© Παυλίνα Πλουμπίδη
Αρκετά περιορισμένη υπήρξε η παρουσία των ρεσιτάλ πιάνου κατά το πρώτο τρίμηνο της τρέχουσας καλλιτεχνικής περιόδου, αντίθετα με ό,τι έχει προγραμματισθεί στις αθηναϊκές αίθουσες συναυλιών για το ξεκίνημα του 2026. Τρία από αυτά δόθηκαν στην αίθουσα του Μουσείου Μπενάκη (της οδού Πειραιώς) από ανερχόμενους ή νέους πιανίστες από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Στις 27/12/2025 παρακολουθήσαμε το ρεσιτάλ του Λετονού πιανίστα Γκεόργκις Οσόκινς, ο οποίος τράβηξε πέρσι τα φώτα της δημοσιότητας υπογράφοντας αποκλειστικό συμβόλαιο με την Deutsche Grammophon, στην οποία ηχογράφησε το πρώτο του CD με το σύνολο των πιανιστικών έργων του Άρβο Παιρτ.
Με τρία σύντομα κομμάτια ("Για την Αλίνα", "6 παραλλαγές για την ανάρρωση της Αρίνουσκα", "Βαλς Ουκουάρου") και τη μεταγραφή για πιάνο των εμβληματικών "Fratres" ("Αδελφών") του 90χρονου Εσθονού συνθέτη άνοιξαν τα δύο μέρη του ευχάριστα πολυσυλλεκτικού προγράμματος. Η απλότητα του παιξίματος και η ευέλικτη διαχείριση του -κατά βάση, "στατικού"- χρόνου δικαίωσε απόλυτα τη στοχαστικότητα και το ερμητικό συναίσθημα των μινιμαλιστικού στίγματος έργων.
Ό,τι ακολούθησε κινήθηκε στους αντίποδες, καταδεικνύοντας τη μεγάλη δεξιοτεχνική άνεση αλλά και μια κάποια ερμηνευτική επιτήδευση του 30χρονου σολίστ. Αυτή έγινε αισθητή κυρίως στην περίφημη πιανιστική μεταγραφή από τον Μπουζόνι της "Σακόν" από την 2η "Παρτίτα για σόλο βιολί" (ΒWV 1004) του Γ.Σ. Μπαχ. Υιοθετώντας εξαιρετικά γρήγορα αλλά διόλου συνεκτικά τέμπι, δίνοντας υπερβολικά έμφαση στο ρυθμό και την προβολή των αντιθέσεων της γραφής, η εκτέλεση υπήρξε ελάχιστα "οργανική" και άμβλυνε την πολυφωνική πολυπλοκότητα αλλά και την ιδιότυπη ποιητική της σύνθεσης, μίας από τις πλέον σημαντικές της παγκόσμιας πιανιστικής φιλολογίας.
Η θαυμάσια ανάδειξη του ρυθμικού στοιχείου, η ευγένεια του λικνισμού και η μεγάλη πλαστικότητα της φραστικής εντυπωσίασαν, όμως, σε δύο "Μαζούρκες" (τις υπ’αρ. 4 του έργου 30 και 3 του έργου 50) του Σοπέν αλλά και σε μία Μαζούρκα (την υπ’αρ. 7 του έργου 25) και τη "Χορευτική θωπεία" του Σκριάμπιν. Στο συναρπαστικό Ποίημα "Προς τη φλόγα" του Ρώσου συνθέτη ευχαρίστησε ιδιαίτερα η γλαφυρότατη προβολή της σωρευόμενης έντασης της γραφής. Αντιθέτως, οι ερμηνείες τόσο του Ποιήματος "Ονειροπολώντας με βαθύ γλυκασμό" του Σκριάμπιν όσο και δύο Πρελουδίων του Ραχμάνινοφ (των υπ’αρ. 4 του έργου 23 και 12 του έργου 32), παρότι τεχνικά ανεπίληπτες, ήχησαν συναισθηματικά αποστασιοποιημένες.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με μία εξαιρετική εκτέλεση της δυσκολότατης Φαντασίας οιονεί Σονάτας "Μετά από ανάγνωσμα του Δάντη" του Λιστ, τελευταίου σκέλους του 2ου (Ιταλία) από τα "Χρόνια προσκυνήματος". Χωρίς να χάνει ούτε στιγμή τον ειρμό της αφήγησης, ο Οσόκινς φώτισε την ανήσυχη, συχνά βίαιη δραματουργία της με μεγάλο, ιδιαίτερα αιχμηρό ήχο και ανάγλυφες αντιθέσεις των στιγμών έντασης και καταλλαγής. Αξιοποίησε προς τούτο ένα παίξιμο λαμπερής δεξιοτεχνίας αλλά και ουκ ολίγων διακινδυνεύσεων, ποιότητες εκ των ων ουκ άνευ για τη δικαίωση της απερίφραστα ρομαντικής γραφής του Λιστ.
