Χάρης Ακριβιάδης
Με δύο σημαντικές εκδηλώσεις, που έλαβαν χώρα σε αρχαία θέατρα, ολοκληρώθηκε ουσιαστικά προ ημερών η φετινή καλλιτεχνική περίοδος για την κλασική μουσική. Ανεξαρτήτως της ποιότητάς τους, αμφότερες επιβεβαίωσαν τους πάγιους προβληματισμούς για την προσφορότητα των ανοιχτών χώρων για την απόλαυση της κλασικής μουσικής.
Τις προάλλες (11/7), στο θέατρο της Αρχαίας Μεσσήνης, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με τη σύμπραξη της Καμεράτας- Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής υπό τον Γιώργο Πέτρου παρουσίασε σε συναυλιακή μορφή την όπερα του Γκλουκ "Ορφέας και Ευρυδίκη" στην εκδοχή του Μπερλιόζ. Ήταν η τρίτη συνεχής χρονιά που το Μέγαρο διοργανώνει μία θερινή μουσική εκδήλωση περιωπής στο μεσαίων διαστάσεων θέατρο, το οποίο αναστήλωσε υποδειγματικά -και στην πλήρη γεωμετρία του- ο αείμνηστος καθηγητής αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης. Η πολύ μεγάλη προσέλευση επισκεπτών από την Αθήνα (που κατέκλυσαν το αμφιθέατρο) και οι συνολικά πολύ καλές εντυπώσεις από την άρτια διοργάνωση φαίνεται να δικαιολογούν τη συνέχιση της πρωτοβουλίας.
Παρότι είναι σίγουρα εντυπωσιακό να βιώνει κανείς ένα μουσικό γεγονός (ιδίως δε αρχαιοελληνικής θεματικής) σε ένα ιστορικό θέατρο, και μάλιστα χωρίς -έντονη- μικροφωνική ενίσχυση, τα ζητήματα ακουστικής παραμένουν μείζον ζητούμενο σε τέτοιους χώρους. Εν προκειμένω το συγκεκριμένο θέατρο είχε χτισθεί στο βάθος ενός λόφου και ο αποκατασταθείς σκηνικός του χώρος στερούνταν ανακλαστικών επιφανειών, με αποτέλεσμα ο ήχος (τόσο των φωνών όσο και των οργάνων) να φθάνει πολύ συχνά αμβλυμμένος στους θεατές. Ένα άλλο μειονέκτημα είναι και η συνήθως πολύ υψηλή θερμοκρασία κατά τη θερινή περίοδο, που καθιστά, σε συνδυασμό με την υγρασία, ακόμη πιο θαμπό τον ορχηστρικό ήχο.
Έστω και έτσι, όμως, το συγκεκριμένο συναυλιακό γεγονός υπήρξε αναμφίβολα υψηλού επιπέδου και ο αρχαίος "τόπος" (παρότι κείμενος μακράν του Αχέροντα, του πρώτου από τους 5 ποταμούς του Άδη) συνέβαλε καθοριστικά ως υποκατάστατο του σκηνικού μέρους του. Η αξιοποίηση της σκηνοθετικής εμπειρίας του Πέτρου για τη θεατρικότητα της κίνησης και του στησίματος των μονωδών απέβη εξίσου καθοριστικός παράγοντας για τη σκηνική δικαίωση της επιλεγείσας εκδοχής του έργου.
Ως γνωστόν, το συγκεκριμένο έργο (που πρωτοπαρουσιάσθηκε στα ιταλικά στη Βιέννη το 1762) αποτελεί ορόσημο για τη "μεταρρύθμιση" που έφερε στην όπερα ο Γκλουκ,
φιλοδοξώντας να ανατρέψει την κυρίαρχη στην Ιταλία τάση να λειτουργούν τα λυρικά έργα ως επίδειξη φωνητικής δεξιοτεχνίας των τραγουδιστών. Η προσπάθειά του έγκειτο στην ενίσχυση της δραματικής πλοκής και την ανάδειξη του ποιητικού κειμένου, στον περιορισμό με αμιγώς δραματικά κριτήρια των αριών, στην αντικατάσταση του ρετσιτατίβο σέκκο με ρετσιτατίβο με συνοδεία μουσικής και στην ενίσχυση του ρόλου της χορωδίας.
