© Benedikt Walther
Τον Φεβρουάριο του 2015, όταν οι Rome πρωτοφάνηκαν στην Αθήνα για μια συναυλία στη "Death Disco", ήταν μπάντα η οποία είχε ήδη διανύσει μια δεκαετία καριέρας, οπότε είχε καταφέρει να ξεπεράσει τις καθοριστικές της αναφορές, σμιλεύοντας τη δική της "γωνιά" στον ήχο που αναγνωρίζουμε ως neofolk. Ομολογουμένως η λέξη αυτή δεν είναι και η ευτυχέστερη, πάντως έτσι εξακολουθούμε και περιγράφουμε μια "σκοτεινή" παραφυάδα του βρετανικού post-punk της δεκαετίας του 1980, η οποία άντλησε από το γοτθικής αισθητικής dark wave, μα απλώθηκε και προς industrial (ή και ambient) ήχους, εξερευνώντας θεματολογίες σχετικές με τον παγανισμό και το απώτερο παρελθόν της Ευρώπης.
Για του λόγου το αληθές, στα ταπεινά τους ξεκινήματα (2005) οι Rome είχαν παραμπλεχτεί κι αυτοί με τις industrial κατευθύνσεις, παράγοντας δίσκους που μπορεί ν' αρίστευαν στο στυλ (σαν το "Confessions D' Un Voleur D' Âmes" του 2007), μα πέραν αυτού διακρίνονταν από μια ανελαστική ψυχρότητα, η οποία δεν τους επέτρεπε να πάνε μακριά. Αν ξεχώριζαν, λοιπόν, ήταν κυρίως γιατί προέρχονταν από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου –το τελευταίο δουκάτο της Ευρώπης– παρά για τη μουσική τους. Με τον καιρό, ωστόσο, ο "εγκέφαλός" και βασικός τους ερμηνευτής Jérôme Reuter άρχισε να ξετυλίγει μια πλουσιότερη τραγουδοποιία, με περισσότερες, πιο ιντριγκαδόρικες πτυχές και με "σκοτεινές" αρετές βαρύνουσας σημασίας.

Η πρώτη σαφής αναλαμπή ήρθε το 2009 χάρη στον δίσκο Flowers From Exile (αφιερωμένο στιχουργικά στον Ισπανικό Εμφύλιο, με τον συμπατριώτη μας Νίκο Μαυρίδη να συνεισφέρει στο βιολί), αλλά η αναντίρρητα μεγάλη στιγμή ήρθε το 2014, με την κυκλοφορία του A Passage To Rhodesia: ενός άλμπουμ για τους αφρικανικούς, αντι-αποικιοκρατικούς πολέμους που οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Ζιμπάμπουε (Ροδεσία). Το οποίο συνέπεσε με την προαναφερόμενη πρώτη εμφάνισή τους στην Ελλάδα, βοηθώντας να εγκαθιδρυθούν στη συνείδηση του εδώ κοινού ως μια άξια neofolk περίπτωση, στα χνάρια των κομβικών Death In June, μα και των Current 93· "η μολυβένια χροιά του Reuter σήκωνε την τρίχα κάγκελο σε κάθε τραγούδι", έγραψε τότε χαρακτηριστικά (στο Rocking) ο Μανώλης Κληρονόμος.
Στα χρόνια που κύλησαν οι Rome αποδείχθηκαν ικανοί να συντηρήσουν τις κεκτημένες τους δυνάμεις, παραμένοντας όχι μόνο η διασημότερη μπάντα από το Λουξεμβούργο, αλλά κι ένα όνομα αναφοράς για τον neofolk χώρο: "Είμαι μουσικός ακριβώς γιατί δεν ξέρω πώς να μην είμαι μουσικός", μου είχε πει παλιότερα ο Jérôme Reuter, "γι' αυτό και δεν υπάρχει κανένα μεγάλο σχέδιο, παρά μόνο η προσπάθειά μου να γράψω ένα τέλειο τραγούδι ή να φτιάξω ένα αξιοπρεπές άλμπουμ". Σιγά-σιγά, μάλιστα, κέρδισαν και κάμποσους ακροατές από την ευρύτερη εναλλακτική ποπ/ροκ κουλτούρα, χάρη σε εύστοχα ηχητικά μπολιάσματα με τα διδάγματα καλλιτεχνών σαν τον Nick Cave, τον Leonard Cohen, ακόμα και τον Mark Lanegan.
Είναι λοιπόν με αυτή την αίγλη που μας επισκέπτονται ξανά στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας "One Fire Worldwide", η οποία συμπίπτει με τους εορτασμούς 20 στρογγυλών χρόνων δράσης. Το ελληνικό σκέλος, μάλιστα, περιλαμβάνει δύο συναυλίες, αφού δεν θα παίξουν μόνο στην Αθήνα (Σάββατο 17/1, στο "Gazarte"), αλλά θα εμφανιστούν και στη Θεσσαλονίκη (Παρασκευή 16/1, στο "Eightball"). Τάζουν, δε, ότι θα μας παρουσιάσουν και καινούριο υλικό, πλάι στα παλιά και ήδη αγαπημένα τους κομμάτια.
