ΑΡΙΕΛ

ΑΡΙΕΛ

  • ARIEL
  • 1990
  • Έγχρ.
  • 2

Ενας άνεργος ανθρακωρύχος φυλακίζεται άδικα για ένοπλη ληστεία και αποπειράται να δραπετεύσει με σκοπό να φύγει στο εξωτερικό.