Γύρω στη μέση της συναυλίας, ο Tom Morello παίρνει το μικρόφωνο και μας ευχαριστεί που πάντοτε στηρίζαμε τους Rage Against the Machine, προσθέτοντας πως η συναυλία που έδωσαν στην Αθήνα το 2000 ήταν η καλύτερη που είχαν δώσει ποτέ. «Δημαγωγικές υπερβολές», θα μπορούσε να πει κανείς, όμως όποιος ήταν στις 14 Ιουνίου 2000 στην Πετρούπολη (και δεν έμεινε σπίτι του για να δει Ιταλία-Βέλγιο για τον πρώτο γύρο του Euro 2000 – σε μένα μιλάω, μη δίνετε σημασία) δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ τον παλμό, την ένταση και φυσικά τα μπάχαλα εκείνης της βραδιάς.
Λίγους μήνες μετά οι Rage Against the Machine το έκλεισαν το μαγαζί, ο Zack de la Rocha εξαφανίστηκε από το προσκήνιο, οι άλλοι τρεις της μπάντας (Morello, Tim Commerford, Brad Wilk) έφτιαξαν τους Audioslave μαζί με τον Chris Cornell επιβεβαιώνοντας ότι δεν θέλουν να χαλάσουν την εκρηκτική τους μουσική χημεία και αν εξαιρέσουμε κάποια reunion shows κυρίως στην Αμερική από το 2008 ως το 2011, οι RATM έμειναν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και οι Έλληνες οπαδοί θα είχαν μόνο το 2000 να θυμούνται. Μέχρι σήμερα...


Μισό λεπτό όμως, να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Αυτή ΔΕΝ ήταν μια συναυλία των Rage Against the Machine. Μπροστά μας στη σκηνή του Tae Kwon Do στεκόταν μια άλλη μπάντα που λέγεται Prophets of Rage. Με δύο από τους πιο σπουδαίους hip hop frontmen της ιστορίας από την Ανατολική (Chuck D) και τη Δυτική Ακτή (B-Real), έναν DJ με θητεία στους Public Enemy (DJ Lord) και ένα ντεμπούτο album όχι απλά αξιοπρεπές αλλά σε στιγμές εκρηκτικό. Αυτόν τον εκρηκτικό χαρακτήρα υπηρέτησαν από την πρώτη στιγμή, μπαίνοντας (μετά το διασκεδαστικό, πολύχρωμο warm-up DJ set του DJ Lord) με τη διασκευή του «Prophets of Rage» των Public Enemy.

O Chuck D και ο B-Real ήταν, ο καθένας με το δικό του στυλ, απελευθερωμένοι ως frontmen ενός rock σχήματος (και δη αυτού του rock σχήματος που έχει το ρυθμό στα γονίδιά του) πάσαραν στίχους και ρίμες μεταξύ τους, χόρευαν σαν θείοι σε πάρτι με τη νεολαία και γενικώς περνούσαν φανταστικά. Ακόμα και αν έπαιζαν μόνο κομμάτια των Prophets, όπως έδειξαν με τις αποδόσεις κομματιών όπως τα «Unfuck the World» (πόσοι αλήθεια γράφουν σήμερα τέτοια κομμάτια με τέτοια απλοποιημένα αλλά πλήρως πολιτικά slogan;), «Hail to the Chief», «Living on the 110», όλοι θα κουνούσαμε το κεφάλι με σεβασμό και τους γοφούς μας με ρυθμό. Και μόλις δε η μπάντα έκανε ένα μικρό διάλειμμα αφήνοντας τους 2 MC και τον 1 DJ στη σκηνή, είδαμε ένα μικρό αλλά χορταστικό ποτ-πουρί από Cypress Hill και Public Enemy που κορυφώθηκε σε μια τελετουργική, «πηδηχτή» εκτέλεση του «Jump Around» των House of Pain (κάτι που έγινε και δυο μήνες πριν στο live των Cypress Hill στη διπλανή Πλατεία Νερού). Τι άλλο θέλαμε; Εμ, (ευγενικός βήχας) ίσως λίγο Rage Against the Machine;


