ΓΚΕΤΑΓΟΥΕΙ

ΓΚΕΤΑΓΟΥΕΙ

  • GETAWAY
  • 1972
  • Έγχρ.
  • 2

Ενας πρώην φυλακισμέναος οργανώνει μια τέλεια ληστεία και προσπαθεί με τη βοήθεια μιας γυναίκας να ξεφύγει από τους διώκτες του.