Αυτές υπηρέτησαν, ακόμη καλύτερα ίσως, και την εκτός προγράμματος απόδοση της 15ης "Ουγγρικής ραψωδίας" του Λιστ (που περιλαμβάνει το δημοφιλές "Εμβατήριο Ράκοτσυ" από την "Καταδίκη του Φάουστ" του Μπερλιόζ), η οποία ακούσθηκε στην άκρως δεξιοτεχνική εκδοχή του θρυλικού πιανίστα Βλαντίμιρ Χόροβιτς με πρόσθετες παρεμβάσεις του ίδιου του σολίστ. Η εξέλιξη του τόσο ταλαντούχου πιανίστα αναμένεται, εύλογα, με μεγάλο ενδιαφέρον.

Ένα μήνα νωρίτερα (28/11/2025) ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης προσέφερε, στην ασφυκτικά γεμάτη "Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος", το πρώτο από τα πέντε συνολικά προγράμματα ενός κύκλου του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών γύρω από τον πιανιστικό Ραχμάνινοφ, στο πλαίσιο του οποίου θ’ακουσθούν μείζονα έργα του για σόλο πιάνο αλλά και το σύνολο αυτών για πιάνο και ορχήστρα.
Στο επίκεντρό του βρέθηκαν οι "Παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα του Κορέλλι", που στην πραγματικότητα είναι η… μη προερχόμενη από την πένα του χορευτική μελωδία "La Folia", διάσημη στην Ιβηρική χερσόνησο του 15ου αιώνα. Ο σολίστ τις ερμήνευσε με σαφή δεξιοτεχνική ασφάλεια, καθαρότητα και ένα περίτεχνο κράμα φαντασίας και αποχρώσεων, που επέτρεψαν -χωρίς να χαθεί ούτε στιγμή η αίσθηση της συνοχής- να φωτισθούν οι ρυθμικές και κυρίως αρμονικές πρωτοτυπίες της "ρομαντικού" στίγματος επεξεργασίας του θέματος από τον Ραχμάνινοφ (που απώλεσε, πάντως, στα χέρια του τη χορευτική του διάσταση).
Εντελώς διαφορετικών αν και εξίσου υψηλών απαιτήσεων υπήρξαν τα έργα με τα οποία άνοιξε και ολοκληρώθηκε η βραδιά. Σε τέσσερις από τις "12 Σπουδές" του έργου 8 του Σκριάμπιν (με τις έντονες επιρροές από αντίστοιχα έργα των Σοπέν και Ραχμάνινοφ) θαύμασε κανείς την ανάδειξη της ρυθμικής πολυπλοκότητας και της χρωματικής αρμονίας τους μέσα από ένα παίξιμο που συνδύαζε φραστική μεγάλης πλαστικότητας, αβίαστες διακυμάνσεις ταχυτήτων και δυναμικών, ήχο σπάνιων εκλεπτύνσεων αλλά και συναίσθημα.