Ας ξεκαθαρίσουμε πάλι κάτι λοιπόν. Αυτή ήταν συναυλία των Prophets of Rage, αλλά όταν έπαιξαν εννέα συγκεκριμένα κομμάτια, ήταν ΣΑΝ συναυλία των Rage Against the Machine. Και μπορεί προφανώς οι δύο σεβαστοί rappers να μην μπορούν να πιάσουν την φλογερή «call-to-arms» ένταση του De La Rocha, αλλά εκεί φρόντισε το κοινό να καλύψει το κενό. Πραγματικά κάθε ένας από τους παρευρισκόμενους είτε ήταν στην διαρκώς παλλόμενη αρένα είτε στις εξέδρες ήταν μέρος του πάρτι. Ναι, πάρτι. Επιθετικό, δυναμικό, επαναστατικό και ίσως παραπάνω... διαδραστικό από όσο θα ήθελαν μερικοί, αλλά πάνω από όλα ανεβαστικό και εκτονωτικό πάρτι.
Αυτή η σιγουριά ότι περνάς καλά την ώρα που σηκώνεις το μεσαίο δάχτυλο και ουρλιάζεις «fuck you I won't do what you tell me» είναι που δίνει μεγαλύτερη αξία στη μουσική των RATM. Και γι' αυτό όταν την ακούς γίνεσαι κι εσύ μέρος της. Δεν έχει σημασία αν δεν είσαι εσύ αυτός που χοροπηδάς σαν το κατσίκι παίζοντας τις πιο δυνατές funk γκρούβες με το μπάσο σου στην ηλικία των 51 ή αν δεν είσαι εσύ που με τις μπαγκέτες σου συντονίζεις όλο τον άγριο χορό (Commerford και Wilk έδειξαν γιατί παραμένουν μια από τις κορυφαίες rhythm section της rock ιστορίας). Δεν έχει σημασία αν δεν είσαι εσύ ο μοναδικός guitar hero που χρησιμοποιεί όλα τα μέρη της ηλεκτρικής κιθάρας δημιουργώντας ήχους, riff και solos που κανείς δεν είχε φανταστεί ότι βγαίνουν έτσι (Tom Morello, υποκλινόμαστε). Σημασία έχει ότι συμμετέχεις.
Και όταν το ελληνικό κοινό συμμετέχει, το κάνει με όλο του το είναι – μόνο τυχαίο δεν είναι ότι ο ίδιος ο B-Real ανέβασε βίντεο στο λογαριασμό του που από τη μεριά της σκηνής δείχνει τι έγινε στο «Killing in the Name». Δεν περιμέναμε όμως το πασίγνωστο hit για να πιάσουμε παλμό. Προσωπικά «τρελάθηκα» με το απότομο μπάσιμο του «Sleep Now in the Fire» ακριβώς μετά το hip hop break αλλά δεν θα ξεχάσω το «Guerilla Radio», το «Take the Power Back», το «Bullet in the Head» και φυσικά το «Bombtrack» που έκλεισε πανηγυρικά τη συναυλία.

«Αδέλφια, θα νικήσουμε» έγραφε στα ελληνικά σε ένα κολλημένο χαρτί πίσω από την κιθάρα του ο Tom Morello, και παρότι η φράση είχε προφανείς πολιτικές αποχρώσεις (όπως και η μόνιμη σφιγμένη γροθιά στον ουρανό που αποτελεί το σήμα του group), ένιωθες στο τέλος ότι όλοι μαζί εκεί μέσα νικήσαμε κάτι. Την καθημερινότητά μας, τα άγχη μας, αυτά που μας επιβάλλοντται από παντού, ακόμα και τη νοσταλγία που δεν είμαστε πια νέοι. Γι' αυτό παρά την ταλαιπωρία της τεράστιας ουράς, τις χυμένες μπύρες πάνω στις μπλούζες ή τα βουλωμένα από τον κακό ήχο αυτιά, τελικά ναι. Το βράδυ της Τρίτης νικήσαμε.


ΥΓ1. Μέσα σε όλη αυτή την δυναμική ευδαιμονία, υπήρξε και μια στιγμή, αληθινά συγκινητική. Όταν έπαιξαν το «Cochise» των Audioslave και το αφιέρωσαν στον Chris Cornell, παίζοντάς το όμως χωρίς φωνητικά δίνοντας το ρόλο του τραγουδιστή στον καθέναν μας από το κοινό. Κίνηση αληθινού σεβασμού και παραδοχής ότι φωνές σαν του Cornell απλά δεν μπορούν να υποκατασταθούν.
ΥΓ2. Τη βραδιά άνοιξαν οι Taburo Bota από τα Γιάννενα, που έδειξαν την άλλη, την ουσιαστική και πολιτικά στρατευμένη, πλευρά του ελληνικού hip hop. Κομμάτια όπως το καθηλωτικό «Γυναικάρες» ή το φοβερό «Μιλάει και Λέει» που θέτει ξεκάθαρα τη δική τους κοσμοθεωρία, σίγουρα άξιζαν περισσότερο κόσμό από αυτόν που προνόησε να έρθει νωρίς για να τα παρακολουθήσει και να ακολουθήσει την χειμαρρώδη ροή τους.
Από τον Λεωνίδα Αρβανίτη (περιοδικό Metal Hammer)