©Ανδρέας Σιμόπουλος
Ένα πολύ ενδιαφέρον όσο και δύσκολο μουσικοδραματικό στοίχημα κέρδισε μετ’επαίνων τις προάλλες (20/6) η Εθνική Λυρική Σκηνή, προτείνοντας στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου την ανασύνθεση και αναβίωση της ιστορικής παραγωγής (1961) της "Μήδειας" του Κερουμπίνι σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, σκηνικά- κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη και χορογραφία Μαρίας Χορς, που είχε σφραγίσει με την ερμηνεία της η Μαρία Κάλλας.
Επρόκειτο για ένα εγχείρημα ανάλογο με αυτό της ανασύστασης από το "Παλατσέτο Μπρου Τζάνε" της αυθεντικής παραγωγής (1875) της "Κάρμεν" του Μπιζέ, που απολαύσαμε πρόσφατα στην "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ, αν και διαφορετικού βαθμού δυσκολίας λόγω της ...ελλιπέστερης σωζόμενης αρχειακής τεκμηρίωσης.
Την ιδανικά ενταγμένη στο πλαίσιο του θεματικού άξονα της φετινής περιόδου της ΕΛΣ "Η όπερα του μέλλοντος μέσα από τη μήτρα του παρελθόντος" αναβίωση υπέγραψε, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Κουμεντάκη, δημιουργική ομάδα αποτελούμενη από τους Παναγή Παγουλάτο (σκηνοθεσία), Λίλη Πεζανού (σκηνικά), Τότα Πρίτσα (κοστούμια), Γιάννα Φιλιπποπούλου και Κέλλη Ζαμπέλα (χορογραφία) και Χρήστο Τζιόγκα (φωτισμούς). Αυτή βασίσθηκε σε ενδελεχή μελέτη αρχειακού υλικού και δη των τετραδίων σκηνοθεσίας του Μινωτή, των μακετών σκηνικού και των σχεδίων κοστουμιών του Τσαρούχη καθώς και του φωτογραφικού υλικού, που σώζεται από τις πρόβες και τις δύο παραστάσεις στο αρχαίο Αργολικό θέατρο.
Ήδη από την πρώτη σκηνή εντυπωσίασε η εξαιρετικά καλαίσθητη οπτικοποίηση της παράστασης. Το επιβλητικό, άψογης συμμετρίας, γκρίζο στο χρώμα της πέτρας σκηνικό της Πεζανού (αριστερά το ανάκτορο του Κρέοντα, βασιλιά της -γειτονικής- αρχαίας Κορίνθου, δεξιά ο ναός της Ήρας και στο μέσο/βάθος το μικρό ιερό της Αρτέμιδος, που μετακινήθηκε στο προσκήνιο στο φινάλε), παρότι κάλυψε -με ειδική κατασκευή για την προστασία της- το μεγαλύτερο τμήμα της σκηνής του αρχαίου θεάτρου (συνοδευόμενο από μία στενότερη ημικυκλική εμπρόσθια χαμηλότερη ζώνη, όπου εκτυλίσσονταν οι πιο οικείες στιγμές των πρωταγωνιστών), εντάχθηκε αβίαστα στον αρχαιολογικό χώρο και το φυσικό περιβάλλον και υπηρέτησε άψογα τη δράση.

Τα σκοτεινών/γήινων χρωμάτων, αρχαιοελληνικών και βυζαντινών τόνων, καλοραμμένα κοστούμια της Πρίτσα αποτέλεσαν χάρμα οφθαλμών και ενδυματολογική πραγματεία. Οι κλασικές, βασισμένες στην αρχαία ελληνική εικονογραφία χορογραφίες ανασυστάθηκαν από τις Φιλιπποπούλου και Ζαμπέλα με αέρινη κίνηση και χωρίς εκζήτηση. Τέλος, οι φωτισμοί του Τζιόγκα λειτούργησαν άκρως υποβλητικά συνήθως μέσω καθέτων στηλών, εκτεινόμενοι μέχρι τα εφέ τεχνητών κεραυνών επί των δέντρων πίσω από τη σκηνή για την καταιγίδα της Γ’ πράξης ή την τελική σκηνή της πυρπόλησης του μικρού ιερού από την επί άρματος Μήδεια πριν από την "ανάληψη".
Όλο το εικαστικό σκέλος της παράστασης προκάλεσε το θαυμασμό, όχι μόνο για την ποιότητα και τις λεπτομέρειες της "ανασύστασης" με βάση τις σωζόμενες πηγές, αλλά και για την άψογη υλοποίησή της (από την Τεχνική Διεύθυνση και τον Τομέα Ενδυματολογίας της ΕΛΣ) ως αλληλουχία "ταμπλώ βιβάν" με βάση σημερινές προδιαγραφές. Και τούτο γιατί, με την εξαίρεση της χρήσης κάποιων αντικειμένων/σπαραγμάτων της παραγωγής του 1961, αυτό που είδαμε αποτέλεσε -όπως και στην "Κάρμεν"- το προϊόν μιας καλλιτεχνικής δουλειάς με όρους του 2026, μακράν κάθε υπόνοιας "αρχαιολογικής/μουσειακής" αναπαράστασης.