Η γαλλόφωνη εκδοχή του έργου, που επεξεργάστηκε ο συνθέτης 12 χρόνια αργότερα (1774) για τις απαιτήσεις της μεγαλειώδους σκηνής του παρισινού Théâtre du Palais-Royal, συνοδεύθηκε όχι μόνο από ενορχηστρωτικές αλλαγές και προσθήκες (πχ του ευτυχούς τέλους) αλλά και με την ανάθεση του ρόλου από φωνή καστράτου σε φωνή υψηλού τενόρου, παρότι αυτό διατάραξε την αρμονική δομή του έργου. Η εκδοχή του Μπερλιόζ (1859), που ακούσθηκε στην αρχαία Μεσσήνη, ενισχύει τη δραματουργική συνοχή του έργου μέσω περικοπών διαφόρων σημείων, τη χρήση τονικοτήτων και ενορχήστρωσης εγγύτερων στην αρχική βιενέζικη εκδοχή, τη μετατροπή των τριών πράξεων σε τέσσερις, κυρίως όμως την ανάθεση του πρωταγωνιστικού ρόλου σε φωνή άλτο (μεσοφώνου).
![Orfeo ed Eurydice [ΜΜΑ-Καμεράτα]_Θέατρο Αρχαίας Μεσσήνης](https://www.athinorama.gr/Content/ImagesDatabase/8d/8dd4a709a48e474f922d8260bf3e11fd.jpg?v=1&maxwidth=680&originalwidth=2048&)
Με αυτά ως δεδομένα, το ακρόαμα υπήρξε πολύ επιτυχημένο, κάτι διόλου αυτονόητο.
Η μουσική διεύθυνση του Πέτρου (που λίγοι ίσως θυμούνται ότι είχε διευθύνει και το προηγούμενο [2007] ανέβασμα του έργου - στην εκδοχή του 1774- στην ΕΛΣ σε σκηνοθεσία Στ. Λάνγκριτζ) αποτέλεσε υπόδειγμα αντίληψης ύφους και αφηγηματικής ευφράδειας. Εύροες ταχύτητες και δυναμικές, προεξάρχων λυρισμός, ευγένεια βηματισμού αλλά και υποδειγματική στήριξη του τραγουδιού συνέβαλαν στο να αναδειχθεί ο κλασικισμός της γραφής. Δεν έλειψε, βέβαια, ο κατά τόπους οφειλόμενος τονισμός των αναφορών στο -προγενέστερο- μπαρόκ ή την αισθητική του - μεταγενέστερου- κινήματος "Θύελλα και ορμή", όπως για παράδειγμα στον εκπληκτικής έντασης "χορό των Ερινύων", με τον οποίο -και την άκρως θεατρική αποχώρηση του αρχιμουσικού λίγο πριν το φινάλε του- ολοκληρώθηκε η Β’ πράξη. Η 40μελής Καμεράτα έπαιξε -πιθανότατα όχι σε όργανα εποχής- με ακρίβεια και συγκέντρωση, κάτι που εκτιμήθηκε πρωτίστως σε ό,τι αφορά τα καλλιεπή ξύλινα (έξοχο το σόλο φλάουτου της Μελίνας Μακρή στο "χορό των μακαρίων πνευμάτων") και τα σταθερά χάλκινα, αφού το εστιασμένο και σβέλτο παίξιμο των εγχόρδων δεν μπορούσε να εκτιμηθεί εν συνόλω λόγω της μέτριας ακουστικής.
Η διανομή υπήρξε άκρως ισορροπημένη, και ανταποκρίθηκε εν πολλοίς καλά στα καθοριστικά εν προκειμένω ζητούμενα διακριτότητας των ηχοχρωμάτων και καθαρής άρθρωσης του αδόμενου γαλλικού λόγου, ο οποίος πάντως δεν έτυχε της δέουσας νοηματοδότησης. Τον πρωταγωνιστικό και εξόχως απαιτητικό ρόλο του Ορφέα ερμήνευσε εξαιρετικά η εκλεκτή Ιταλίδα μεσόφωνος Τερέζα Ιερβολίνο, καθώς το πολυτελές θερμό τίμπρο συνδυάσθηκε με την αναγκαία ευγένεια υπόκρισης. Η εμπειρία της στα ρεπερτόρια του μπαρόκ και του ρομαντικού μπελ- κάντο επέτρεψαν μία συναρπαστική σε διακινδυνεύσεις κολορατούρας και καλόγουστες διανθίσεις ερμηνεία της άριας της Α’ Πράξης "Amour, viens rendre à mon ame", ενώ και η περίφημη αργή άρια "J’ai perdu mon Eurydice" ήχησε με την ενδεδειγμένη θλίψη και συναισθηματική ειλικρίνεια.
