Οι Algiers διεκδίκησαν ορμητικά τη θέση τους στην παγκόσμια post punk σκηνή από την πρώτη στιγμή που άναψαν τους ενισχυτές τους στην Ατλάντα της Τζόρτζια, έως την πανηγυρική κυκλοφορία του ομότιτλου ντεμπούτου τους το 2015. Το περσινό τους άλμπουμ «The Underside Of Power» που κέρδισε μία θέση στους καλύτερους δίσκους της χρονιάς για το «α», εδραίωσε την ιδιότητά τους ως την μπάντα που δε διαπραγματεύεται την πολιτική της ταυτότητα, μπολιάζοντας τους στίχους των κομματιών της με κοινωνική καταγγελία, αντιφασιστική απεύθυνση και κριτική στάση απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, πάντα εντός του πλούσιου μουσικού τους φάσματος.
Έτσι το βράδυ του Σαββάτου στο Temple (10/2) είχαμε τη σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα ευκαιρία να δούμε ζωντανά ένα συγκρότημα που «συμβαίνει» και βρίσκεται στα καλύτερά του, δίνοντας μάλιστα συναυλίες σε Θεσσαλονίκη και Ιωάννινα εκτός από την Αθήνα.

Στην ώρα τους και με αρκετό κόσμο από νωρίς στο Temple, ανέβηκαν στη σκηνή οι Αθηναίοι Glass Rebel. Το νεαρό συγκρότημα που σχηματίστηκε το 2016 βάσισε το σετ του στα τραγούδια των δύο επτάιντσων που έχει κυκλοφορήσει, αλλά και σε νέο υλικό που πρόκειται να ηχογραφήσει. Συμπαθητικό electro «ζέσταμα» με indie αναφορές και βασικό ατού των Glass Rebel τη χαρακτηριστική φωνή του τραγουδιστή που πατά με άνεση στις ψηλές νότες.

Ένα τέταρτο πριν τις 23.00 με το σλόγκαν των Black Panthers «All power to the people» που πλαισιώνει μια υψωμένη γροθιά να δεσπόζει στο λευκό πανό πίσω από τα ντραμς, οι Algiers βγήκαν στη σκηνή υπό τους ήχους της απαγγελίας του κλασικού ποιήματος του Τ. Σ. Έλιοτ «The Hollow Men» και του χειροκροτήματος του κοινού που πλέον είχε πληθύνει σημαντικά στις πρώτες σειρές.

Η μπάντα σε total black ενδυμασία ξεκίνησε εκκωφαντικά με δύο τραγούδια από τον τελευταίο δίσκο («Walk Like A Panther» / «Cry Of The Martyrs») και πρόδηλη την τρομερή χημεία των παικτών της. Δικαίως την προσοχή έκλεψε σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας ο τραγουδιστής Franklin James Fisher, ο οποίος αποδεικνύει πως έχει τα φόντα να γίνει ένας κορυφαίος frontman. Ασταμάτητος, μεταφερόταν από το μικρόφωνο στο wurlitzer ηλεκτρικό πιάνο πλάι του δίχως να χάνει λέξη από τους στίχους που ερμήνευε με ένταση. Οι soul και rhythm 'n' blues αποχρώσεις της μουσικής των Algiers έδιναν το ελεύθερο στον Fisher να στήσει μια επί σκηνής περσόνα που αν κάποιος έκλεινε τα αυτιά του θα νόμιζε ότι βλέπει μια funk συναυλία στις αρχές των '70s. Με αστραπιαίες κινήσεις άλλαζε μεταξύ κιθάρων, ντεφιού και bongos δίχως να τον απασχολεί εάν τραγουδά όρθιος ή στο πάτωμα της σκηνής, προσγειωμένος μετά από μια περίπλοκη χορευτική φιγούρα (πάντα με την κιθάρα στο λαιμό).

Δεξιά του ο μπασίστας και υπεύθυνος των ηλεκτρικών (συχνά προηχογραφημένων) μερών των τραγουδιών Ryan Mahan επιδιδόταν στη δική του περίτεχνη χορογραφία, που είναι ειλικρινά πρόκληση να χαρακτηριστεί με επιτυχία συγκεκριμένα, τραγουδώντας συνεχώς παθιασμένα εκτός μικροφώνου ενώ στην αντίπερα όχθη του stage ο κιθαρίστας Lee Tesche «ταλαιπωρούσε» την custom made κιθάρα του ενσωματώνοντας στο παίξιμό του άλλοτε ένα δοξάρι και άλλοτε μία αλυσίδα (!). Αέρας gospel και αμερικανικού νότου έπνεε στα ατμοσφαιρικά κομμάτια της μπάντας («Blood») που δημιουργούσαν ένα μυσταγωγικό και ασπρόμαυρο, χάρη στους φωτισμούς, κλίμα με τη βοήθεια και της αληθινής καμπάνας που σήμαινε ο Tesche στο «Old Girl».
Η επικοινωνία τους με το κοινό ήταν λιτή, περιορισμένη στα σπαστά «ευχαριστώ» μεταξύ των τραγουδιών, όχι όμως και απόμακρή. Στις χωρίς μεγάλες παύσεις εναλλαγές των κομματιών, ακούγονταν αποσπάσματα ομιλιών ή συνεντεύξεων εμβληματικών προσώπων του κινήματος για τα φυλετικά δικαιώματα στις Η.Π.Α., όπως για παράδειγμα ο σπουδαίος διανοητής Τζέιμς Μπόλντουιν για τον οποίο γυρίστηκε το υποψήφιο για Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Δεν Είμαι ο Νέγρος σου».
Η ενέργεια έπεσε όταν ο Mahan αντιμετώπισε τεχνικό πρόβλημα με τον ενισχυτή του και χρειάστηκαν 2-3 τραγούδια για να βρει η μπάντα ξανά ρυθμό, ο οποίος κορυφώθηκε στο encore όταν οι Algiers επιδόθηκαν σε ένα noise τζάμαρισμα στους ρυθμούς του «Black Eunuch» κλείνοντας έτσι μια υποδειγματική και απόλυτα επαγγελματική συναυλία, μετά από κάτι παραπάνω από μιάμιση ώρα, από μια μπάντα που έχει πολλά να πει και ακόμα περισσότερα να δώσει μουσικά. Το «Games» βέβαια το χρωστάνε για την επόμενη φορά...