Speakeasy Manhattan 20/01/2015

Insider βόλτα στις γειτονιές και τα μπαρ

Ο ιδιοκτήτης του Baba Au Rum Θάνος Προυνάρους γράφει τις εντυπώσεις του από ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη, και μοιράζεται μαζί μας μυστικά στέκια αλλά και μπαρ που καθορίζουν τις σύγχρονες τάσεις του bartending και των κοκτέιλ παγκοσμίως.

Tο να ζεις και να εργάζεσαι στο Μανχάτταν, ίσως είναι ένα από τα συναρπαστικότερα πράγματα που μπορείς να κάνεις σ αυτήν την ζωή. Και ένα από τα πιο μίζερα πράγματα που μπορεί να σου συμβεί σε αυτήν την ζωή...

Το Μανχάτταν είναι ένα από τα πέντε διαμερίσματα που αποτελούν την πόλη της Νέας Υόρκης και αυτό που οι περισσότεροι από εμάς αναγνωρίζουμε ως ΝΥ. Τα άλλα τέσσερα είναι το Μπρούκλυν, το Κουίνς, το Μπρόνξ και τελευταίο, ιδρωμένο και το απόλυτο outsider, το νησί Στάατεν. Για να πας εκεί, κατεβαίνεις στο νοτιότερο άκρο του Μανχάτταν- όπου έτσι και αλλιώς θέλεις να πας για να δεις το άγαλμα που οι Γάλλοι δωρίσανε στους Αμερικάνους και οι τελευταίοι τοποθετήσανε στην υδάτινη είσοδο της πόλης για να θυμίζει σε κάθε νεοεισερχόμενο πως ετούτη είναι η χώρα της ελευθερίας. Από εκεί μπαίνεις στο φέρρυ, από τον σταθμό λιμάνι με την κραυγαλέα πινακίδα – δεν γίνεται να το χάσεις- και ξεκινάς για τις «άλλες πολιτείες» της ΝΥ.

Στην πραγματικότητα εκεί πρέπει να είναι πολύ πιο χαλαρά, όμορφα και «χωριάτικα» , με κάθε έννοια, σε όλη την ΝΥ. Εκεί που αν ντυθείς περίεργα θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν, και εκεί που στις pub, θα σε φλερτάρουν απροκάλυπτα και ίσως παλαιομοδίτικα αν είσαι κορίτσι. Και ο ιδρωμένος τελικά της υπόθεσης είναι το ίδιο το Μανχάτταν. Μια πόλη που δεν σταματά ποτέ να εργάζεται και να γυρίζει γύρω από το χρήμα. Μια πόλη που μπορεί να σε τρομάξει εύκολα.

Φτάνω στην περιοχή που λέγεται Midtown, εκεί που χτυπάει η καρδιά και μέσα από τις κεντρικές αρτηρίες της την 5η και 7η λεωφόρο και την λεωφόρο Broadway στέλνει το αίμα σε όλο το σώμα, σηκώνω το κεφάλι ψηλά και η συνήθεια που έχω όταν ταξιδεύω να συγκρίνω τις πόλεις και τις γειτονιές με άλλων πόλεων μου κόβεται αμέσως. Το Μανχάτταν είναι μυθικό σκέφτομαι, λέω και το πιστεύω. Είναι μια μυθική πόλη. Δεν ξέρω αν υπάρχει όμοια της σε ολόκληρο τον πλανήτη. Χτίστηκε για να γίνει όπως την βλέπουμε σήμερα, μόνο σε λίγες δεκαετίες, ξεκινώντας από το 1910. Και είναι η μοναδική θαρρώ πόλη στον κόσμο που χτίστηκε από όλους τους κατοίκους της. Που μαζεύτηκαν από όλες τις γωνίες και τις ευθείες και τις πόλεις και τις ερήμους αυτού του κόσμου. Και την έκαναν δική τους.

