Παρότι οι Satyricon παίζουν black metal –είδος ακραίο, μακριά από τη μαζική αποδοχή– η επικείμενη έλευσή τους στην Αθήνα ανήκει στα σημαντικότερα ραντεβού της νέας συναυλιακής σεζόν: λίγοι έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα στη συγκεκριμένη μουσική, ενώ δεν επισκέπτονται συχνά τα μέρη μας. Αλλά η ίδια αυτή ηχητική τόλμη που τους έχει κάνει τόσο σημαντικούς, ίσως να καθιστά αναγκαίο κι ένα κάποιο "ζέσταμα" πριν τη βραδιά της Παρασκευής 18/9 στο "Floyd". Τουλάχιστον για εκείνους που σκέφτονται μεν να δώσουν το παρών, μα δίχως να έχουν παρακολουθήσει με συνέπεια τη σχεδόν 35ετή τους πορεία.
Τα απολύτως απαραίτητα που χρειάζεται να ξέρει κανείς για τους Satyricon είναι ότι έρχονται από τη Νορβηγία (από το Όσλο), όπου και ιδρύθηκαν το 1990. Αρχικά, όμως, τους έλεγαν Eczema (μέχρι το 1991). Επιπλέον, τα μέλη που αναγνωρίζουμε σήμερα ως θεμελιώδη για την ύπαρξή τους και για τον περιπετειώδη ήχο τον οποίον λάνσαραν, δεν συγκαταλέγονται στους ιδρυτές. Το συγκρότημα, δηλαδή, το ξεκίνησε ο μπασίστας Vegard "Wargod" Tønsberg Bakke και ο ντράμερ Carl-Michael "Exhurtum" Eide, με τον εμβληματικό τραγουδιστή και κιθαρίστα Sigurd "Satyr" Wongraven να έρχεται λίγο μετά. Μέσα στο 1992, κατόπιν, ο μεν Exhurtum απολύθηκε, ο δε Wargod έφυγε για να γίνει στρατιώτης στις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ. Έτσι, η μπάντα πέρασε στα χέρια του Satyr, ο οποίος το 1993 βρήκε έναν ακόμα πολύτιμο συνοδοιπόρο στο πρόσωπο του ντράμερ Kjetil-Vidar "Frost" Haraldstad.

Τελευταία φορά που τους είδαμε στην Αθήνα ήταν τον χειμώνα του 2018, όταν γέμισαν το "Fuzz" παίζοντας με πλήρη επίγνωση του ποιοι είναι και τι κάνουν, παρά τις κάποιες αστοχίες –μία με τον ήχο του ξεκινήματος, μία με τα λογύδρια του Satyr περί της οικονομικής κρίσης που είχε αντιμετωπίσει η χώρα μας. Πιο πριν τους είχαμε τσεκάρει τον Μάιο του 2009 στο "Gagarin" (όπου ο Satyr εμφανίστηκε στη σκηνή με πατερίτσες), ενώ υπάρχει και η πρώτη τους φορά στην Ελλάδα, τον μακρινό Νοέμβριο του 2003, στο "An Club". Μια βραδιά για την οποία δεν υπάρχουν ίχνη στο ίντερνετ, μα θυμούνται καλά όσοι την τίμησαν, γιατί το πλήθος αντάμειψε τους Νορβηγούς με θερμότατη υποδοχή, εξισορροπώντας, έτσι, την απογοήτευσή τους από την απώλεια αποσκευών κι εξοπλισμού κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους.
Το 2020 η πρεσβεία της Νορβηγίας διάλεξε πέντε δίσκους που στάθηκαν κομβικής σημασίας για τη διαμόρφωση της πολυσυζητημένης νορβηγικής black metal σχολής. Ανάμεσά τους βρέθηκε και το Nemesis Divina, τρίτο άλμπουμ των Satyricon (1996), το οποίο τους χάρισε ισχυρή οπαδική βάση χάρη στους εκρηκτικά δυσοίωνους τρόπους του. Πρέπει να τονίσουμε, βέβαια, ότι μιλάμε εδώ για ένα γκρουπ που ξεχώρισε ήδη από το ντεμπούτο Dark Medieval Times (1993), λόγω του τρόπου με τον οποίον ενσωμάτωσε στοιχεία από τη folk μουσική της πατρίδας του. Το είχαν πράξει και οι Σουηδοί Bathory πιο πριν, όμως οι Satyricon το έκαναν δημιουργικά, όχι μιμητικά.

Εν καιρώ, βέβαια, το Nemesis Divina δίχασε κιόλας, αφού κάποιοι ήθελαν τους Satyr & Frost να επιμείνουν σε αυτή την αισθητική, ενώ εκείνοι επιθυμούσαν να εξερευνήσουν περισσότερα πράγματα, όπως έδειξαν κυκλοφορώντας το Rebel Extravaganza (1999). Με το οποίο ώθησαν το black metal προς κατευθύνσεις που ορισμένοι χαιρέτησαν ως καινοτόμες, μα άλλοι απέρριψαν ως στρυφνά διανοουμενίστικες (avant-garde). Σήμερα, πάντως, έχουμε καταλήξει ότι ήταν ένα πολύ σημαντικό άλμπουμ, που κοίταξε προς το μέλλον με γενναιότητα, προτείνοντας καινούριες προοπτικές για τον black ήχο.
Τώρα, το τι θα παίξουν και τι δεν θα παίξουν στο "Floyd" μέλλει να το δούμε, αφού οι Νορβηγοί δεν είναι και η πιο ευπρόβλεπτη περίπτωση. Κρίνοντας από τις πιο πρόσφατες συναυλίες τους, μάλλον δεν πρέπει να περιμένουμε πολύ Rebel Extravaganza. Το Nemesis Divina συνεχίζει μεν να τιμάται, όμως φαίνεται να επικεντρώνουν περισσότερο σε δουλειές σαν τα The Age Of Nero (2008) και Now, Diabolical (2006). Κάτι που ξέρουμε με σιγουριά, βέβαια, είναι ότι η σκηνική τους απόδοση δεν εξαρτάται ποτέ από την (όποια) setlist.