Το γεμάτο, κρεμώδες ηχόχρωμα της υψιφώνου Μαρίας Κοσοβίτσα ίσως να πρόβαλε υπερβολικό για το ρόλο της Ευρυδίκης (καθώς δεν επέτρεψε την αντίστιξη προς αυτό, εξίσου πλούσιο, του Ορφέα στη συγκεκριμένη εκδοχή), αλλά η όλη μουσικοδραματική παρουσία υπήρξε μετρημένη και σοβαρή, επιβεβαιώνοντας τις πολλές υποσχέσεις για το μέλλον της. Άρτιος ήταν και ο Έρωτας της υψιφώνου Μαριλένας Στριφτόμπολα, μολονότι το τίμπρο δεν διέθετε τη δροσιά και την ευχάριστη "μεταλλικότητα", με την οποία συνήθως συνδέεται. Τοποθετημένη πίσω και σε υψηλότερο επίπεδο από την ορχήστρα, η -όπως πάντοτε καλά προετοιμασμένη από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο- 20μελής Χορωδία Δωματίου Αθηνών
ευχαρίστησε με το προσεγμένο και συντονισμένο τραγούδι της, που αντιδιεστάλη ευπρόσδεκτα στις σκηνές του Άδη και των Ηλυσίων Πεδίων.
Συνολικά, μία άκρως αξιέπαινη προσπάθεια που θα κέρδιζε πολύ περισσότερο καλλιτεχνικά, αν παρουσιαζόταν σε κάποια από τις ακουστικά προσφορότερες αίθουσες του Μεγάρου…
![KOA- Nesterowicz [Mahler 8th Symphοny]_Ηρώδειο-ΦΑ, 29.06.2026](https://www.athinorama.gr/Content/ImagesDatabase/24/2402b8cea18146ac835f95f0f6979131.jpg?v=1&maxwidth=680&originalwidth=1800&)
Δύο εβδομάδες νωρίτερα (29/6) έπεσε αυλαία στις εκδηλώσεις κλασικής μουσικής του Φεστιβάλ Αθηνών στο Ηρώδειο με την 8η Συμφωνία του Μάλερ που ερμήνευσε η ΚΟΑ με τη σύμπραξη 8 μονωδών και 4 χορωδιακών συνόλων υπό τον Πολωνό αρχιμουσικό Μιχάλ Νεστερόβιτς! Μολονότι η αποκαλούμενη "Συμφωνία των Χιλίων" δεν "απαιτεί" ισάριθμες δυνάμεις εκτελεστών με αυτές της πρεμιέρας της (στις οποίες οφείλεται και το -κατά τον ιμπρεσάριο- Γκούτμαν προσωνύμιό της), η στενή σκηνή γέμισε ασφυκτικά από άνω των 300 μουσικούς!
Η τόσο σπάνια παιζόμενη -και διεθνώς- 8η Συμφωνία αποτέλεσε σίγουρα το ιδανικό έργο για να ολοκληρωθεί η 71χρονη ιστορία της κλασικής μουσικής στο Φεστιβάλ Αθηνών και το Ηρώδειο, πριν αυτό κλείσει για την επικείμενη -τουλάχιστον τριετούς διάρκειας- ανακαίνισή του. Εύλογα, οι εικόνες από τις ασφυκτικά γεμάτες κερκίδες του ρωμαϊκού κοίλου υπήρξαν και όμορφες και συγκινητικές, ιδίως αν λάβει κανείς υπ’όψη ότι στην προηγούμενη φεστιβαλική εκτέλεση του έργου στον ίδιο χώρο (αλλά και την Ελλάδα) από την Ορχήστρα Νέων Γκούσταφ Μάλερ υπό τον Αυστριακό αρχιμουσικό Φραντς Βέλζερ-Μεστ (15/9/2001) είχαν παραστεί σαφώς λιγότεροι…
Με τη μεγαλειώδη 8η ολοκλήρωσε, εξάλλου, η ΚΟΑ έναν άτυπο πλήρη "κύκλο" των συμφωνιών του Μάλερ υπό διαφορετικούς αρχιμουσικούς, τον οποίο υποστήριξαν και οι 3 διευθυντές της κατά την τελευταία 15ετία. Το σύνολο είχε να ερμηνεύσει το έργο από το μακρινό …1993 σε μουσική διεύθυνση του καταξιωμένου Πολωνού αρχιμουσικού Γιάτσεκ Κάσπζυκ.