Έτσι το Μανχάτταν δεν είναι μια αμερικάνικη πόλη, είναι μια παγκόσμια πόλη. Όταν ταξιδεύω σε πόλεις, μου αρέσει να μην τρέχω – ψάχνοντας όλες τις γωνιές τους. Ξέρω πως δεν θα τις δω όλες. Θέλω όμως αυτές που θα επιλέξω να δω, να θυμάμαι πώς μυρίζουν για αρκετό καιρό αφού θα φύγω. Θα ξοδέψω τον χρόνο μου στα ίδια και στα ίδια μέρη, απλά περπατώντας στους δρόμους, μέχρι να αναγνωρίζω άνετα σε μια τυχαία φωτογραφία, ποιό κτίριο είναι αυτό που απεικονίζεται, πίνοντας καφέ τρεις και τέσσερις φορές στο ίδιο café και επισκεπτόμενος τα εμπορικά μαγαζιά της γειτονιάς τόσες φορές μέχρι ν’αναγκάσω τον πωλητή την επόμενη φορά που θα με δει να περνάω από έξω, να μου γνέψει. Αυτό το τελευταίο ομολογώ πως στο Μανχάτταν είναι εξαιρετικά δύσκολο και δεν το κατάφερα, αλλά προσπάθησα.

Η γειτονιά μου αυτή στο Μανχάτταν είναι το SoHo και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτό, γιατί όχι μόνο είναι μια πανέμορφη, ζωηρή και ανθρώπινη γειτονιά, αλλά και γιατί έχει ιστορία. Και σε μια πόλη που μετράει την ιστορία της σε λιγότερο από 200 χρόνια, μια ιστορία 40-50 ετών είναι αξιοσημείωτη. Το SoHo σαν όνομα μάς παραπέμπει στην ομώνυμη γειτονιά του Λονδίνου και είναι λογικό να νομίζουμε πως η ονοματολογία του προέρχεται από εκεί. Εδώ είναι όμως που έρχονται οι εμμονές ή οι αγαπημένες συνήθειες των Αμερικάνων με τα ακρωνύμια και τ’ αρχικά.

Το Νεουρκέζικο SoHo είναι ακρωνύμιο και σημαίνει South of Houston. Δηλαδή η περιοχή νότια του Houston που την προφέρουν Χάουστον. Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν ένα μάλλον ασήμαντο προάστιο του Μανχάτταν, χωρίς τίποτα ιδιαίτερο, σκοτεινό και έρημο με αποθήκες να γεμίζουν τα κτίρια του. Όλα ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας και συνεχίστηκαν μέχρι τα μέσα της επόμενης, όταν «στρατιές» ανεξάρτητων αντικομφορμιστών νέων καλλιτεχνών εγκαταστήθηκαν εδώ, εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία που τους έδιναν τα μεγάλα φωτεινά loft με τα χαμηλά ενοίκια, στήνοντας τα εργαστήρια τους. An artist colony – μια «αποικία» καλλιτεχνών στήθηκε στην περιοχή κάνοντας την το απόλυτο underground hype που παρέσυρε ολόκληρη την πόλη σε μια δημιουργικότητα χωρίς προηγούμενο, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Το Soho μπορείς να πεις πως είναι η περιοχή που εκτείνεται από την 6η λεωφόρο στα δυτικά ως την λεωφόρο Broadway στα ανατολικά, αν και στην πραγματικότητα θα έλεγα ως την οδό Mott, που οδηγεί στην China Town και από την λεωφόρο Canal στα νότια μέχρι την Houston στα βόρεια. Η Houston όμως θα έλεγα πως δεν αποτέλεσε απλά το γεωγραφικό χώρισμα της «αποικίας» από την υπόλοιπη πόλη. Υπήρξε και ένα συμβατικό χώρισμα, ένα σημείο αναφοράς. Στα νότιά της η «αποικία» με τα Co-ops των καλλιτεχνών, τις επαναστατικές δράσεις στους δρόμους, τους «χορούς» και την διαρκή αλληλεπίδραση-διδασκαλία και φοίτηση και από την άλλη πλευρά, την βόρεια του δρόμου, το περίφημο επιβλητικό Νew York University (NYU) το πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, μια πόλη μέσα στην πόλη, με το ακαδημαικό κατεστημένο του και τις ρίζες που έπρεπε να ποτιστούν και να συντηρηθούν.

