© Μαργαρίτα Yoko Νικητάκη
Όαση για τους φιλόμουσους αποτελούν κάθε χρόνο πολλές από τις τακτικές συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, λόγω του σπάνιου, μακράν της πεπατημένης ρεπερτορίου, που προσφέρεται με εκλεκτούς μετακεκλημένους σολίστ και αρχιμουσικούς. Συχνά, βέβαια, δεν είναι πάντοτε δεδομένη ή αυτονόητη η συνοχή και ισορροπία τέτοιων προγραμμάτων, όπως επιβεβαίωσαν τρεις συναυλίες στη -σταθερά κατάμεστη- "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" του αθηναϊκού Μεγάρου, οι οποίες δόθηκαν σε εξαιρετικά πυκνούς από πλευράς εκδηλώσεων μήνες, κάτι που δικαιολογεί και την καθυστερημένη παρουσίασή τους.
Η συναυλία της 15/5 υπό τον καταξιωμένο Ρωσοεβραίο αρχιμουσικό Ντάνιελ Ράισκιν, είχε ανοίξει με την 5λεπτης μόλις διάρκειας σύνθεση "Variation 21 για ορχήστρα" της γνωστής στο γερμανόφωνο χώρο -και παρούσας στην αίθουσα- Ελληνίδας συνθέτριας Κωνσταντίας Γουρζή. Το καλογραμμένο κομμάτι (παραγγελία της σημαντικής Συμφωνικής Ορχήστρας της Βαμβέργης) χαρακτηρίσθηκε από το ατμοσφαιρικό κτίσιμο/μετεξέλιξη ρυθμικών και μελωδικών θεμάτων (κάποια από τα οποία -για έγχορδα και ξύλινα- παρέπεμπαν σε ελληνικό παραδοσιακό υλικό), που οδηγήθηκαν σε εντυπωσιακές ρυθμικά κορυφώσεις, δίνοντας ευκαιρία σε χάλκινα και κρουστά της ΚΟΑ να λάμψουν!
Ακολούθησε το "Διπλό κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και ορχήστρα" του Γκλας με σολίστ τον διάσημο Λετονό βιολιστή Γκίντον Κρέμερ και τη Λιθουανή τσελίστα Γκιέντρε Ντιρβαναουσκάιτε. Η παρουσίαση του σπάνια παιζόμενου κοντσέρτου είχε διπλή σημασία, αφενός λόγω των στενών σχέσεων του Αμερικανού συνθέτη με τον Κρέμερ, αφετέρου λόγω της μορφολογικής ιδιαιτερότητάς του. Στην ουσία το έργο αποτελείται από τέσσερα μέρη, κάθε ένα από τα οποία ξεκινά με εκτενή ντουέτα των δύο οργάνων, που ξετυλίγουν ένα διάλογο με θέρμη και αμεσότητα που παραπέμπει σε μουσική δωματίου, ενώ στο δεύτερο μισό (κάθε μέρους) η είσοδος της ορχήστρας με τις πιο δραματικές και ενορχηστρωτικά πληθωρικές διατυπώσεις λειτουργεί ερήμην των φωνών των δύο οργάνων, τα οποία απλώς ενσωματώνονται αρμονικά στη συνολική μουσική δράση, παραπέμποντας περισσότερο στη φόρμα της συμφωνίας κοντσερτάντε. Κατά τα λοιπά, το ημίωρης διάρκειας έργο (που αποτέλεσε την ορχηστρική μουσική ενός μπαλέτου) υπήρξε ένα τυπικό πλην ενίοτε κουραστικό δείγμα αμερικανικού μινιμαλισμού με τα γνωστά συνεχή σχήματα κρεσέντι/ντεκρεσέντι και ωραία αξιοποίηση ηχοχρωμάτων από ξύλινα, κρουστά αλλά και όργανα, όπως το πιάνο, η τσελέστα και η άρπα. Παρότι ο μαλακός, τρυφερός ήχος του βιολιού του εμφανώς καταβεβλημένου, 79χρονου πλέον Κρέμερ ερχόταν σε αγαστή συνοδοιπορία με αυτόν, πιο ζεστό του τσέλου της Ντιρβαναουσκάιτε, η απόλυτη ρυθμική καθαρότητα που απαιτεί για τη δικαίωσή της η συγκεκριμένη μουσική παρέμεινε ζητούμενο. Το αυτό ίσχυσε και για τη μουσική διεύθυνση του -άλλοτε εξέχοντος βιολίστα!- Ράισκιν, που μερίμνησε περισσότερο για τις διακυμάνσεις των δυναμικών της ορχήστρας, χωρίς να διασφαλίζει πάντοτε σφιχτότερη φραστική και παλμό.
