© Marek Olbrzymek
Κάθε σύντομη απόδραση στην όμορφη Μπρατισλάβα (όπως αυτή που πραγματοποιήσαμε στα τέλη Μαρτίου) καλό θα είναι να συνδυάζεται με την παρακολούθηση εκδηλώσεων κλασικής μουσικής ή/και όπερας. Αν στην παραδουνάβια πρωτεύουσα της Σλοβακίας η σχέση με τη γειτονική Τσεχία γίνεται άμεσα αισθητή (λόγω γλώσσας και κοινής συνύπαρξης επί 70 περίπου χρόνια στο πλαίσιο της ενωμένης Τσεχοσλοβακίας), εξίσου αισθητή γίνεται η για ακόμη μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ένταξη των εδαφών της σημερινής Σλοβακίας στην Αυστροουγγρική αυτοκρατορία με ό,τι αυτό συνεπάγεται και από πλευράς μουσικής κληρονομιάς.
Η σημερινή Σλοβακία (μια μικρή κεντροευρωπαϊκή χώρα της οποίας η "εθνική" συνειδητοποίηση ανάγεται σχετικά πρόσφατα, στα μισά περίπου του 19ου αιώνα) δίκαια καμαρώνει για το επίπεδο της μουσικής ζωής και των καλλιτεχνών της. Η Μπρατισλάβα διατηρεί μία πολύ σοβαρή Εθνική Όπερα – οργανικό τμήμα του Εθνικού Θεάτρου, που στεγαζόταν επί πολλά χρόνια στο πανέμορφο νέο-αναγεννησιακού στυλ κτήριο στο κέντρο της πόλης, μέχρι τη μετακόμισή της το 2007 σε υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις (με μια κεντρική σκηνή 1.700 θέσεων). Από τις τάξεις της Εθνικής Όπερας της Σλοβακίας έχουν αναδειχθεί μεγάλοι τραγουδιστές, που συχνά αξιοποιούνται στην Κρατική Όπερα της πολύ κοντινής Βιέννης. Τα ονόματα των θρυλικών υψιφώνων Λουτσίας Ποππ και Εντίτας Γκρουμπέροβα αποτελούν το αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα.
Στο νέο κτήριο του Εθνικού Θεάτρου παρακολουθήσαμε στις 24/3 μία παράσταση (matinée) του τρίπρακτου μουσικού δράματος "Σβέτοπλουκ" (1960) του Όϋγκεν Σουχόν(υ). Η δεύτερη -μετά τη συγκλονιστική "Δίνη" (Krútňava)- όπερα του κορυφαίου Σλοβάκου συνθέτη αποτελεί μία -εν μέρει, ακριβή- ιστορική τοιχογραφία, η οποία αφηγείται τα τελευταία χρόνια ζωής του Μοραβού βασιλιά Σβέτοπλουκ (840-894), που θεωρείται πλέον ένα είδος "γενάρχη" της Σλοβακίας. Έχοντας μόλις αφήσει τα ηνία του βασιλείου στους 2 (από τους 3) γιους του, ο Σβέτοπλουκ αντιμετωπίζει ένα μείζον δίλημμα: να υποστηρίξει ένα μέλλον που βασίζεται στον εκχριστιανισμό (το οποίο προωθεί ο γιος του Μοϊμίρ), να "συνθηκολογήσει" με τα παγανιστικά/ειδωλολατρικά φύλα (που υπερασπίζεται ο έτερος γιος του Σβέτοπλουκ Β’), να ακολουθήσει το παράδειγμα του προκατόχου του Ραστισλάβ (τον οποίο, πάντως, ο ίδιος ανέτρεψε προδίδοντάς τον στους Φράγγους) ή να κρατήσει με κάθε κόστος, παρά την προχωρημένη του ηλικία, την εξουσία, κινδυνεύοντας από άλλους σφετεριστές της, όπως την σατανική πριγκήπισσα Λουτομίρα; Πέρα από τη σαφή ιστορική του διάσταση, το λιμπρέτο επιτρέπει την κατάδυση στην ψυχολογία …ψυχρών χαρακτήρων, και δη του γηραιού βασιλιά, που βασανίζεται από τύψεις για τον τρόπο που ανέβηκε στην εξουσία αλλά και προβληματισμούς για τις σχέσεις (εξουσίας) με τους διαδόχους του, που θα οδηγήσουν τελικά στην απόπειρα δολοφονίας του από τον γιο του Σβέτοπλουκ Β’ και το θάνατό του.