Το NYU ακόμη κυριαρχεί στην πόλη και πραγματικά οι σπουδαστές του πρέπει να είναι από τους πιο προνομιούχους στον κόσμο, όμως το SoHo δεν είναι πια αυτό που ήταν. Από τα τέλη της δεκαετίας του '70 και κυρίως στις αρχές του '80, οι μεσίτες ανακατέταξαν την γειτονιά, τα ενοίκια εκτινάχτηκαν, νέος κόσμος με περισσότερο χρήμα που δούλευε στο Midtown, αλλά επιθυμούσε πιο ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, χωρίς να είναι έξω από το Μανχάτταν γέμισε την περιοχή, καφέ και εστιατόρια άνοιξαν και οι mainstream γκαλερί βρήκαν την εδέμ τους. Μια γειτονιά με έντονο αρτίστικο χαρακτήρα αλλά και χρήμα να κυκλοφορεί. Η ιστορία από τότε παναλήφθηκε πολλές φορές, όχι μόνο στην ΝΥ αλλά σ’ ολόκληρο τον κόσμο και στην Αθήνα μας βεβαίως έστω και με άλλους όρους – δες την γειτονιά των Εξαρχείων και του Ψυρρή- αλλά αυτή η περίπτωση του SoHo ήταν η πρώτη παγκοσμίως χρονικά. Το SoHo παραμένει η πιο όμορφη γειτονιά του Μανχάτταν για να ζεις, η πιο όμορφη γειτονιά για να κάνεις βόλτες και μια γειτονιά με όμορφο κόσμο να την κυκλοφορεί. Κατακλύζεται από όμορφα εμπορικά καταστήματα, καφέ και εστιατόρια που όλα είναι καλά και προτεινόμενα.

 «The Dutch»
«The Dutch»

Υπήρξαν όμως κάποια μαγαζιά που αγάπησα, όπως ο φούρνος «Dominique Ansel», για πρωινό με καφέ και γλυκίσματα που τα φτιάχνανε μπροστά μου και την όμορφη ηλιόλουστη αυλή του, άλλωστε βρισκεται στον πιο χαρούμενο δρόμο – όνομα και πράγμα- την οδό Spring 189. Όπως ακόμη το μικρό old school μαγαζάκι «Once Upon A Tart», με τις χειροποίητες γλυκές τάρτες του, την ξύλινη βιτρίνα του και το παλιό μωσαικό στο πάτωμα. Στον ίδιο δρόμο την οδό Sullivan, μετά το πανέμορφο και ακριβό καφέ-εστιατόριο «The Dutch» βρίσκεται ένα άλλο μυστικό της γειτονιάς , το μικροσκοπικό ιταλικό μαγαζάκι, που πουλάει μόνο σάντουιτς. Μεγάλα και χορταστικά. Με ρετρό ιταλική κιτς διάθεση μέσα, την γλυκιά Ναπολιτάνα που τα φτιάχνει και την δήθεν Ιταλο-Αμερικάνα ιδιοκτήτρια. Θα περιμένεις 15 λεπτά όρθιος στην ουρά και αν είσαι τυχερός θα καθήσεις έξω στο μοναδικό τραπεζάκι να χαζεύεις τους Νεουρκέζους να κάνουν lunch break και τις κυρίες να βολτάρουν τα κομψά σκυλάκια τους.