Παιχνίδια της τύχης: στη συναυλία του Ηρωδείου τη συμφωνία κλήθηκε να ξαναδιδάξει στην ΚΟΑ ένας άλλος Πολωνός αρχιμουσικός (και σταθερός συνεργάτης της), ο πανύψηλος Μιχάλ
Νεστερόβιτς.
Στην εκτέλεση συνέπραξαν η συμπατριώτισσά του υψίφωνος Ιβόνα Σομπότκα, ο Νοτιοκορεάτης βαθύφωνος Τζονγκ-μιν Παρκ και 6 Έλληνες μονωδοί, οι υψίφωνοι Κατερίνα Σαντμάγερ και Βάσια Αλάτη, η μεσόφωνος Μαίρη – Ελεν Νέζη, η άλτο Αννα Αγάθωνος, ο τενόρος Μάριο Τζεφίρι και ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός. Συμμετείχαν ακόμη η Χορωδία της ΕΡΤ (διδασκαλία – διεύθυνση Μιχάλης Παπαπέτρου), η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων (διδασκαλία – διεύθυνση Σταύρος Μπερής), η ρουμανική Φιλαρμονική Ακαδημαϊκή Χορωδία "Oltenia" της Κραϊόβα ( διδασκαλία – διεύθυνση Svilen Simeonov) και η Παιδική Χορωδία Rosarte (διδασκαλία – διεύθυνση Ρόζη Μαστροσάββα).
Το περίπου 85λεπτης διάρκειας, εξαιρετικά απαιτητικό πλην θετικό/αισιόδοξης διάθεσης έργο αποτελείται από δύο μέρη που εκφράζουν μία κοινή ιδέα, τη λύτρωση μέσα από τη δύναμη της αγάπης. Το πολύ συντομότερο πρώτο καλύπτει ο λατινικός ύμνος- επίκληση στο δημιουργικό πνεύμα "Veni Creator Spiritus", ενώ το εκτενέστερο (σχεδόν ωραίας διάρκειας) δεύτερο περιλαμβάνει το Β’ μέρος των σκηνών του "Φάουστ" του Γκαίτε.
![KOA- Nesterowicz [Mahler 8th Symphοny]_Ηρώδειο-ΦΑ, 29.06.2026](https://www.athinorama.gr/Content/ImagesDatabase/7f/7f11c2f3e29e41a7a001e78de0a217be.jpg?v=1&maxwidth=680&originalwidth=1800&)
Παρά την φιλότιμη προσπάθεια του Νεστερόβιτς και την αρμόζουσα εορταστική διάθεση, η εξαιρετικά πυκνή πλην διαυγής συμφωνική γραφή του πρώτου μέρους αποδόθηκε αδρομερώς και πολύ δυνατά, στα όρια της υπερβολής. Τα έγχορδα και δη τα βιολιά αντιμετώπισαν -όπως φάνηκε δια γυμνού οφθαλμού!- αρκετές δυσκολίες συντονισμού και κοινής συμπόρευσης, ενώ ούτε το χορωδιακό τραγούδι υπήρξε ομοιογενές και ισορροπημένο: από την αρχή έγινε αισθητή η προσπάθεια των ελληνικών χορωδιών να "παρακολουθούν" το στεντόρειο, πλην γεμάτο αυτοπεποίθηση τραγούδι της ρουμανικής χορωδίας. Έλαμψαν πάντως τα πνευστά, και δη τα τόσο μαλακά κόρνα υπό τον Σίσκο.
Πολύ καλύτερα κύλησαν τα πράγματα στις "Σκηνές από τον Φάουστ". Διατηρώντας ευπρόσδεκτα την αμεσότητά της, η μουσική διεύθυνση ανέδειξε με δραματική αφήγηση και σε επαρκές βάθος λεπτομέρειας την ποικιλία διαθέσεων της γραφής, χωρίς να αναζητά -ορθά!- μη υπαρκτές ψυχολογικές ή "πνευματικές" μεταπτώσεις. Τα τέμπι υπήρξαν σβέλτα και ευέλικτα, οι διακυμάνσεις δυναμικής προσεγμένες (αξιοπρόσεκτα πιανίσσιμι), η ποιότητα του ορχηστρικού παιξίματος ανώτερη με πολύ πιο συγκεντρωμένο παίξιμο των εγχόρδων (και μαγικές συνομιλίες τους με την άρπα μετά την πρώτη άρια του τενόρου!), ωραίες συνεισφορές πνευστών και κρουστών, αλλά και ευδιάκριτη παρουσία των νυκτών χορδόφωνων (μαντολίνα) και πληκτροφόρων (φορητό εκκλησιαστικό όργανο, τσελέστα, πιάνο) οργάνων.
