@ Χάρης Ακριβιάδης
Ο μοναδικός πλούτος της μουσικής του μπαρόκ χάρισε τις ωραιότερες συναυλίες κατά τη διάρκεια της πρόσφατης εορταστικής περιόδου, που μόλις ολοκληρώθηκε. Οι περισσότεροι από τους θεσμούς κινήθηκαν βέβαια -και πάλι- συντριπτικά στη γνωστή λογική των ασφαλών και σταθερά επιτυχημένων εισπρακτικά επιλογών, όπως π.χ. το Μέγαρο Μουσικής με συναυλίες με βιεννέζικα βαλς της δυναστείας των Στράους (του ad hoc Συνόλου "Γιόχαν Στράους" στις 13-14/12/2025 και της Καμεράτας στις 4/1) ή popular classics (ΚΟΑ στις 29-30/12/2025) και ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου (Γκάσιου και Κεβεντσίδου στο Μέγαρο, 21/12/2025), ενώ την τιμητική τους είχαν και οι παραστάσεις μπαλέτου, με απανωτά sold out για τη θαυμάσια "Ζιζέλ" της Λυρικής αλλά και τον επιτυχημένο "Καρυοθραύστη" στα "Ολύμπια".
Ήταν, όμως, οι εκδηλώσεις μπαρόκ μουσικής - θρησκευτικής και όχι μόνο- που ευχαρίστησαν περισσότερο από πλευράς ρεπερτορίου και ακροάματος. Την κατ’αρχάς πιο ταιριαστή -αν και όχι την πλέον επιτυχημένη- πρόταση κατέθεσε το Μέγαρο με τη συναυλία του διάσημου συνόλου οργάνων εποχής "Οι ανθούσες Τέχνες" υπό τον Πωλ Άγκνιου (16/12/2025). Σε αυτήν ακούσθηκαν 4 (οι υπ’αρ. 1, 3, 5-6) από τις 6 καντάτες του περίφημου "Ορατορίου των Χριστουγέννων" του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, του κατά πολλούς ωραιότερου έργου που έχει ποτέ γραφεί για τη γέννηση του Θεανθρώπου.
Λόγω της μεγάλης του διάρκειας το έργο σπάνια παίζεται ολόκληρο. 4 καντάτες είχαν παιχθεί και πριν από 9 χρόνια στη συναυλία των "Μουσικών του Λούβρου" υπό τον Μαρκ Μινκοφσκί, 3 προ επταετίας από την ΚΟΑ υπό τον Γιώργο Πέτρου στον ίδιο χώρο.
Παρά τη γνωστή ακαταλληλότητα από πλευράς ηχοχωρητικότητας της μεγάλης -και κατάμεστης- "Αίθουσας Χρήστος Λαμπράκης" για συναυλίες με όργανα εποχής, τα σχετικά μικρά κλιμάκια που επέλεξε ο Άγκνιου (25μελής ορχήστρα και 12μελής χορωδία, περιλαμβανομένων των τεσσάρων μονωδών σολίστ) έδωσαν ακριβή εικόνα για τον αυθεντικό τρόπο και τις συνθήκες εκτέλεσης της πρώτης παρουσίασης του ορατορίου το 1734 στη Γερμανία, εντός εκκλησιών, την περίοδο των Χριστουγέννων, προτού αυτό περιπέσει για πάνω από 120 χρόνια στη λήθη!
Η απλότητα της παρουσίασης δικαίωσε την πρωτίστως κοσμική διάσταση της μουσικής, χωρίς να παραβλέπει την πνευματική. Ιδιαίτερη σημασία από πλευράς ήχου είχαν οι επιλογές χωροθέτησης της ορχήστρας, με τα φλάουτα να είναι τοποθετημένα πίσω από τα έγχορδα και τα υπόλοιπα ξύλινα δίπλα τους και μπροστά από τις τρομπέτες. Την ομάδα του σταθερού βασίμου απάρτιζαν ένα βιολοντσέλο, ένα κοντραμπάσο και ένα φορητό εκκλησιαστικό όργανο, ενώ δραματουργικά ενεργά υπήρξαν τα τύμπανα της εκλεκτής σολίστ Μαρί-Ανζ Πετί.