Από μια τέτοια αναφορά, δεν θα παρέλειπα το Ιταλικό μικρό εστιατόριο στην γωνία των οδών Sping και Thompson με μικρά τραπεζάκια στο στενό – για αμερικάνικα δεδομένα- πεζοδρόμιο, μια εικόνα τόσο τυπική του SoHo και το πρώτο μας γεύμα μέσα στην ζαλάδα του jet lag. Tις επόμενες μέρες επισκεφτήκαμε και τα υπόλοιπα μικρά εστιατόρια και ήταν όλα τους όμορφα, λιγότερο, ή περισσότερο.

 «Pouring Ribbons»
«Pouring Ribbons»

Θα μιλήσω λίγο και για το Ισπανικό εστιατόριο «Boqueria» με την απόλυτα Νεουρκέζικη ατμόσφαιρα του και το πολύ νόστιμο φαγητό (Spring str.), το «Fenelis café» που είναι μια ιστορική pub με αμερικάνικο φαγητό, δηλαδή τεράστια μπέργκερ και κλαμπ σάντουιτς, ένα μαγαζί που επιβίωσε της ποτοαπαγόρευσης σαν speakeasy bar και που έχει εμφανιστεί και σε ταινίες, το μεγαλοπρεπές και εντυπωσιακό delicatessen «Dean & Deluca» στην λεωφόρο Broadway με ακριβές όμως τιμές, αλλά και τι να περιμένεις όταν ψάχνεις για ζυμαρικά και είναι όλα χειροποίητα; Και αν βέβαια είσαι μπάρτεντερ ή σου αρέσει να φτιάχνεις ωραία ποτά σπίτι σου για τους φίλους σου θα βρεις εντυπωσιακή ποικιλία αμερικάνικων αρωματισμένων σιροπιών και άλλων κοκτέιλ συστατικών.

Γνωστά και φημισμένα κοκτέιλ μπαρ δεν έχει το SoHo, προφανώς γιατί τα ενοίκια είναι πολύ ακριβά και προτιμούν ν’ ανοίγουν σε πιο low περιοχές, όπως το East Village, το hot spot σήμερα στην πόλη, που βρίσκεται δίπλα στο SoHo. Παρόλα αυτά υπάρχει το επιβλητικό μπαρ εστιατόριο «Public», βραβευμένο με μπόλικα αστέρια Michelen στην οδό Elisabeth, όπου στον ίδιο χώρο στεγάζεται και το καθαρόαιμο κοκτέιλ μπαρ «Daily», όπου συνάντησα τον περίφημο Timo Janse-de Vries από το μπαρ «Door 74» του Άμστερνταμ σε guest bartending. Εδώ μπορώ να ζητήσω την άδεια –από εμένα- και να γυρίσω την κουβέντα στο πιο ιστορικό, αναφέροντας πως η πρώτη ονομασία της πόλης ήταν Νέο Άμστερνταμ.

 «Death & Co»
«Death & Co»

Όταν φτάσαμε στην Νέα Υόρκη είμασταν ζαλισμένοι από το ταξίδι. Είναι μακρινό και όταν φτάνεις δεν ξέρεις τι ώρα είναι. Κάποια στιγμή συνήλθαμε σχετικά και για να βοηθήσουμε τον εαυτό μας τρέξαμε να βρούμε ένα καλό κοκτέιλ. Ψάξαμε το East Village και το βρήκαμε έυκολα. Εκεί σε μικρή μεταξύ τους απόσταση βρίσκονται τα μπαρ «Pouring Ribbons» το νέο «big thing» της πόλης στην κοκτέιλ σκηνή, αν και στο Μανχάτταν αυτά μπορεί να αλλάξουν και το επόμενο βράδυ. Λίγο παραδίπλα στη Ανατολική 6η οδό συναντήσαμε το «Death & Co» μπαρ, έναν resident στην λίστα με τα 50 καλύτερα μπαρ του κόσμου. Το φανταστικό για εμένα όνομα του, κρύβει μια φανταστική επίσης ιστορία από πίσω του. Πρόκειται για ένα καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε την εποχή της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ (1920-1933) και αφορά σε γραφιστικές δημιουργίες πόστερ που προμόταραν τον αντι-αλκοολισμό, κρύβοντας όμως κωδικοποιημένους χάρτες όπου σημειώνονταν τα τοπικά κρυφά-παράνομα speakeasy μπαρ!

