Με τη σύζυγό του Μυρτώ και τον Μάνο Χατζιδάκι στο Ηρώδειο (Αύγουστος 1976) © Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη
Είναι δύσκολη η συμφιλίωση με την ιδέα ότι η Ελλάδα προχωρά στον βαθύτερο 21ο αιώνα δίχως τον Μίκη Θεοδωράκη και τους λοιπούς "μεγάλους" της απόντες, όσους τη χαρακτήρισαν με τη δράση τους, αφήνοντας μια ζώσα κληρονομιά που δεν έχει πάψει να απασχολεί. Πάντως, πίσω από τη λάμψη και τα πηχιαία γράμματα ετικετών όπως "μεγάλος" και "σπουδαίος", πίσω από την εγχώρια και διεθνή προβολή την οποία απόλαυσε όσο βρισκόταν εν ζωή, ο Θεοδωράκης εξακολουθεί να διατηρεί και άγνωστες πτυχές.
Ίσως φαντάζει αντιφατικό. Παύει, όμως, εάν σκεφτούμε ότι δεν είναι όλες του οι συνεισφορές στο τραγούδι εξίσου φωτισμένες, ότι η συμφωνική του μουσική δεν έγινε αναλόγως γνωστή, ότι υπήρξε προσωπικότητα με διασυνοριακό μαγνητισμό, η οποία δεν σφράγισε μόνο την τέχνη, αλλά και τη σκέψη, όπως βέβαια και τα λεγόμενα "κοινά". Ένα τέτοιο "όλον", λοιπόν, το εξερευνάς και το αναδιαπραγματεύεσαι διαρκώς· δεν γίνεται να το γνωρίσεις μια κι έξω ή να το χωρέσεις σε ένα και μόνο βιβλίο. Ακόμα κι αν μιλάμε για τον τόμο "Μίκης Θεοδωράκης 100 Χρόνια" που κυκλοφόρησαν οι Εκδόσεις Μέλισσα τον Δεκέμβριο του 2025, συμμετέχοντας στους εορτασμούς για τον έναν αιώνα από τη γέννησή του.

Πρόκειται για δίγλωσσο (ελληνικά/αγγλικά) συλλογικό έργο 200 σελίδων, το οποίο έχει χαρακτήρα λευκώματος με σκληρή, πανόδετη βιβλιοδεσία και αρθρώνεται πάνω σε πλούσια τεκμήρια από το προσωπικό αρχείο του συνθέτη. Ο ίδιος το εμπιστεύτηκε στη Μουσική Βιβλιοθήκη "Λίλιαν Βουδούρη" του Συλλόγου Οι Φίλοι Της Μουσικής (1997), η οποία το έχει πλέον ψηφιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στην επιμέλεια του τόμου συναντάμε την υπεύθυνη του Τομέα Ελληνικής Μουσικής της Βιβλιοθήκης, Βάλια Βράκα, καθώς και τον Αλέξανδρο Χαρκιολάκη –Διευθυντή του Συλλόγου Οι Φίλοι Της Μουσικής. Όμως, με δεδομένο τον όγκο του διαθέσιμου υλικού, δεν θα μπορούσαν να έχουν αξιοποιήσει και τις αγγλόφωνες σελίδες, στοχεύοντας σε μια ακόμα πλουσιότερη έκδοση;
"Δεν ήταν ένας τυπικός εκδοτικός συμβιβασμός, αλλά μια συνειδητή επιλογή", μας απαντούν, συμπληρώνοντας ότι "ο Μίκης Θεοδωράκης δεν υπήρξε ποτέ μια μορφή που ανήκει αποκλειστικά στο εθνικό πλαίσιο. Το έργο και η σκέψη του κινήθηκαν εξαρχής σε έναν διεθνή ορίζοντα, τόσο καλλιτεχνικά όσο και πολιτικά. Η διεθνής του παρουσία –στις αίθουσες συναυλιών, στον κινηματογράφο, στα κινήματα ειρήνης, στον δημόσιο λόγο– εξακολουθεί να υφίσταται όχι ως ανάμνηση, αλλά ως ενεργό σημείο αναφοράς. Με αυτήν ακριβώς την έννοια η δίγλωσση μορφή του λευκώματος επιτρέπει στο υλικό να συνομιλεί με ένα διεθνές αναγνωστικό κοινό".