Καθώς ο εστιασμένος ήχος των εγχόρδων προσαρμοζόταν χωρίς πρόβλημα στα εύροα -όχι υπερβολικά σβέλτα- τέμπι του αρχιμουσικού και οι παρεμβάσεις ξύλινων (όμποε) και χάλκινων πνευστών (ιδίως οι τρομπέτες) -αλλά και η συνοδεία τους σε άριες- υπήρξαν θαυμάσιες, ο ήχος αρθρωνόταν με το αναγκαίο σφρίγος και τη δέουσα αιχμηρότητα. Ήταν πρωτίστως στο ορχηστρικό επίπεδο που δικαιωνόταν η ευελιξία, η γλαφυρότητα αλλά και η συναισθηματική νηφαλιότητα της μουσικής διεύθυνσης του Άγκνιου, παρά κάποιες μικρές πτώσεις έντασης (π.χ. στην 3η καντάτα).
Εξίσου σημαντική υπήρξε και η ωραία συνοδεία του τραγουδιού που διασφάλισε ο αρχιμουσικός, αξιοποιώντας την προγενέστερη εμπειρία του ως τενόρος! Ατυχώς, με την εξαίρεση του ανεπίληπτου Ευαγγελιστή του Άγγλου τενόρου Νικ Πρίτσαρντ, ο οποίος ξεχώρισε με το φωτεινό, καλλιεπές τίμπρο, τη στιλπνότητα της φραστικής και την καθαρότητα και εκφραστικότητα της αφήγησης, η φωνητική διανομή ευχαρίστησε λιγότερο, μολονότι υπήρξε οπωσδήποτε ισορροπημένη.
Η Αυστραλή υψίφωνος Μίριαμ Άλλαν ικανοποίησε περισσότερο στις χορωδιακές της συμμετοχές πάρα στα σόλι ή τα ντουέτα (π.χ. στην άρια της "ηχούς"), ενώ από τον Γάλλο τενόρο Μπαστιάν Ριμοντί και την Καναδή κοντράλτο Τζώρτζια Μπουράσκο έλειψε μια εντονότερη φωνητική προσωπικότητα. Πολύ καλός, αντιθέτως, ήταν ο Γερμανός μπάσος Αντρέας Βολφ με στιβαρή παρουσία και ιδιωματική εκφορά στις δοξαστικού χαρακτήρα άριες. Σχετικά νωθρό και με όχι πάντοτε λαγαρή νοηματοδότηση του αδόμενου γερμανικού λόγου ηχούσε ενίοτε και το -σίγουρα επαρκώς συντονισμένο- τραγούδι της χορωδίας.
Όσο κι αν οι παραπάνω επιφυλάξεις άμβλυναν τη ροή της αφήγησης και όθεν τον εκφραστικό αντίκτυπο της αξιόλογης ερμηνείας, θα ήταν άδικο να παραβλέψει κανείς πόσο αυτή ήταν συνεπής στις υφολογικές κατακτήσεις της ιστορικά ενημερωμένης πρακτικής.

Την κορωνίδα των εορταστικών εκδηλώσεων αποτέλεσε αδιαμφισβήτητα η συναυλία, στην ίδια αίθουσα, της Καμεράτας (28/12/2025), κατά την οποία ακούσθηκε -ενδεχομένως για πρώτη φορά στην ολότητά του στην Ελλάδα- ο περίφημος "Εσπερινός της Υπεραγίας Θεοτόκου" του Μοντεβέρντι, ένα από τα αριστουργήματα του πρώιμου ιταλικού μπαρόκ (1610), το οποίο έμεινε ομοίως -για πάνω από 3 αιώνες!- στη λήθη.