Το σύγχρονο στίγμα ανέδειξε ακόμη εντονότερα η σκηνοθεσία του Παγουλάτου, ο οποίος, μολονότι ακολούθησε απόλυτα το -εμπνευσμένο από την αρχαία τραγωδία- λιτό και αυστηρό περίγραμμα της προσέγγισης του Μινωτή (η οποία, σημειωτέον, πρωτοπαρουσιάσθηκε στην Όπερα του Ντάλλας το 1958 και ξανασχεδιάσθηκε από την αρχή για την Επίδαυρο) οριοθέτησε με σαφήνεια, συνεχή -πλην υποδειγματικής γεωμετρίας- κίνηση και άρτια θεατρική καθοδήγηση το σύνολο της σκηνικής δράσης, τόσο στις επιβλητικές σκηνές πλήθους όσο και στις δραματουργικά κομβικές ιδιωτικές αντιπαραθέσεις των πρωταγωνιστών. Ο απόλυτος σεβασμός του λιμπρέτου του Οφμάν και της δραματουργίας της μουσικής συνέβαλαν εξίσου στις θετικές εντυπώσεις.

Με τα ίδια "αντικειμενικά" κριτήρια (αφού, πλην των κριτικών της εποχής, δεν σώζεται κανένα ηχητικό τεκμήριο από την παράσταση του 1961, της ερμηνείας της Κάλλας περιλαμβανομένης), εξίσου επιτυχημένο υπήρξε και το μουσικό σκέλος της παράστασης, που στηρίχθηκε στο φυσικό ήχο (οργάνων και φωνών), χωρίς μικροφωνική ενίσχυσή του.
Το έργο δεν ακούσθηκε στην πρωτότυπη εκδοχή σε γαλλικό λιμπρέτο με διαλόγους σε αλεξανδρινό μέτρο ανάμεσα στα μουσικά μέρη (1797), αλλά σε αυτήν με τους μελοποιημένους από τον Γερμανό συνθέτη Λάχνερ διαλόγους (1855) στην ιταλική μετάφραση του Τζανγκαρίνι (1909), την οποία τραγούδησε η Κάλλας το 1953, όταν ερμήνευσε τον κεντρικό ρόλο για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ του Φλωρεντινού Μουσικού Μάη, ανασύροντας την όπερα από μακροχρόνια λήθη.
Οπωσδήποτε, και παρά τα όποια ηχητικά κέρδη από τον "εγκιβωτισμό" της Ορχήστρας της ΕΛΣ στο εμπρόσθιο ήμισυ της σκηνής/ορχήστρας, οι τεράστιες διαστάσεις του αρχαίου θεάτρου δεν διευκόλυναν την ακριβή αποτίμηση της μουσικής διεύθυνσης του έμπειρου Καναδού αρχιμουσικού Ζακ Λακόμπ. Μετά από μία μάλλον θαμπή ηχητικά ορχηστρική εισαγωγή, η δροσερή θερμοκρασία της βραδιάς επέτρεψε να γίνουν αντιληπτές τόσο η ρυθμική της ακρίβεια όσο και -πρωτίστως- η ασφαλής υποστήριξη/συνοδεία του τραγουδιού, παράλληλα με τον επαρκή συντονισμό των περίπου 130 συντελεστών της παράστασης (μονωδών, χορωδών, χορευτών και ηθοποιών).
Υπήρχαν, πάντως, σίγουρα περιθώρια για μια υφολογικά περισσότερο ενημερωμένη ερμηνεία της μεταβατικής/υβριδικής παρτιτούρας, που γεφυρώνει το κλασικιστικό σύμπαν του Γκλουκ και του Χάυντν με αυτό του Μπετόβεν, προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα το είδος της γαλλικής grand opéra, η οποία θα μετέδιδε γλαφυρότερα την τραγική της ένταση. Η Ορχήστρα της ΕΛΣ έπαιξε με σβελτάδα και προσήλωση, με ιδιαίτερα διακριθέντες τους κορυφαίους των ξύλινων, όπως τον Θόδωρο Μαυρομμάτη (φλάουτο) και την Σόνια Πισκ (φαγκότο), που ξεχώρισαν με την καλλιεπή συνοδεία τους στις άριες της Γλαύκης και της Νέριδος αντίστοιχα.

Καμία ένσταση, αντιθέτως, για το υψηλότατου επιπέδου πολυεθνικό καστ, η επιλογή του οποίου πρέπει να πιστωθεί στον Παγουλάτο, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή διανομών της ΕΛΣ. Για τους 3 βασικούς ρόλους επελέγησαν μονωδοί με μεγάλες φωνές, που πέρναγαν με σχετική άνεση στις κερκίδες.