Σε μια τέτοια πρωτίστως "συμφωνική" (και όχι "θεατρική/οπερατική") λογική/προσέγγιση εντάχθηκε αβίαστα και οργανικά το τραγούδι μονωδών και χορωδών, προσθέτοντας τις αναγκαίες ποιητικές και συναισθηματικές πινελιές. Από πλευράς μονωδών (που τοποθετήθηκαν έξυπνα στα άκρα της ορχήστρας) τις ισχυρότερες εντυπώσεις -στα αρκετά απαιτητικά σε ψηλές νότες μέρη τους- άφησαν η Σομπότκα και η τόσο ταλαντούχα
Σάντμαγιερ, της οποίας το μεγάλο, πολυτελές ηχόχρωμα γέμισε με άνεση το ανοιχτό θέατρο. Τα λιγότερο ακανθώδη φωνητικά μέρη των δύο μεσοφώνων (Νέζη, Αγάθωνος) όπως και το σύντομο τραγούδι της Mater Gloriosa (που ερμήνευσε από το μέσο και βάθος της σκηνής, πίσω από τις χορωδίες, η Αλάτη), αποδόθηκαν με μουσικότητα.
Από τους άνδρες ξεχώρισε με την ακμαία φωνή και το καλλιεπές τραγούδι στο δυσχερές μελωδικά μέρος του Pater Profundus ο Παρκ. Ο Τηλιακός απέδωσε με ευγένεια (αλλά και ένα κάπως ορατό "φορτσάρισμα") την άρια του Pater Ecstaticus, ενώ τις μεγαλύτερες δυσκολίες αντιμετώπισε στις δύο πανέμορφες άριες του Doctor Marianus o Μάριο Τζεφίρι, καθώς δεν διέθετε το τίμπρο "ηρωϊκού" τενόρου, το οποίο αυτές προϋποθέτουν. Η έλλειψη αυτή αναπληρώθηκε -εν μέρει μόνο- με την εκφραστικότητα του τραγουδιού και την υποδειγματικά λαγαρή άρθρωση του αδόμενου γερμανικού λόγου (που προβλήθηκε ευπρόσδεκτα σε υπερτίτλους, αν και σε όχι πάντοτε επιτυχημένη μετάφραση). Το γενναιόδωρο πλην μάλλον γενικόλογο χορωδιακό τραγούδι συμπλήρωσε τις συνολικά θετικές εντυπώσεις, που προκάλεσαν ενθουσιώδεις επευφημίες του κοινού.
Αν η συναυλία αποτέλεσε οπωσδήποτε ιδανική προσωρινή αυλαία για το Ηρώδειο, ο προβληματισμός για το μέλλον της κλασικής μουσικής στον ίδιο χώρο αλλά και ευρύτερα στο Φεστιβάλ Αθηνών βαίνει αυξανόμενος. Με αγωνία αναμένονται τόσο οι βραχυπρόθεσμες λύσεις που καλείται να βρει η νέα καλλιτεχνική διεύθυνση του θεσμού για το κλείσιμο του Ηρωδείου όσο -και κυρίως- ο πιο μακρόπνοος σχεδιασμός για την ολοένα συρρικνούμενη παρουσία του είδους στο φεστιβαλικό προγραμματισμό. Εικόνα που επιτείνει μεταξύ άλλων και η παντελώς ακατανόητη μη διανομή προγράμματος στη συγκεκριμένη συναυλία όσο και στην προηγούμενη εμφάνιση της ΚΟΑ (το πρώτο μέρος του αφιερώματος στην Αμερική του Μάνου Χατζιδάκι)…
Κεντρική φωτογραφία: Πανοραμική άποψη του θεάτρου της Αρχαίας Μεσσήνης κατά τη συναυλιακή παρουσίαση της όπερας του Γκλουκ "Ορφέας και Ευρυδίκη" στην εκδοχή του Μπερλιόζ από την Καμεράτα υπό τον Γιώργο Πέτρου (11/7)