Στο θερμό χειροκρότημα του κοινού, οι δύο σολίστ ερμήνευσαν το ατμοσφαιρικό όσο και παιγνιώδες "Rag-Gidon Time" του Καντσέλι, ένα σύντομο κομμάτι αφιερωμένο στον Κρέμερ, που ακούσθηκε σε μεταγραφή για βιολί-βιολοντσέλο.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με την πιο δραματική και δύσκολη από τις μεγάλες συμφωνίες του Ντβόρζακ, την 7η. Παρότι η προσφερθείσα εκτέλεση πρόδιδε συνεχώς την κατανόηση από τον Ράισκιν της ανήσυχης, φορτισμένης δραματουργίας της, δεν ήχησε αρκούντως συνεκτική και ομοιογενής.
Στα τρία γρήγορα μέρη το -ευπρόσδεκτο σε ό,τι αφορά το παίξιμο των εγχόρδων- σφρίγος της προσέγγισης συνοδευόταν από υπερβολικά γρήγορα τέμπι και μία αδόκητη τραχύτητα, στοιχεία ιδιαίτερα εμφανή στις κορυφώσεις, όπου δεν επιτεύχθηκε και εντελής ώσμωση του ήχου των χάλκινων (και δη των κόρνων) σε αυτόν της ορχήστρας. Με την εξαίρεση του πολύ ωραίου αργού μέρους, στο οποίο εκτιμήθηκε ιδιαιτέρως το παίξιμο των υπό την Καραγιαννάκη βιολοντσέλων, η αλληλουχία των μοτιβικών/μελωδικών και θεματικών ιδεών δεν αποδόθηκαν με τη δέουσα φυσικότητα και πλαστικότητα, κάτι που στοίχισε στη ρευστότητα της αφήγησης. Ο έλεγχος των δυναμικών δεν υπήρξε πάντοτε άρτιος, το φραζάρισμα πρόβαλε συχνά αγχώδες, οι λεπτομέρειες της γραφής και οι γνωστοί γλυκασμοί του Βοημού συνθέτη τονίσθηκαν ατελώς, παρά τις κατά τόπους ποιητικές σολιστικές συνεισφορές από ξύλινα (το φλάουτο της Πιλαφτσή, το κλαρινέτο του Γιαννάκα) και χάλκινα (τα υπό τον Σίσκο κόρνα, οι υπό τον Μπαλαμό τρομπέτες). Μία μάλλον γενικόλογη ανάγνωση, απότοκο μιας όχι εμφανώς αγαστής συμπόρευσης ορχήστρας-αρχιμουσικού.

Σχεδόν δύο μήνες νωρίτερα (20/3), η ΚΟΑ προσέφερε στο πλαίσιο τακτικής συναυλίας της όχι ένα, αλλά …δύο διπλά κοντσέρτα, και μάλιστα για δύο βιολιά, έχοντας εξασφαλίσει δύο διαπρεπείς σολίστ στα πρόσωπα του Νοτιοαφρικανού Ντάνιελ Χόουπ και του ημέτερου Σίμου Παπάνα. Κατόπιν αιφνίδιας αλλαγής, τη συναυλία διηύθυνε, αντί του αρχικά προβλεπόμενου Πολωνού αρχιμουσικού Αντρέι Κοσέντιακ, ο Βλαδίμηρος Συμεωνίδης.
Το φιλέρευνο πνεύμα και η κοινή ερμηνευτική ματιά των δύο βιολιστών (που έχουν συχνά συνεργασθεί -συναυλιακά και δισκογραφικά- στο πλαίσιο της ΚΟΘ, την οποία διευθύνει ο Παπάνας εδώ και τρεισήμισι χρόνια) έγινε εμφανής στα "Κοντσέρτα για δύο βιολιά" των Γ.Σ. Μπαχ και Μαρτινού, με τα οποία άνοιξε κάθε μέρος του προγράμματος.
