Ήταν οι Decius αυτό που "συνέβη" μουσικά το 2025, παρά τα ονόματα τα οποία μονοπώλησαν το ενδιαφέρον στις λίστες της χρονιάς; Για κάποια από τα πιο ανήσυχα αφτιά του ευρύ εναλλακτικού χώρου –εκείνου που, εκτός από τις κιθάρες, αγαπά και τα ηλεκτρονικά– η απάντηση είναι ένα ενθουσιώδες "ναι", στηριγμένο στον δεύτερό τους δίσκο Vol. II (Splendour & Obedience). Άλλοι, πάλι, συνιστούν ψυχραιμία, βλέποντας ένα ακόμα επεισόδιο στο σίριαλ της ντε και καλά εύρεσης επίκαιρων ηρώων. Πάντως και ο Iggy Pop έχει σπεύσει να ρίξει το ειδικό του βάρος υπέρ του βρετανικού γκρουπ, ομολογώντας ότι τον αιφνιδίασαν με τον τρόπο με τον οποίον πυροδοτούν τον ρυθμό.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, επομένως: με όποια πλευρά κι αν τάσσεται κανείς, οι Decius τάραξαν τα alternative νερά. Γι' αυτό και η επικείμενη εμφάνισή τους στην Αθήνα (Σάββατο 10/1, "An Club", διοργανωμένη από τη νεοσύστατη ΠΩΡΩΣΗ) θεωρείται η πρώτη σημαντική διεθνής συναυλία του 2026. Αλλά κι ένα κρας τεστ για την επί σκηνής δυναμική τούτης της λονδρέζικης μπάντας, που ξεκίνησε από τους αδερφούς Liam & Luke May της Trashmouth Records, για να εξελιχθεί σε κάτι σαν σούπερ γκρουπ μετά την προσθήκη του Quinn Whalley των Paranoid London και του Lias Saoudi, τραγουδιστή των Fat White Family. Ιδιαίτερη αναφορά, φυσικά, αξίζει και στο όνομα που διάλεξαν, αφού απηχεί τον αυτοκράτορα Δέκιο· φιγούρα από την παρακμή της αρχαίας Ρώμης, ο οποίος κυβέρνησε απρόθυμα μόλις για δύο χρόνια, πριν σκοτωθεί πολεμώντας Γότθους επιδρομείς.

Εκείνο που τραβάει κόσμο προς τη μπάντα είναι ένας ήχος που κατάγεται από το πανκ, μα καταλήγει να τροφοδοτεί με την ενέργειά του τις κλαμπ πίστες, μετασχηματιζόμενος σε ηλεκτρονική μουσική με εξωστρεφείς, χορευτικές διαθέσεις –acid house, κατά βάση, μα με αισθητές techno, έως και ντίσκο πινελιές. Αλλά από πού μπορεί να προέρχονται όλα αυτά; Αποφασίσαμε λοιπόν να ρωτήσουμε και οι Decius δέχτηκαν να μας ξεναγήσουν στον κόσμο τους, μοιραζόμενοι 5 αγαπημένα τραγούδια και 5 λατρεμένα άλμπουμ.

"Αγαπάμε τους Cameo", λένε στεκόμενοι στο "Money", όμως θεωρούν ότι τα βρήκαν σκούρα στο άλμπουμ Emotional Violence (1992), όπου και περιέχεται. Οπότε δεν το διάλεξαν στη στούντιο εκδοχή, αλλά στο "γαμάτο, hardcore remix" που επιμελήθηκε ο Kevin Saunderson. Το "The Phantom" των Renegade Soundwave (1989), πάλι, το επαίνεσαν για την "καθαρή ατμόσφαιρα και την τέλεια βρωμιά", ενώ για το "I Want More" των Can (1976) σχολιάζουν ότι "δείχνει στον κόσμο τι μπορεί να κάνει η ντίσκο". Ανεβαίνοντας σκαλοπάτι, προτείνουν το "High Up" των Funky Green Dogs From Outter Space (1994), πίσω από τους οποίους βρίσκονταν οι Murk, δηλαδή το αμερικάνικο house δίδυμο των Ralph Falcon & Oscar Gaetan: "είχαν απίστευτες υπερδυνάμεις εκείνη την εποχή και το High Up ήταν το αποκορύφωμά τους". Στη δική τους κορυφή, από την άλλη, φιγουράρει το "Acperience 1" των Hardfloor (1993), πολύ απλά γιατί "τίποτα δεν έχει φτάσει σ' αυτό το επίπεδο καταστροφής στην πίστα".
Στη δισκο-λίστα, τώρα, έχουν το Soundclash των Renegade Soundwave (1989) ως κάτι το "άπιαστα κουλ", αλλά και τους Soft Cell με το κλασικό Non-Stop Erotic Cabaret (1981), όπου περιέχεται το κατά τη γνώμη τους "καλύτερο τραγούδι χωρισμού που έχει γραφτεί ποτέ" ("Say Hello, Wave Goodbye"). Έπειτα περνάμε σε χιπ χοπ ακούσματα με το 3 Feet High And Rising των De La Soul (1989), το οποίο επαινούν ως "αντικομφορμιστικό, ασεβές, αλαζονικό", συμπληρώνοντας πως θα μπορούσαν να το φτιάξουν "μόνο καυλωμένοι [sic] έφηβοι" και ότι κανείς δεν περίμενε μια τέτοια δουλειά "από μάτσο τύπους με χρυσαφένιες αλυσίδες". Ακόμα πιο πάνω τοποθετούν το Pal Judy των Judy Nylon & Crucial (1982), ευχόμενοι να υπήρχε περισσότερη τέτοια μουσική, ενώ χαρίζουν το νούμερο 1 στο Thriller του Michael Jackson (1982), που περιγράφουν ως "έκρηξη συναισθημάτων", πιστεύοντας ότι κανείς άλλος δεν γινόταν να δημιουργήσει κάτι τέτοιο.