Εντωμεταξύ δεν ήταν η μόνη κρίσιμη απόφαση, αφού οι δύο επιμελητές απέφυγαν τη χρονολογική ιχνηλάτηση της θεοδωράκειας διαδρομής, διαλέγοντας να την κοινωνήσουν όχι με τον δικό του λόγο, αλλά (κυρίως) μέσω κειμένων υπογεγραμμένων από ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά και συμπορεύτηκαν μαζί του. Αρχικά δεν καλοδέχτηκα αυτή τους την αντίσταση στην ιστορική γραμμικότητα της αφήγησης. Καθώς προχωρούσα, όμως, αντιλήφθηκα ότι έπραξαν πολύ σωστά, γιατί ο Μίκης Θεοδωράκης έζησε μια ζωή που δεν φωτίζεται όπως της πρέπει, εάν προσπαθήσεις να την αντικρίσεις σε πλαίσια ασφυκτικά περικλεισμένα από ημερομηνίες.

Εξηγώντας μας την οπτική τους, οι επιμελητές τόνισαν ότι "η ζωή του αντιστέκεται στη γραμμική αφήγηση γιατί δεν εξελίχθηκε ποτέ "κατά σειρά". Σύνθεση, πολιτική δράση, εξορία, θεωρητικός λόγος, λαϊκή αποδοχή και διεθνής αναγνώριση δεν διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά συνυπάρχουν διαρκώς". Πιστεύουν, επίσης, ότι ο Θεοδωράκης έζησε πολλές διαφορετικές ζωές, ταυτόχρονα: ως δημιουργός λόγιας και λαϊκής μουσικής, ως πολιτικό υποκείμενο, ως διανοούμενος. Έτσι, "κάθε απόπειρα αυστηρής χρονολογικής ταξινόμησης αδικεί αυτή την πυκνότητα και πολλές φορές αποπροσανατολίζει. Γι' αυτό το λεύκωμα απομακρύνεται από τη γραμμική αφήγηση και συγκροτείται θεματικά, με τον χρόνο να λειτουργεί ως πεδίο εμπειριών και όχι ως χρονολογική ακολουθία".

Πράγματι, η δόμηση σε 10 θεματικά κεφάλαια λειτούργησε ευεργετικά, δείχνοντας την αέναη σύμπλευση του στοχαστή, του καλλιτέχνη και του πολιτικού, όπως και την ιδιαίτερή του κίνηση μεταξύ τοπικού και παγκόσμιου. Μάλιστα, τα συνοδευτικά γραπτά ενίσχυσαν αυτόν τον πλουραλισμό, καταδεικνύοντας τι αποτύπωμα άφησε σε όσους άγγιξε με μια πλευρά, έστω, του δημιουργικού του ήλιου: αξίζει, λ.χ., να προσέξετε την "Αιώνια Μελωδία μιας Φιλίας" του Zülfü Livaneli, τη μαρτυρία του Μάκη Μάτσα για τον Θεοδωράκη της δισκογραφίας μεταξύ Δικτατορίας και Μεταπολίτευσης ή το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη περί ποίησης και μουσικής (από την "Επιθεώρηση Τέχνης" του 1965). Κάτι τέτοιο, εντωμεταξύ, αποδείχθηκε και εκδοτικώς ορθό, από τη στιγμή της παράλληλης κυκλοφορίας του τεύχους "100 Χρόνια Μίκης Θεοδωράκης: Έργα & Ημέρες" του περιοδικού Μετρονόμος (επίσης Δεκέμβρης 2025), όπου συγκεντρώθηκαν όλα τα κείμενα του ίδιου του συνθέτη για τους δίσκους του. Άλλωστε, το πιο ζωηρό μήνυμα που εκπέμπει ο τόμος είναι ότι η συζήτηση για τον Θεοδωράκη μέλλει να είναι διαρκής –δεν θα τελειώσει με ένα και μόνο magnum opus.
Ασφαλώς, η Βάλια Βράκα και ο Αλέξανδρος Χαρκιολάκης δεν φρόντισαν μόνο για τα κείμενα, αλλά και για τις ανάγκες του ματιού, εμπλουτίζοντας την έκδοση με σπάνιες φωτογραφίες, παρτιτούρες, χειρόγραφα, εικόνες προγραμμάτων κλπ. Προσωπικά, δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί τον συνθέτη με μουστάκι (1950, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης), ενώ επιγραμματικά αξίζει να σταθεί κανείς και σε μερικά ακόμα καλούδια: στη φωτογραφία από την προεκλογική του εκστρατεία με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά στη Δραπετσώνα (1964), στην ανατύπωση του αφιερώματος του ιταλικού περιοδικού "L' Opera" στην όπερα Κώστας Καρυωτάκης: Οι Μεταμορφώσεις του Διονύσου (1987), αλλά και σε μια φωτογραφία του 1963 όπου στέκεται πλάι στον Μάνο Χατζιδάκι, έχοντας παραδίπλα τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Ευάγγελο Αβέρωφ & Κωνσταντίνο Τσάτσο. Ιδιαίτερη μνεία, βέβαια, αξίζει και το κουτί με πούρα Αβάνας που του έστειλε ο Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος το συνυπογράφει με τον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο Β', σε ένα από τα εκείνα τα σχεδόν απίστευτα (μα αληθινά) στιγμιότυπα του ιστορικού γίγνεσθαι.