Στην εκτέλεση συνέπραξαν η Χορωδία Δωματίου Αθηνών και 4 μονωδοί, η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη, η μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα και οι τενόροι Εμιλιάνο Γκονζαλές Τορό και Χουάν Σάντσο. Ο Γκονζαλές Τορό ανέλαβε και τη μουσική διεύθυνση, στοιχείο κομβικό για την επιτυχία του ακροάματος, αν σκεφθεί κανείς ότι ο Ελβετός τενόρος εδώ και 15 χρόνια έχει επανειλημμένα ερμηνεύσει αλλά και ηχογραφήσει το συγκεκριμένο έργο, ενώ γενικά θεωρείται ένας από τους εγκυρότερους διεθνώς ερμηνευτές του Μοντεβέρντι!
Σε μια σύνθεση όπου χορωδία και σολίστ έχουν σημαντικότερο ρόλο από την ορχήστρα, ο Γκονζαλές Τορό οργάνωσε το ακρόαμα υποδειγματικά. Οι σολίστ χωροθετήθηκαν μπροστά από την -τοποθετημένη σε σχηματισμό Π- χορωδία (της οποίας το ανδρικό και το γυναικείο τμήμα ενίοτε άλλαζαν θέσεις), με τον ίδιο στο κέντρο να κατευθύνει άλλοτε την ορχήστρα άλλοτε τη χορωδία. Μπροστά του και στο μέσο της ορχήστρας βρέθηκε η ομάδα του σταθερού βασίμου, αποτελούμενη από αρχιλαούτο, άρπα και δύο θεόρβες (πλάι σε τσέμπαλο Χρυσικόπουλος] και φορητό εκκλησιαστικό όργανο [Ηλιόπουλος]).
Τα έγχορδα πλαισίωσαν τρία τρομπόνια και 3 κορνέτα, με εξαίρετους μετακεκλημένους σολίστ. Με την εξαίρεση του μοναδικού καθαρά ενόργανου αποσπάσματος ("Sonata sopra Sancta Maria", που απέδωσαν - όρθιοι- οι κορυφαίοι α’ και β’ βιολιών, Μερίνιο Ρουίθ και Αλίτσει, και τα κορνέτα υπό διακριτική φωνητική συνοδεία), η Καμεράτα περιορίσθηκε να συνοδεύει/στηρίζει, συνήθως με λίγα όργανα και με τη γνωστή ακρίβεια, το τραγούδι υπό μία εύροη μουσική διεύθυνση.
Η εξαιρετική Χορωδία Δωματίου Αθηνών, που διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος, ερμήνευσε με ευελιξία, καθαρή άρθρωση και αρκετά εστιασμένο τραγούδι τους 5 Ψαλμούς, τον ύμνο "Ave maris stella" και την ωδή "Magnificat", με τους οποίους αποδίδονται τα καθαρά λειτουργικά κείμενα της ακολουθίας προς την Θεοτόκο.