Τρία χρόνια μετά την πρώτη της αναμέτρηση με τον απάνθρωπο πρωταγωνιστικό ρόλο (στο πλαίσιο της αναβίωσης στην "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" της παραγωγής του Ντέηβιντ ΜακΒίκαρ για την Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης), η Ιταλίδα δραματική υψίφωνος Άννα Πιρότσι δικαιολόγησε γιατί θεωρείται σήμερα μία από τις κορυφαίες παγκοσμίως ερμηνεύτριες του. Η ιδανική -σε ηχόχρωμα, έκταση, δυναμικές, τεχνική - φωνητική αρματωσιά με ισορροπημένα ρεζίστρα (ασφαλείς ψηλές νότες, θερμές μεσαίες και χαμηλές, προσεγμένα πιάνι) συνδυάσθηκε με ευπρόσδεκτη προσπάθεια ανάδειξης της ψυχολογικής εξέλιξης του χαρακτήρα, που βιώνει έντονα τον έρωτα και την απόρριψη/ταπείνωση, προτού καταφύγει -σαν μάγισσα- στην εκδίκηση.
Πλάι της, ο Γάλλος τενόρος Ζαν-Φρανσουά Μπορράς ενσάρκωσε πειστικά τον αλαζόνα πλην συναισθηματικά αδύναμο Ιάσονα, ενώ το λυρικοδραματικό μεταλλικό ηχόχρωμά του, με επαρκή ικανότητα προβολής στο αρχαίο κοίλο, ταίριαξε καλά με αυτό πιο μεστό της Πιρότσι. Στη συγκεκριμένη όπερα την παράσταση κλέβει πολύ συχνά η -ακόλουθος της Μήδειας- Νέρις, κάτι που επιβεβαιώθηκε εύκολα και εν προκειμένω με τη Ρωσίδα μεσόφωνο Αλίσα Κολοσόβα, κάτοχο ενός τίμπρου σπηλαιώδους εύρους και πολυτέλειας, η οποία έτυχε θυελλωδών επευφημιών από το κοινό!
Τη διανομή συμπλήρωσαν επάξια δύο Έλληνες μονωδοί, που χάρισαν τα υποκριτικά πιο ψαγμένα πορτρέτα ρόλων για τους οποίους δεν διέθεταν τις ιδανικές φωνές! Στον γραμμένο για βαθύφωνο ή μπασοβαρύτονο ρόλο του Κρέοντα ο κορυφαίος μας βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος έκανε επίδειξη αντίληψης ύφους, εντυπωσιακής προβολής και άρθρωσης του αδόμενου λόγου (που πρόδιδε τη σκηνική του εμπειρία στο συγκεκριμένο θέατρο), κυρίως όμως φώτισε τα ανθρώπινα διλήμματα του βασιλιά-πατέρα, την πορεία από την εξουσία/ασφάλεια στην αδυναμία/κατάρρευση.
Χωρίς να είναι η λυρική σοπράνο που δικαιώνει μουσικά το ρόλο της Γλαύκης, η κολορατούρα υψίφωνος Δανάη Κοντόρα ευχαρίστησε με τη μουσικότητα, τις λαμπερές ψηλές νότες, αλλά και με την εύθραυστη και φίνα σκηνική παρουσία. Άρτια αποδόθηκαν και οι δευτεραγωνιστικοί ρόλοι (Τσιμιδάκη, Ειρ. Αθανασίου, Σταματάκης), ενώ εντυπωσιακής ακρίβειας και συγκέντρωσης υπήρξε τόσο το τραγούδι όσο και η σκηνική παρουσία της Χορωδίας της ΕΛΣ, που προετοίμασε ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.
Καθηλώνοντας εύλογα τους άνω των 10.000 θεατές που κατέκλυσαν το αρχαίο θέατρο (εκ των οποίων πολλοί δεν σταματούσαν, δυστυχώς, να τραβούν φωτογραφίες καθ’όλη τη δίωρη διάρκεια της παράστασης), τούτη η σπάνιας τέχνης ανασύσταση ενός από τα σημαντικότερα πολιτιστικά γεγονότα της μεταπολεμικής Ελλάδας -και μάλιστα για μία μόνο βραδιά!- τίμησε την ΕΛΣ και το δυναμικό της, και αξίζει περίοπτης θέσης στην ιστορία της.
Κεντρική Φωτογραφία: Η τελική σκηνή της όπερας "Μήδεια" του Κερουμπίνι (ΕΛΣ -
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 20/6): ο λαός της Κορίνθου παρακολουθεί έντρομος τη Μήδεια να βάζει φωτιά στο μικρό ιερό της Αρτέμιδος μετά τη διάπραξη της παιδοκτονίας © Ανδρέας Σιμόπουλος

