Ο ταλαντούχος Καλιφορνέζος έρχεται στο «Gagarin 205» (16/6) με νέο δίσκο στις βαλίτσες του, για να λικνίσει τη Λιοσίων με το γλυκό fuzz-αριστό ήχο του.

Το εξώφυλλο του «Melted» (2010) είναι από τα πιο παράξενα που έχω δει ποτέ: ένας τύπος (;) που φοράει μια τρομακτική μάσκα και μια φλοράλ μπλούζα, σε φόντο ροζ, πορτοκαλί και κίτρινων αποχρώσεων, ενώ πάνω δεξιά υπάρχει ένα ψυχεδελικό σύμβολο της ειρήνης ως προέκταση ενός κομματιού... πίτσας. Ο τέταρτος δίσκος του Ty Segall ήταν η κορύφωση ενός μουσικού ρεύματος που αναβίωνε το garage rock των ’60s και γκρουπ όπως οι Kinks με μια μεταμοντέρνα διάθεση – εμφανή ήδη από το εξώφυλλό του. Εκεί που παλιά θα υπήρχε η φωτογραφία του καλλιτέχνη, κάτω από το όνομα και τον τίτλο του δίσκου, βρίσκεται μια επινοημένη εικόνα του χωρίς εξηγήσεις. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στη μουσική του Segall… Μόλις αγγίξει η βελόνα το δίσκο (ή ο κέρσορας το «play») ακούμε το garage του 21ου αιώνα μέσα από 11 τραγούδια: εθιστικές μελωδίες σε τρεις συγχορδίες αλλά και ιστορίες για ηλιοκαμμένους έρωτες κάτω από κύματα παραμόρφωσης.
Έκτοτε ο Segall βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή του είδους και ταυτόχρονα είναι ένας από τους πιο δραστήριους δημιουργούς στην ευρύτερη indie σκηνή. Φέτος κυκλοφόρησε το σπιντάτο «Freedom’s Goblin», το δέκατο συνεχή δίσκο σε μια δεκαετία, σε ηλικία μόλις 31 ετών (!), με την πατρίδα του Αμερική να τον ανακαλύπτει αρκετά αργοπορημένα. Παρά την αδιάκοπη παρουσία του στο underground, τα δεκάδες παράλληλα σχήματα στα οποία έχει παίξει και την καλλιτεχνική αναγνώριση που απολαμβάνει διεθνώς, ο Segall βρίσκεται ανάμεσα στη διασημότητα και την αφάνεια. Δεν είναι τυχαίο πως μόλις πριν από τέσσερις μήνες εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε εκπομπή εθνικής εμβέλειας, στο πρωτοκλασάτο «Jimmy Kimmel Live», μπροστά σε φαν του που επιδόθηκαν σε φρενήρες moshing σε ζωντανή σύνδεση.
Σημαντικό κομμάτι της επιτυχίας του νέου άλμπουμ σίγουρα παίζει ο εμμονικός περφεξιονισμός του Segall. Για την ηχογράφηση χρησιμοποίησε πέντε διαφορετικά στούντιο, το ένα εκ των οποίων ήταν αυτοσχέδιο και στο γκαράζ του (πού αλλού να γράψει κάποιος garage;), όπου φώναξε για βοήθεια τον θρυλικό μηχανικό ήχου Steve Albini. Ο παραγωγός συγκροτημάτων όπως οι Nirvana και οι Pixies δεν έχει παρά καλά λόγια να πει για τον Ty: «Του αρέσει να λερώνει τα χέρια του όταν κάνει μουσική, δεν χρειάζεται αναμμένα κεριά ή την έλευση μιας μούσας για να εμπνευστεί. Φτύνει τις παλάμες του και ξεκινάει να παίζει». Ο ίδιος όμως έχει μια αποστασιοποιημένη στάση απέναντι στην καριέρα του, καθώς όπως δήλωσε στο «Rolling Stone»: «Πιστεύω ακράδαντα πως κανείς δεν είναι ξεχωριστός και γι’ αυτό δεν θεωρώ ότι η δική μου μουσική είναι καλύτερη από κάποιου άλλου. Για εμένα επιτυχία είναι πως μπορώ να ζω ηχογραφώντας δίσκους. Όλα τα υπόλοιπα είναι διακοσμητικά». Well said, Mr. Segall...