Όμως, καθώς ο συγκεκριμένος "Εσπερινός" έχει δίκαια χαρακτηρισθεί ως ένα "θέατρο φωνών", η απαράμιλλη γοητεία και ομορφιά του αναδεικνύεται πρωτίστως σε φωνητικό επίπεδο. Είναι στα τόσο τολμηρά τέσσερα κοντσέρτα μικρής κλίμακας για σολίστ και κοντίνουο, που φωτίζεται η πρωτοτυπία μιας γραφής άλλοτε απρόσμενα αισθησιακής άλλο πιο αυστηρής/υποβλητικής. Και εδώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο όχι μόνο η δεξιοτεχνία (εκ των ων ουκ άνευ στον Μοντεβέρντι!) αλλά και η ποιότητα και τα διακριτικά ηχοχρώματα των 4 σολίστ (ακόμη και της ίδιας κατηγορίας, όπως συνέβη με τους 2 τενόρους!) άλλοτε σε θαυμάσιες συνηχήσεις (Μαργαρίτη-Μπάκα στο "Pulchra es" και στο καταληκτικό "Magnificat"), άλλοτε σε μοναδικό διάλογο με πολυφωνία και αναστολές (Γκονζαλές Τορό και Σάντσο στο συγκλονιστικό "Duo Seraphim" με την ευφάνταστη αξιοποίηση φωνητικού βιμπράτο!) άλλοτε με τη χρήση ονειρικής ηχούς/αντίλαλου μεταξύ των 2 τενόρων (στο εντός σκηνής και …παρασκηνίου "Audi coelum" αλλά και στο φινάλε). Πρέπει, τέλος, να εξαρθεί η προσεγμένη σολιστική σύμπραξη αρκετών χορωδών σε διάφορα κοντσέρτα αλλά και η εξαιρετική ενσωμάτωση των φωνών των 4 σολίστ στο τραγούδι της χορωδίας, προεξαρχούσης της Μπάκα.
Παρότι ίσως όχι απόλυτα συμβατή με το εορταστικό πνεύμα των ημερών, αυτή η από κάθε άποψη μοναδική εμπειρία πλούτισε ευπρόσδεκτα τα μουσικά μας πράγματα, χωρίς να σκιασθεί - ευτυχώς- από την ανυπομονησία μέρους του κοινού, που -από ένα σημείο και μετά- έψαχνε αφορμή να χειροκροτήσει…

Επιλέγοντας κάτι διαφορετικό, πέρα από την κατάνυξη των θρησκευτικών έργων, το "Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος" αφιέρωσε, την επομένη (29/12/2025), μία από τις εορταστικές μουσικές του εκδηλώσεις στο πλαίσιο του κύκλου "COSMOS", σε διαφορετικές, πιο παθιασμένες όψεις της μπαρόκ μουσικής. Η μεγάλη "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" γέμισε ασφυκτικά για να παρακολουθήσει τη συναυλία της διακεκριμένης μεσοφώνου Μαρίτας Παπαρίζου και του ιστορικού συνόλου "Οι Σολίστ της Βενετίας" υπό τον σημερινό μουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή τους Τζουλιάνο Καρέλλα, δυόμισι χρόνια μετά την τελευταία κοινή τους εμφάνιση στον ίδιο χώρο (κατά τη διάρκεια τότε της προ-πασχαλινής περιόδου).
Όπως και το 2023, οι συντελεστές παρουσίασαν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα, στο οποίο κοντσέρτα των Κορέλλι και Βιβάλντι πλαισίωσαν μια σειρά από άκρως απαιτητικές άριες από όπερες και ορατόρια συνθετών του μπαρόκ. Έχουμε επανειλημμένα επαινέσει τη σοβαρότητα και το φιλέρευνο πνεύμα της Παπαρίζου, καλλιτέχνιδας που επιμένει -κάπως μοναχικά- να διακονεί τον εξαιρετικά γοητευτικό όσο και περίπλοκο κόσμο του οπερατικού μπαρόκ, σε μια εποχή που το είδος έχει ουσιαστικά εγκαταλειφθεί στη χώρα μας, παρά την ύπαρξη ενός ακόμη αξιόμαχου και ικανότατου καλλιτεχνικού δυναμικού.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο η Παπαρίζου δεν δίστασε να προτείνει σε πρώτη ελληνική (κοντσερτάντε) εκτέλεση -έστω σε ανοιχτό χώρο, την Πλατεία Δαβάκη της Καλλιθέας!- την όπερα του Πόρπορα "Η Αριάδνη στη Νάξο" με μια ομάδα άξιων Ελλήνων συναδέλφων της. Για το ρεσιτάλ της στο ΚΠΙΣΝ επέλεξε (με αξιοπρόσεκτη γνώση) μία σειρά από λίαν απαιτητικές άριες σπάνια παρουσιαζόμενων -ενίοτε και απλώς ακουόμενων- έργων των Γκλουκ, Χαίντελ, Πόρπορα, Βιβάλντι και Αλεσσάντρο Σκαρλάττι, κάποιες από τις οποίες ερμηνεύονται σήμερα από κόντρα-τενόρους.