Σ’αυτό του Μπαχ (BWV 1043), η ισοτιμία του διαλόγου, η ανεπίληπτη ηχητική ορθοτονία και δεξιοτεχνία με έντονα ρίσκα αλλά και τα πολύ γρήγορα τέμπι μαρτυρούσαν διαρκώς τη μεγάλη εμπειρία αμφοτέρων των βιολιστών και στο ρεπερτόριο του μπαρόκ. Τα λιγότερο εξοικειωμένα με αυτό 17 έγχορδα της ΚΟΑ (με τα οποία συνέπραξε ο τσεμπαλίστας Γεράσιμος Χοϊδάς) έπαιξαν όσο πιο σβέλτα μπορούσαν, αλλά αδυνατούσαν να συμβαδίσουν με το θυελλώδες παίξιμο των σολίστ ακόμη και στα -πολλά- σημεία που ο ρόλος τους περιορίζεται σε αυτόν μιας διακριτικής ορχηστρικής συνοδείας. Αναπόδραστα, παρά τη σε γενικές γραμμές επιτυχημένη μετάδοση των κλιμάτων της γραφής, το ορχηστρικό παίξιμο πρόβαλε συστηματικά διαφορετικής αισθητικής, τουλάχιστον στα ακραία γρήγορα μέρη.
Και στο "Διπλό Κοντσέρτο" του Μαρτινού χάρηκε κανείς τη δεξιοτεχνική άνεση των δύο βιολιστών (περιλαμβανομένης της καντέντσας) και τον μεταξύ τους συντονισμό, την προσαρμογή του ήχου τους, άλλοτε αιχμηρού άλλοτε πιο στρογγυλού, στο πρώτο μέρος (όπου ουσιαστικά παίζουν ουνίσσονο), την παιγνιώδη διάθεση στο ενίοτε χολλυγουντιανής γραφής δεύτερο μέρος, την αέναη κινητικότητα του παιξίματός τους καθ’όλη τη διάρκεια του έργου. Η ακρίβεια της διεύθυνσης, ο ευπρόσδεκτα μαλακός ήχος των εγχόρδων, η προσπάθεια κατανόησης ύφους και αισθητικής μιας πολυσυλλεκτικής (από μπαρόκ και νεοκλασικιστικής μέχρι κατά τόπους …"μοντερνίζουσας"!) γραφής δεν συνοδεύθηκε, όμως, πάντοτε από ρυθμικά συνεκτική συμπόρευση/αντιπαράθεση της -πολύ μεγάλης- ορχήστρας με τους δύο σολίστ, κάτι που προϋπέθετε η πηγή έμπνευσής της, το "κοντσέρτο γκρόσσο" της εποχής του μπαρόκ. Εκτός προγράμματος, Χόουπ και Παπάνας αντιχάρισαν στο ενθουσιώδες ακροατήριο δύο από τα 44 "Ντουέτα για δύο βιολιά" του Μπάρτοκ.
Και τα δύο μέρη του προγράμματος ολοκληρώθηκαν με ισάριθμες συμφωνίες του Χάϋντν, κομβικά δείγματα κλασικισμού, με τις οποίες οι ελληνικές ορχήστρες -δυστυχώς!- αναμετρώνται σπάνια. Αρχικά προσφέρθηκε η "Συμφωνία αρ. 103 - των τυμπάνων", ενώ το φινάλε κάλυψε η "Συμφωνία αρ. 83 - η κότα". Παρά το σχετικά μεγάλο αριθμό εγχόρδων (50 στο πρώτο έργο, 30 περίπου στο δεύτερο) ο Βλαδίμηρος Συμεωνίδης διέπλασε ακριβείς ερμηνείες που επέτρεψαν την άρτια κωδικοποίηση του μουσικού συντακτικού, αξιοποιώντας και την καλή αφομοίωση των κατακτήσεων της ιστορικής ερμηνευτικής στο συγκεκριμένο ρεπερτόριο (κάτι εύλογο για τους έμπειρους κορυφαίους των ξύλινων και χάλκινων πνευστών του συνόλου). Μετά το περίφημο αρχικό ρούλο των τυμπάνων με σκληρά κρόταλα (Λάμπουρας), η εκτέλεση της 103ης Συμφωνίας κύλισε με εύροα τέμπι (αν και το μενουέτο ήχησε λίγο βαρύ), ρυθμική σβελτάδα, προσεγμένη έκθεση θεμάτων και παραλλαγών, αξιόπιστες σολιστικές συνεισφορές (πχ. του εξάρχοντα Γραμματικόπουλου στο αργό δεύτερο μέρος, των κορυφαίων των ξύλινων) και γλαφυρούς διαλόγους, όπως αυτόν του κουιντέτου των κορυφαίων των εγχόρδων με τα κλαρινέτα των Μουρίκη & Κιοσόγλου στο τρίο.