Αλλά το πιο αναπάντεχο απόκτημα είναι το δισκάκι βινυλίου το οποίο συνοδεύει την έκδοση, περιέχοντας τρεις ακυκλοφόρητες οικογενειακές ηχογραφήσεις: στη μία, ακούμε τους γονείς του, τον Γιώργη και την Άσπα Θεοδωράκη, να λένε ντουέτο την "Απαγωγή" του· στη δεύτερη ο ίδιος ο Μίκης βρίσκεται καθισμένος στο πιάνο, παίζει τις μελωδίες από "Το Παλληκάρι Έχει Καημό" και το "Μια Νυχτερίδα Στη Σκεπή" και τα τραγουδά μαζί με τη μητέρα του. Η ένταξη του δίσκου δεν έχει μόνο συλλεκτική ή νοσταλγική λειτουργία, εξηγούν Βράκα & Χαρκιολάκης: "η απόφαση προέκυψε από την ανάγκη το λεύκωμα να μην παραμείνει μόνο ως τεκμήριο προς ανάγνωση, αλλά να ακούγεται –να βιώνεται. Το βινύλιο δε ως υλικό παραπέμπει σε μια ακρόαση οικιακή, σχεδόν τελετουργική, που επαναφέρει τον ήχο στο κέντρο της σχέσης μας με το έργο του".
Βέβαια, όπως παραδέχεται και ο Γιώργης Θεοδωράκης, οι εν λόγω ηχογραφήσεις δεν έχουν να προσφέρουν παρά την πατρική και μητρική στοργή προς ένα αγαπημένο παιδί. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, φέρνουν στο προσκήνιο την ίσως πιο υποφωτισμένη έκφανση του Μίκη Θεοδωράκη. Όπως συμπλήρωσαν και οι δύο επιμελητές, "η δημόσια εικόνα του συνθέτη, του αγωνιστή, του διεθνούς συμβόλου, συχνά επισκίασε τις ιδιότητες του γιου, του αδελφού, του συζύγου, του πατέρα. Κι όμως, αυτές οι σχέσεις υπήρξαν καθοριστικές για τη διαμόρφωσή του ως ανθρώπου και καλλιτέχνη". Μας αποκάλυψαν, επίσης, ότι ο πρώτος που συγκρότησε το αρχείο Θεοδωράκη ήταν ο πατέρας του. Έτσι, είδαν το συνοδευτικό βινυλιάκι (και) ως μια χειρονομία τιμητική προς τα πρόσωπα των γονιών του.
