Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά

Θαρραλέος, πρωτοπόρος και ασυμβίβαστος, ο Νίκος Κούνδουρος έφυγε από τη ζωή στα 90 του χρόνια και ο ελληνικός κινηματογράφος αποχαιρέτησε έναν από τους σπουδαιότερους, βαθιά επιδραστικούς δημιουργούς του.

Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά

Θαρραλέος, πρωτοπόρος και ασυμβίβαστος, ο Νίκος Κούνδουρος έφυγε από τη ζωή στα 90 του χρόνια και ο ελληνικός κινηματογράφος αποχαιρέτησε έναν από τους σπουδαιότερους, βαθιά επιδραστικούς δημιουργούς του.

«Αποφοίτησα από την Καλών Τεχνών το 1948 και από τη Μακρόνησο το 1952»

Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά - εικόνα 1
Νίκος Κούνδουρος

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 το ελληνικό σινεμά προσπαθούσε να αφήσει πίσω την εφηβική, ταραγμένη από τον Παγκόσμιο Πόλεμο ηλικία του και να κάνει τα πρώτα καλλιτεχνικώς ενήλικα βήματά του. Οι Αλέκος Σακελλάριος, Γιώργος Τζαβέλλας, Κώστας Γρηγορίου και Στέλιος Τατασόπουλος είναι μερικοί από τους πρώτους που υπογράφουν μια σειρά ταινιών με κινηματογραφικές ιδέες και αξιώσεις, όλα όμως αλλάζουν πραγματικά μέσα σε δυο μόλις χρόνια από δυο νέους ανθρώπους. Το 1954 ο Μιχάλης Κακογιάννης σκηνοθετεί το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» και ένα χρόνο αργότερα ο Νίκος Κούνδουρος τη «Μαγική Πόλη». Προερχόμενος από το θέατρο, ο πρώτος αποδείχτηκε κομψός μετρ του αστικού δράματος και κύριος εκπρόσωπος της «αθηναϊκής σχολής» (μαζί με τους Τζαβέλλα και Ντίνο Δημόπουλο), ενώ ο δεύτερος κουβαλούσε μέσα του το πάθος της κρητικής μεγαλονήσου και έκανε αμέσως αίσθηση με το αφηγηματικά παθιασμένο και έντονα κοινωνικό ύφος του. Πολύ γρήγορα η «Στέλλα» και ο «Δράκος», οι αμέσως επόμενες ταινίες των δυο δημιουργών, έδωσαν δυνατή φωνή με χαρακτηριστική χροιά στο ελληνικό σινεμά, το οποίο δήλωσε για πρώτη φορά «παρών» στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη.

Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά - εικόνα 2
«Μαγική Πόλη»

Ο Νίκος Κούνδουρος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1926, αλλά αμέσως μεταφέρθηκε από τους γονείς του στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου, όπου και εγγράφηκε στα μητρώα αρρένων. Ανυπότακτος και μαχητικός, εντάχτηκε στον ΕΑΜ – ΕΛΛΑΣ, φυλακίστηκε στη Μακρόνησο, ενώ το 1948 αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και έγινε μέλος της ομάδας που από τον Μάνο Χατζιδάκι ως τον Κάρολο Κουν και τον Γιάννη Τσαρούχη θα άλλαζε ριζικά τη μεταπολεμική καλλιτεχνική Ελλάδα. Σε ηλικία 28 ετών θα σκηνοθετήσει τη «Μαγική Πόλη», ένα κοινωνικό μελόδραμα γραμμένο από την Μαργαρίτα Λυμπεράκη και γυρισμένο σε φυσικούς χώρους, τις φτωχογειτονιές του Δουργουτίου (σημερινός Νέος Κόσμος). Με αρκετές ατέλειες κι ένα διδακτισμό που σήμερα μοιάζει ξεπερασμένος, το φιλμ εντυπωσίασε με την πρωτοφανή για τα εγχώρια δεδομένα νεορεαλιστική ατμόσφαιρα, τους ζωντανούς χαρακτήρες (από το δυναμικό Γιώργο Φούντα ως τον πρωτοεμφανιζόμενο Θανάση Βέγγο, τον οποίο ο Κούνδουρος γνώρισε στη Μακρόνησο) και την ειλικρίνεια της πολιτικής καταγγελίας του. Μπλοκαρισμένη από την ελληνική λογοκρισία, η ταινία θα προβληθεί ανεπίσημα στο φεστιβάλ Βενετίας, ανοίγοντας την πόρτα της διεθνούς καταξίωσης στο νεαρό σκηνοθέτη, η οποία θα έρθει μέσα από το διαγωνιστικό τμήμα της ίδιας διοργάνωσης δυο χρόνια αργότερα.