Αντίστοιχα ίσχυσαν και για την εκτέλεση της 83ης Συμφωνίας, από την οποία δεν έλειψε το εξίσου αναγκαίο χιούμορ (καθοριστικές πινελιές του όμποε του Βάμβα). Η αξιοπρόσεκτη διαφάνεια των εγχόρδων, οι επιτυχημένες διακυμάνσεις ταχυτήτων και δυναμικών, η πλαστικότητα του αργού μέρους, τα λυρικά ξέφωτα (πχ. οι συνεισφορές του φλάουτου του Νικόπουλου) συνέβαλαν στη δικαίωση του συνδυασμού κομψότητας, ευγένειας και φαντασίας, που είναι άρρηκτα δεμένος με τον κλασικισμό του Χάϋντν.

Περισσότερο ισορροπημένη από πλευράς ρεπερτορίου, μολονότι τα έργα του προγράμματος δεν ήταν σίγουρα ίσης αξίας, υπήρξε μία από τις πρώτες συναυλίες της ΚΟΑ τη φετινή χρονιά, αυτή της 16/1, την οποία διεύθυνε ο ανερχόμενος και εγκατεστημένος στην Αυστρία αρχιμουσικός Ιωάννης Πουλάκης. Με αφορμή τη συμπλήρωση φέτος 90 χρόνων από το θάνατο του Ιταλού συνθέτη Οττορίνο Ρεσπίγκι, το σύνολο παρουσίασε τα δημοφιλή "Πεύκα της Ρώμης" μαζί με πιο σπάνια και λιγότερο γνωστά έργα ιταλικής μουσικής του 20ού αιώνα.
Η αρχή έγινε με δύο σύντομες υστερορομαντικές συνθέσεις του Μαρτούτσι, δασκάλου του Ρεσπίγκι (αλλά και του Πουτσίνι!), του αποκαλούμενου και "Ιταλού Μπραμς" λόγω της εμμονής του στην καλλιέργεια και προαγωγή της ιταλικής συμφωνικής μουσικής σε μια εποχή κυριαρχίας της όπερας. Η ΚΟΑ είχε την καλή ιδέα να προτείνει δύο από τις πιο αντιπροσωπευτικές συνθέσεις αυτού του μαιτρ των ορχηστρικών χρωμάτων, τη "Νοβελέτα" και τη "Ζίγκα", υποβλητικές ορχηστρικές εκδοχές πιανιστικών έργων του, αλλά ώφειλε -και μπορούσε από πλευράς χρονικής διάρκειας!- να τις πλαισιώσει και από το πανέμορφο "Νυχτερινό".
Μολονότι σε αμφότερα τα κομμάτια ένα παίξιμο μεγαλύτερης ποιότητας από τα έγχορδα θα ήταν επιθυμητό, η πιο ρυθμική "Ζίγκα" αποδόθηκε καλύτερα λόγω της καλλιέπειας των ξύλινων πνευστών και των δύο κόρνων. Η "Νοβελέτα" σκιάσθηκε από τα απρόσμενα ολισθήματα του -τόσο κρίσιμου εν προκειμένω- σόλο όμποε του Βάμβα.
Ακολούθησε το ακόμη σπανιότερα παιζόμενο "Ντιβερτιμέντο κοντσερτάντε για κοντραμπάσο και ορχήστρα" του Νίνο Ρότα, αγαπημένου συνθέτη μειζόνων Ιταλών σκηνοθετών, όπως οι Βισκόντι και Φελλίνι. Σολίστ ήταν ο κορυφαίος κοντραμπασίστας του συνόλου Νίκος Τσουκαλάς. Η προσεγμένη εκτέλεση έδωσε μια καλή εικόνα των αρετών του 25λεπτης διάρκειας, τετραμερούς έργου, πιστοποιώντας ότι πρόκειται για ένα από τα επιτυχέστερα που έχουν γραφτεί ποτέ για το κοντραμπάσο, όργανο με ζεστό πλην αδύναμο (όχι οξύ), χαμηλών συχνοτήτων ήχο για σολιστικό ρόλο, ειδικά όταν συνοδεύεται από ένα πολυάριθμο ορχηστρικό κλιμάκιο σε μία αίθουσα των διαστάσεων της "Χρήστος Λαμπράκης".