Η εναλλαγή μεταξύ γρήγορων και αργών κομματιών, που φώτισε γλαφυρά τις χαρακτηριστικές στο μπαρόκ εναλλαγές διαθέσεων και συναισθημάτων, δοκίμαζε συνεχώς αντοχές και δυνατότητες μιας φωνής με σπάνιο "ανδρόγυνο" ηχόχρωμα κοντράλτο, σπηλαιώδους στη χαμηλή περιοχή (με ισχυρές στηθαίες νότες) και αρκετά φερέγγυας στην υψηλή, αναγκαίας προϋπόθεσης για τις εκτινάξεις στην κολορατούρα. Τα χρόνια έχουν βέβαια στοιχίσει από πλευράς ομοιογένειας σε όλη την φωνητική έκταση και κυρίως στη μεγαλύτερη "αδυναμία" της μεσαίας περιοχής, κάτι που πάντως έγινε λιγότερο αντιληπτό σε σχέση με την προ διετίας εμφάνιση.
Εν προκειμένω ήταν οι αργές λυρικές άριες που ευχαρίστησαν περισσότερο, όπως αυτές από την όπερα "Μοίρος και Σελινούντιος" του Πόρπορα και από το ορατόριο "Ιουδήθ" του Αλεσσάντρο Σκαρλάττι. Ανεξαρτήτως της επιθυμίας για μεγαλύτερη ευελιξία ή διανθίσεις, η ασφαλής δεξιοτεχνία επέτρεψε την άρτια απόδοση λυρικών αριών του Χαίντελ (από τις όπερες "Παρθενόπη" και "Ιούλιος Καίσαρ"), ενώ τα όρια της τραγουδίστριας δοκιμάσθηκαν περισσότερο στις απάνθρωπα δύσκολες -από πλευράς αναπνοών και αλμάτων στα ρετζίστρα- άριες του Βιβάλντι (όχι τόσο σε αυτήν από την "Σεμιράμιδα" όσο σε αυτήν από τον "Ηρακλή από τον Θερμώδοντα"). Σε όλες, πρέπει να επαινεθεί η φροντισμένη εκφορά του αδόμενου λόγου.
Η μεγάλη οπερατική εμπειρία του 69χρονου Καρέλλα, ενός από τους πλέον καταξιωμένους διεθνώς λυρικούς μαέστρους, άντλησε από τους εξίσου έμπειρους 14 μουσικούς του συνόλου (13 έγχορδα και ένα τσέμπαλο) μία άκρως υποστηρικτική της μονωδού ορχηστρική συνοδεία, επιλέγοντας τέμπι που σέβονταν τη φωνή.
Εμβόλιμα, προσφέρθηκαν και οι αναγκαίες ορχηστρικές ανάπαυλες, που υπενθύμισαν τη μακρόχρονη (από το 1959!) τριβή των "Σολίστ της Βενετίας" με την παλαιά μουσική, μολονότι εξακολουθούν να παίζουν σε σύγχρονα όργανα, και όχι σε αυτά "εποχής". Μετά από μία κάπως αδιάφορη εκτέλεση του 4ου από τα "Concerti grossi" του έργου 6 του Κορέλλι, ευχαρίστησαν ιδιαίτερα οι ερμηνείες 3 κοντσέρτων για έγχορδα του Βιβάλντι, που πρόδιδαν τη μακρόχρονη εξοικείωση με τα έργα του -αποκαλούμενου και "Κόκκινου Παπά"- συνθέτη. Παρά τη συντηρητική προσέγγιση -σε σχέση με τις κρατούσες σήμερα υφολογικά και ιστορικά ενημερωμένες πρακτικές- του εν λόγω ρεπερτορίου (π.χ. σε δυναμικές, ταχύτητες, διακινδυνεύσεις), οι ερμηνείες τους διέθεταν μουσικότητα, κομψότητα και εκφραστικότητα.