Η ατσάλινη τεχνική (τρίλιες και αρπισμοί μεγάλης ευφράδειας!) και η υψηλή συγκέντρωση του Γουβέλη επιστρατεύθηκαν, ακολούθως, για μία επιβλητική ερμηνεία της αποκρυφιστικής 9ης Σονάτας του Σκριάμπιν. Καθώς η τόσο προσωπική μουσική γλώσσα του ιδιοφυούς συνθέτη αποτυπώνεται εν προκειμένω σε μία γραφή έντονα χρωματική, αλλά αενάως κορυφούμενης πολυπλοκότητας, η δραματουργικά συνεκτική απόδοση των άλλοτε απόκοσμα αινιγματικών άλλοτε τεταμένων στα όρια του παροξυσμού παραγράφων υπογράμμισε εύστοχα την αιώρηση της επονομαζόμενης "Μαύρης λειτουργίας" στο μεταίχμιο ύστερου ρομαντισμού και πρώιμου μοντερνισμού.
Ολόκληρο το δεύτερο μέρος του προγράμματος καλύφθηκε από τις σταθερά δημοφιλείς "Εικόνες από μια έκθεση" του Μούσσοργκσκυ, που ο Γουβέλης είχε ξαναερμηνεύσει προ εξαετίας στο πλαίσιο Φεστιβάλ πιάνου της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ. Η νεώτερη ερμηνεία αυτού του έργου αισθητικής "περιπάτου" (που ο Ρώσος συνθέτης έγραψε κατόπιν περιήγησης σε μιαν έκθεση έργων -πινάκων, σκίτσων- του φίλου του Βίκτορ Χάρτμαν) υπήρξε ακόμη πιο βιρτουοζίστικη, διέθετε μεγαλύτερη δραματική ένταση (πχ. "Μπύντλο", "Αγορά της Λιμόζ"), εντυπωσιάζοντας στις σκηνές μεγαλοπρέπειας ("Μπάμπα Γιάγκα", "Μεγάλη Πύλη του Κιέβου"), χωρίς να υπολείπεται σε περιγραφικές αρετές ή αφηγηματική ρευστότητα. Έλειψε ίσως μόνο μια μεγαλύτερη παλέτα αποχρώσεων και μια πιο ευφάνταστη αξιοποίηση της δύναμης των υπαινιγμών για την εναργέστερη νοηματοδότηση των μεταπτώσεων διαθέσεων του έργου…
Ανταποκρινόμενος στις θερμότατες επευφημίες του κοινού, ο 48χρονος πιανίστας χάρισε δύο ανκόρ, αρχικά το "Paganini Jazz" του διάσημου Τούρκου πιανίστα Φάζιλ Σάυ και εν συνεχεία το μελαγχολικό "Fado Burnay" του Πορτογάλου συνθέτη και πιανίστα Εντουάρντου Μπουρνάυ, που διατηρεί -κατά δήλωση του ιδίου- ξεχωριστή θέση στην καρδιά του μετά από τη συμπλήρωση 30 χρόνων "επίσημης" σταδιοδρομίας. Μιας σταδιοδρομίας κατά τη διάρκεια της οποίας ο Γουβέλης δάμασε κάθε είδους πληκτροφόρο όργανο, υπηρέτησε με συνέπεια όλες τις ζώνες του ρεπερτορίου στο πλαίσιο ατομικών ρεσιτάλ, βραδιών μουσικής δωματίου ή συναυλιών με ορχήστρες, ωρίμασε εκφραστικά, έγινε ένας εκλεκτός παιδαγωγός, ενώ παράλληλα επιμελήθηκε της συγγραφής ή/και της παρουσίασης μεγάλου αριθμού προγραμμάτων συναυλιών, χειριζόμενος υποδειγματικά γραπτό και προφορικό λόγο…