Το ανάλαφρο, μελωδικό "Ντιβερτιμέντο" διέθετε και ενδιαφέρουσα συμφωνική γραφή (π.χ. στην κινηματογραφική "άρια" του τρίτου μέρους) και τις χαρακτηριστικές στον Ρότα στιγμές χιούμορ και ειρωνείας (όπως στο εμβατηριακό δεύτερο μέρος με τις παιχνιδιάρικες παρεμβάσεις φλάουτων -το πίκκολο του Σταθουλόπουλου!- και όμποε) και ωραίες στιχομυθίες του κοντραμπάσου με τα ξύλινα (και δη τα φλάουτα) και …δύο καντέντσες (μία στο κέντρο του πρώτου μέρους και μία -εκφραστικότερη- στο φινάλε), αξιοπρόσεκτα δείγματα διερεύνησης των δεξιοτεχνικών δυνατοτήτων του οργάνου! Ο ανεξαρτήτως όγκου καλλιεπής ήχος του Τσουκαλά αναδείχθηκε από τις φροντισμένες ισορροπίες δυναμικής με την ορχήστρα και το μαλακό παίξιμο των εγχόρδων που άντλησε ο αρχιμουσικός.
Εκτός προγράμματος, ο άξιος σολίστ ερμήνευσε την "Ελεγεία αρ. 1 για κοντραμπάσο και ορχήστρα" του Μποττεζίνι, συνθέτη που κατ’εξοχήν έγραψε για ένα όργανο, που γνωρίζουμε κυρίως ως αρμονικό πυλώνα συμφωνικών έργων.
Επιτυχημένα αποδόθηκε και το βασικό έργο της βραδιάς, τα "Πεύκα της Ρώμης" του Ρεσπίγκι, μέρος μιας περίφημης -από πλευράς ενορχήστρωσης- "Ρωμαϊκής τριλογίας". Πέρα από τον εντυπωσιακό χειρισμό της ορχήστρας (που περιελάμβανε από πιάνο και εκκλησιαστικό όργανο [Γουβέλης] μέχρι τσελέστα [Βεζύρογλου]), το έργο ξεχωρίζει για την κινηματογραφική μουσική δραματουργία που σμιλεύει ζωντανές "εικόνες", μεταμορφώνοντας τα πεύκα σε μάρτυρες της ιστορίας που περνά μπροστά τους ανά τους αιώνες. Μετά από μία μάλλον αδρομερή, εξόχως νευρώδους κινητικότητας παρουσίαση των "Πεύκων της Βίλλας Μποργκέζε", τα "Πεύκα κοντά σε κατακόμβη" αποδόθηκαν με τη δέουσα πένθιμη διάθεση, που χρωμάτισαν το υποβλητικό φαγκότο του Λιοδάκη και το θεατρικό "μακρινό" σιωπητήριο της τρομπέτας του Καραμπέτσου. Το εστιασμένο παίξιμο των εγχόρδων και το ποιητικό σόλο κλαρινέτου του Γιαννάκα διασφάλισαν τις νυχτερινές ατμόσφαιρες των "Πεύκων του Τζανίκολο", ενώ το εκμαυλιστικό σόλο αγγλικού κόρνου της Παντελίδου στην εισαγωγή των "Πεύκων της Αππίας Οδού" λειτούργησε αντιστικτικά προς τη σταδιακή, μεγαλόστομης ρητορικής κορύφωση της μουσικής εικονογραφίας ενός ρωμαϊκού θριάμβου. Μεριμνώντας και πάλι για προσεγμένες δυναμικές και ακρίβεια φραστικής, η μουσική διεύθυνση του 33χρονου Πουλάκη διέθετε μεν εγκρατή έλεγχο της οικονομίας της παρτιτούρας και τις αναγκαίες περιγραφικές/αφηγηματικές αρετές, αλλά όχι ακόμη την εξίσου κρίσιμη δύναμη των υπαινιγμών. Σε κάθε περίπτωση, η ΚΟΑ οφείλει να μας προσφέρει σύντομα και τα άλλα δύο σκέλη της Ρωμαϊκής τριλογίας (τις "Γιορτές" και τις "Κρήνες"), γιατί όχι και να την παρουσιάσει στο σύνολό της.