Χάρηκε κανείς τον διάλογο τον Λούτσο Ντεγκάνι, Γκλάουκο Μπερτανίν και Έντζο Λιγκρέστι στο "Κοντσέρτο για τρία βιολιά RV 551" με το μαγικό adagio υπό τη συνοδεία πιτσικάτι του γ’ βιολιού, τη (δεξιο)τεχνική και εκφραστική αρτιότητα του Τζουζέπε Μπαρούττι στο "Κοντσέρτο για βιολοντσέλο RV 419" με το τόσο ευφάνταστο φινάλε, πρωτίστως δε την ανεπίληπτη ηχητική ορθοτονία και δεξιοτεχνία του Ντεγκάνι στο εκτενές και δυσκολότατο "Κοντσέρτο για βιολί "Ο Μέγας Μογγόλος” RV 208"!
Κομμάτια του Βιβάλντι προσφέρθηκαν και εκτός προγράμματος: μία άρια και η εισαγωγή από την όπερα "Η Ολυμπιάδα", κυρίως όμως η περίφημη και σχετικά πρόσφατα ανακαλυφθείσα άρια "Se lento ancora un fulmine" από την χαμένη όπερα "Άργιππος". Μετά από ένα τέτοιο πρόγραμμα, κυριολεκτικά συνάρπασε η ικανότητα ανταπόκρισης της Παπαρίζου στις φωνητικές άκανθες (σε ψηλές και χαμηλές νότες, μεταβάσεις/περάσματα και κολορατούρα) και την πρόκληση εκφραστικής απόδοσης των ακραίων συναισθημάτων που εμπεριέχει αυτή η αριστουργηματική άρια da capo.
Μία σε κάθε περίπτωση ευχάριστη και αξιόλογη συναυλία, μακριά από την πεπατημένη…
Λεζάντα κεντρικής φωτογραφίας: Το σύνολο "Οι Ανθούσες Τέχνες" υπό τον Βρετανό αρχιμουσικό Πωλ Άγκνιου ερμηνεύει μία καντάτα από το "Ορατόριο των Χριστουγέννων" του Γ.Σ. Μπαχ κατά τη διάρκεια συναυλίας στην "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (16/12/2025) @ Χάρης Ακριβιάδης
Περισσότερες πληροφορίες
Les Arts Florissants
Ο διάσημος τενόρος και αρχιμουσικός από τη Σκωτία, Πoλ Άγκνιου, διευθύνει για πρώτη φορά ένα από τα σπουδαιότερα θρησκευτικά έργα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, το Χριστουγεννιάτικο ορατόριο, εμβληματικό για τη μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης, αλλά και για την παγκόσμια μουσική. Έχοντας εντρυφήσει από τα πρώτα χρόνια της μακράς καριέρας του στην παλιά μουσική, ο σκωτσέζος μαέστρος ηγείται της χορωδίας και της ορχήστρας Les Arts Florissants, σημαντικό ιστορικό σύνολο παλιάς μουσικής, που ίδρυσε ήδη το 1979 ο θρυλικός «μύστης» του μπαρόκ Ουίλλιαμ Κρίστι, και που παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πλέον ενεργά σύνολα οργάνων εποχής, προσφέροντας ερμηνείες αναφοράς. Συμπράττει μαζί τους πλειάδα εκλεκτών λυρικών τραγουδιστών, όλοι με μακρά και γόνιμη θητεία στον γοητευτικό χώρο του μπαρόκ τραγουδιού.