«Δεν κάνω σινεμά για την αφεντιά μου. Των άλλων τα ντέρτια με νοιάζουν»

Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά - εικόνα 3
«Δράκος»

Ο «Δράκος» αποτελεί ένα από τα γνησιότερα αριστουργήματα του ελληνικού σινεμά - ίσως το κορυφαίο μαζί με το «Θίασο», την «Αναπαράσταση», τη «Στέλλα» και την «Ευδοκία». Η δια χειρός Ιάκωβου Καμπανέλλη ιστορία ενός απλού υπαλλήλου (ο Ντίνος Ηλιόπουλος σε μια αξεπέραστη ερμηνεία) που η ομοιότητά του με ένα εγκληματία τον οδηγεί σε ένα μοναχικό, άδοξο θάνατο γίνεται στα χέρια του Κούνδουρου μια συγκλονιστική νεοελληνική τραγωδία, επηρεασμένη από τον Σοφοκλή, τη γνήσια λαϊκή μας παράδοση, μαρξιστικές ιδέες (αν και το φιλμ «χτυπήθηκε» στην εποχή του από την επίσημη αριστερά γιατί «εξωράιζε τον υπόκοσμο») και τις πιο μοντέρνες κινηματογραφικές αναζητήσεις.

Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά - εικόνα 4
«Οι Παράνομοι»

Στο ίδιο μοτίβο και γυρίζοντας πάντα σε φυσικούς χώρους, ο Κούνδουρος θα συνεχίσει με τους «Παρανόμους» (1958), την περιπέτεια τριών αντρών που μετά από μια ληστεία μετά φόνου την οποία διαπράττουν φυγοδικούν καταζητούμενοι, και το «Ποτάμι» (1960), όπου τέσσερις διαφορετικές ιστορίες εξελίσσονται στις όχθες ενός ποταμού. Η πρώτη ταινία θα απαγορευτεί μάλιστα από τη λογοκρισία μια βδομάδα μετά την προβολή της, καθώς παρά τις αντίθετες λογοκριτικές υποδείξεις, ο σκηνοθέτης αρνήθηκε να αφαιρέσει μια σκηνή κατά την οποία οι χωροφύλακες πυροβολούν και σκοτώνουν έναν από τους άντρες που τρέχει προς το μέρος τους για να παραδοθεί. Ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαρκούς αντίθεσης του Κούνδουρου με κάθε μορφή εξουσίας, μια από τις σταθερές θεματικές των πρώτων ταινιών του, οι οποίες διέθεταν όλες μια ρεαλιστική συναισθηματική ορμή ελεγχόμενη δραματουργικά και σκηνοθετικά στην κάθε λεπτομέρειά της (πάντα αριστοτεχνική η σύνθεση του κάδρου), προϊόν της εικαστικής παιδείας του δημιουργού.

Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά - εικόνα 5
«Μικρές Αφροδίτες»

Το 1963 ο Κούνδουρος κλείνει τον πρώτο κύκλο της φιλμογραφίας του με τις «Μικρές Αφροδίτες», μια γεμάτη λυρισμό ελεύθερη διασκευή του «Δάφνις και Χλόη» του Λόγγου και των «Ειδυλλίων» του Θεοκρίτου. Συνεχίζοντας να συνεργάζεται με καταξιωμένους λογοτέχνες στο σενάριο (εδώ με τον Βασίλη Βασιλικό, ενώ στο «Ποτάμι» με τον Αντώνη Σαμαράκη), συνδυάζει στην ίδια εικόνα τόλμη και ευαισθησία, ερωτικό πόθο και φιλοσοφική αναζήτηση, μιλώντας για διαχρονικά ανθρώπινα προβλήματα με ένα απόλυτα σύγχρονο τρόπο. Η ταινία θα αποσπάσει την Αργυρή Άρκτο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Βερολίνου και λίγο μετά ο Κούνδουρος θα αρχίζει να γυρίζει στην Κρήτη «Το Πρόσωπο της Μέδουσας». Μια επηρεασμένη από τις αφηγηματικές αναζητήσεις της εποχής υπόθεση «ανθρωποφαγίας» με επίκεντρο μια μοιραία γυναίκα και μια εντελώς άνιση ταινία πάνω στην αιώνια μάχη των δυο φύλων που ξεκίνησε να γυρίζεται το 1966 και μετά από πολλές περιπέτειες (αναθεωρήσεις σεναρίου, διακοπή γυρισμάτων, αυτοεξορία του σκηνοθέτη λόγω της 21ης Απριλίου) ολοκληρώθηκε πέντε χρόνια αργότερα στο Λονδίνο ως «Vortex».

«Η εικόνα δεν έχει ανάγκη από επιχειρήματα, γιατί είναι η ίδια επιχείρημα»

Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά - εικόνα 6
«1922»

Στο κλίμα της εποχής, το οποίο από τον νεορεαλισμό και τη νουβέλ βαγκ ως την ελληνική Μεταπολίτευση πάντα προσπαθούσε να συλλάβει ο ανήσυχος Κρητικός, ο Κούνδουρος γυρίζει το 1975 το μουσικο-αγωνιστικό ντοκιμαντέρ «Τα Τραγούδια της Φωτιάς». «Μια ταινία ωδή στη λευτεριά» όπως λέει ο ίδιος, ο οποίος από εκεί και μετά θα περάσει στο δεύτερο θεματικό και αισθητικό κύκλο του κινηματογραφικού έργου του, εστιασμένο στην νεοελληνική ιστορία, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια της συλλογικής και προσωπικής τραγωδίας, πάντα στο πνεύμα των αρχαίων κλασσικών.

