούσε στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού.
Με την επιφύλαξη της 7ης Notation, που δεν ήχησε τόσο "ιερατικά" όσο προβλεπόταν, η εκτέλεση υπήρξε υποδειγματικά ακριβής και άρτια παιγμένη από τεχνικής άποψης από την -ενισχυμένη με 30 έκτακτους μουσικούς!- ΚΟΑ. Βέβαια, τα περιθώρια έκφρασης σε ένα έργο που προβάλλει ως καθαρή άσκηση ηχοχρωμάτων είναι εκ των πραγμάτων μάλλον περιορισμένα…
Κεντρική φωτογραφία: Ο Σουηδός τρομπονίστας Κρίστιαν Λίντμπεργκ, σολίστ στη συναυλία της ΚΟΑ υπό τον Άλκη Μπαλτά ("Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 6/2) © Μαργαρίτα Yoko Νικητάκη