 Mayahuel
Mayahuel

Πολύ κοντά επίσης, το πρώτο και διασημότερο νεο-speakeasy μπαρ της Αμερικής (κάπως παράδοξο αυτό ) το «Please Don’t Tell» ή για τους φίλους PDT, ένα μπαρ που ευθύνεται για πολλές από τις σύγχρονες τάσεις του μπαρτεντιγκ και των κοκτέιλ παγκοσμίως, όπως τα παλαιωμένα και εμφιαλωμένα κοκτέιλ. Και ναι, είναι ένα ωραίο μπαρ, με ατμόσφαιρα, που θα κατευχαριστηθείς τα ποτά σου αρκεί να καταφέρεις να μπεις μέσα, και αφού προηγούμενως θα πρέπει να περάσεις από το γειτονικό μαγαζί με τα χοτ ντογκς, να ελιχθείς ανάμεσα στα λουκάνικα και την τσίκνα, να βρεις τον τηλεφωνικό θάλαμο, και από εκεί μέσα από την μυστική πόρτα να βρεθείς μέσα στο μπαρ.

Και να μην ξεχάσω τα μικρά αλλά θαυματουργά μπαρ- εστιατόρια «Mayahuel» και και «Yerba Buena» με μεξικάνικη κουζίνα, πολλές τεκίλες και μεσκάλ αν και στο δεύτερο σερβιριστήκαμε κοκτέιλ με μαστίχα Skinos!

 Dead Rabbit
Dead Rabbit

Θ’ αναφέρω ακόμη τα μπαρ «Attaboy», «Rye», «Brandy Library», το θρυλικό «Clover Club», αλλά θα κρατήσω για τελευταία τα δύο καλύτερα: To «Employees Only», το μπαρ όπου θα πας για ένα ποτό και το πιθανότερο είναι να φύγεις αφού σερβιριστείς και την σούπα, που βγαίνει στις 3.30 το πρωί. Ένα από τα πρωτοπόρα μπαρ για την νέα σκηνή στην πόλη αλλά και παγκοσμίως, άνοιξε το 2004 και συνεχίζει ακάθεκτο, δημοφιλές και με εκπληκτικά κοκτέιλ! Και τελευταίο ένα νέο μπαρ όπου κατευθείαν με την εμφάνιση του παρουσιάστηκε στα καλύτερα 50 μπαρ του κόσμου και μάλιστα στο Νο 5 της λίστας, το «Dead Rabbit» στο νότιο άκρο της πόλης δίπλα στο Battery Park και συγκεκριμένα στην οδό Water. Pub ή taproom-ποτοπωλείο στο ισόγειο, αλλά φανταστικό κοκτέιλ μπαρ ή parlor-σαλόνι στο πρώτο και δεύτερο όροφο με έμφαση σε παντς και μικρά τσιμπήματα.

Την μέρα που φύγαμε από την ΝΥ έβρεχε καταρρακτωδώς αν και στην καρδιά της άνοιξης. Ο ταξιτζής δεν έβαλε ταξίμετρο και μας ζήτησε περισσότερα χρήματα από το κανονικό (τα οποία δεν πήρε ποτέ). Η εικόνα της πόλης μέσα από τα νερά ήταν μελαγχολική. Ο Ράδιο 88,3 συνέχιζε να παίζει cool newyorican jazz. Oι νεουρκέζοι έκαναν σαν τρελοί για να χωθούνε σ’ ένα ταξί και εγώ από μέσα μου χαμογελούσα...