Νίκος Κούνδουρος: ο τελευταίος μεγάλος του ελληνικού σινεμά - εικόνα 7
«Μπάυρον: Μπαλάντα Ενός Δαιμονισμένου»

Η αρχή θα γίνει με το «1922» (1978), διασκευή του μυθιστορήματος του Ηλία Βενέζη «το νούμερο 31328» πάνω στη Μικρασιατική καταστροφή. Ένα μεγαλοπρεπές όσο και πομπώδες έπος που δίχασε τους κριτικούς, ξεσήκωσε θύελλα πολιτικών αντιπαραθέσεων και έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία (191.000 εισιτήρια στην Αθήνα). Ακολούθησε το «Μπορντέλο» (1984), μια αλληγορική, ανεξέλεγκτη οπτική εξτραβαγκάντζα για έναν οίκο ανοχής στα επαναστατημένα Χανιά του 1897, και το σκοτεινό κι αντιηρωικό «Μπάυρον: Μπαλάντα Ενός Δαιμονισμένου» (1992), μια φιλόδοξη ελληνορωσική παραγωγή πάνω στις τελευταίες μέρες του Άγγλου ρομαντικού ποιητή στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Σαφώς η καλύτερη και πιο συγκροτημένη ταινία του ύστερου Κούνδουρου, ο οποίος κέρδισε για ακόμα μια φορά το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ολοκληρώνοντας πολύ πιο αθόρυβα την καριέρα του με δυο ακόμα, ελάσσονες από κάθε άποψη ιστορικο-πολιτικές αλληγορίες: τους «Φωτογράφους» του 1998 και το «Πλοίο για την Παλαιστίνη» το 2012. Κατά τη δεκαετία του 1980 ασχολήθηκε και με τη θεατρική σκηνοθεσία («Η όπερα της πεντάρας», «Αντιγόνη», «Ηλέκτρα»), έγραψε βιβλία, ενώ παρέμεινε αντισυμβατικός, παρεμβατικός και ενεργός πολίτης μέχρι το τέλος, παίρνοντας δημόσια θέση ακόμα και για το δημοψήφισμα του 2015.

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Σινεμά

Ίλντικο Ενιέντι: "Το #MeToo με έκανε να δω με μεγαλύτερο ενδιαφέρον την αντρική πλευρά"

Η Ουγγαρέζα δημιουργός του "Η Ψυχή και το Σώμα" μιλάει για το δράμα εποχής "Η Ιστορία της Γυναίκας μου" με την Λεά Σεϊντού, την τελευταία ταινία της η οποία έκανε πρεμιέρα στο περσινό φεστιβάλ Καννών.

ΓΡΑΦΕΙ: ΧΡΗΣΤΟς ΜΗΤΣΗς
07/12/2022

Ελληνικό box office: "Κάποια Μίλησε", αλλά κανείς δεν την άκουσε

Το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου και η έλλειψη ελκυστικών τίτλων κρατάει τους θεατές μακριά από τις κινηματογραφικές αίθουσες, οι οποίες το προηγούμενο τετραήμερο μέτρησαν λιγότερους από 50.000 θεατές.

"Mickey 17": Teaser για τη νέα ταινία του Μπονγκ Τζουν-χο με τον Ρόμπερτ Πάτινσον

Ο σκηνοθέτης των "Παράσιτων" επιστρέφει με ένα φιλόδοξο sci-fi και έναν πρωτοκλασάτο πρωταγωνιστή.

DocFest Χαλκίδας: Βραβείο καλύτερης ταινίας στους "Μαθητές του Ουμπέρτο Πρίμο"

Το ντοκιμαντέρ προσεγγίζει την ιστορία του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα με μια νέα ματιά και στοχεύει να καλλιεργήσει μια κουλτούρα μνήμης ως κοινή συλλογική γνώση, αλλά και να αναπτύξει μια κριτική προσέγγιση στα ζητήματα της εποχής μας ως πολίτες με προσεκτική και συμμετοχική συνείδηση.

Ο Τζον Γουότερς διαλέγει τις καλύτερες ταινίες του 2022 και μας "καίει"

Όπως το συνηθίζει ο αιρετικός σκηνοθέτης φτιάχνει μια λίστα γεμάτη από τολμηρά φιλμ που οι σινεφίλ πρέπει να προσέξουν.

Η εκλεκτική λίστα του Cahiers du Cinema με τα καλύτερα φιλμ του 2022

Το "οπαδικά" προσηλωμένο στο σινεφίλ σινεμά ιστορικό περιοδικό παρουσιάζει μία ακόμα αξιοπρόσεκτη επιλογή των πιο σημαντικών ταινιών της χρονιάς.

Το "Tár" η καλύτερη ταινία του 2022 για την Ένωση Κριτικών Νέας Υόρκης

Το φιλμ του Τοντ Φιλντ κέρδισε τις εντυπώσεις των μελών μιας από τις σημαντικότερες ενώσεις κριτικών στον κόσμο.