Η εντυπωσιακή παραγωγή του σκηνοθέτη Ρόμαν Πόλακ πρωτοανέβηκε το 2023, με αφορμή τους εορτασμούς για τα 30 χρόνια ανεξαρτησίας της παρούσας Σλοβακικής Δημοκρατίας. Η σύγχρονη μεν ψευδοϊστορική δε οπτικοποίησή της αξιοποίησε τα λειτουργικά σκηνικά της Μπαρμπόρα Σαϊγκαλίκοβα (το παλιό κάστρο της πόλης με τη χρήση ευανάγνωστων συμβόλων και λίγων επίπλων), τα άχρονα και σκουρόχρωμα (σε τόνους κεραμιδί και μαύρου) κοστούμια του Πάβολ Ντέντις και τους υποβλητικούς φωτισμούς του Γιαν Πτάτσιν. Ο Πόλακ θέλησε, πάντως, να περάσει και έναν πιο σύγχρονο επισχολιασμό, ως προς το κατά πόσο οι λαοί πρέπει να διαλέγουν διορατικούς ηγέτες ή αντιθέτως άλλους που επιμένουν στην προσκόλληση στο παρελθόν. Κατά τα λοιπά, φροντισμένη αν και μάλλον συντηρητική υπήρξε η οργάνωση της σκηνικής δράσης, αποτελεσματική η χορογραφία του Λάντισλαφ Τσμόρεϊ στην επιβλητική Β’ πράξη με τη σημαίνουσα παρουσία της χορωδίας και τους βακχικούς χορούς των παγανιστών.
Εξαιρετικά ενδιαφέρον υπήρξε και το ακρόαμα, που δικαίωσε το μελωδικό και ρυθμικό πλούτο της μουσικής του Σουχόν(υ), την αβίαστη αίσθηση του δράματος, την ευφάνταστη αξιοποίηση του παραδοσιακού υλικού κατά τρόπο αρκετά διαφορετικό από αυτόν άλλων κορυφαίων συνθετών των σλάβικων εθνικών σχολών (όπως οι Σμέτανα, Γκλίνκα, Μούσσοργκσκυ) ή ενός Έρκελ στην Ουγγαρία. Την τολμηρή μουσική γλώσσα απέδωσε άρτια η Ορχήστρα της Σλοβακικής Όπερας υπό τη διαυγή και αφηγηματικά εύροη μουσική διεύθυνση του Άνταμ Σεντλίτσκυ (μαθητή του Μιχάλη Οικονόμου). Στη θαυμάσια ακουστικής αίθουσα το σύνολο εντυπωσίασε με την υψηλού επιπέδου απόδοση, ιδίως τα χάλκινα και τα κρουστά, που κλήθηκαν ενίοτε να παίζουν στα άκρα της σκηνής.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον, όμως, παρουσίασε και η φωνητική γραφή ένα μείγμα δραματικής εξαγγελίας, Sprechgesang και αριόζι, που πρόβαλε πολύ πιο απαιτητικό για τους γυναικείους ρόλους λόγω των ξαφνικών εκτινάξεων στην υψηλή φωνητική περιοχή. Από την πολυπληθή ντόπια διανομή ξεχώρισε αναμφίβολα, με προσεγμένο τραγούδι και υπόκριση, ο ακμαίος βαθύφωνος Γιόζεφ Μπέντσι στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Πολύ καλός μουσικοδραματικά υπήρξε στον κομβικό ρόλο του Μοϊμίρ ο έμπειρος βαρύτονος Ντάνιελ Τσάπκοβιτς, ενώ το αιχμηρό ηχόχρωμα του τενόρου Όντρει Σάλινγκ δικαίωσε τον αρκετά μοχθηρό ρόλο του Σβέτοπλουκ Β’.
Η γνωστή μας από παλαιότερη εμφάνιση στο Μέγαρο (ως Έλζα στον "Λόενγκριν" της ΕΛΣ το 2017) υψίφωνος Γιολάνα Φογκάσοβα υπήρξε μία από κάθε άποψη εντυπωσιακή Λουτομίρα, η υψίφωνος Εύα Χορνυάκοβα μία καλοτραγουδισμένη Μιλένα, ενώ ιδιαίτερα ευχαρίστησε με το θερμό της ηχόχρωμα η μεσόφωνος Μόνικα Φαμπιάνοβα στο ρόλο της Μπλάγκοτα. Έξοχο τραγούδι χάρισε η Χορωδία της Σλοβακικής Όπερας, που είχε σημαίνουσα συμμετοχή στο έργο, αναπαριστώντας το λαό.

Δύο μέρες αργότερα (26/3) η Μπρατισλάβα υποδέχθηκε στο περίφημο μέγαρο συναυλιών "Ρεντούτα" το διασημότερο σήμερα μουσικό τέκνο της, τον αρχιμουσικό Γιούραι Βάλτσουχα, ο οποίος διηύθυνε την Σλοβακική Φιλαρμονική Ορχήστρα στην 9η Συμφωνία του Μάλερ. Το σύνολο αποτελεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 resident orchestra σ’αυτό το 700 θέσεων κτήριο πολιτιστικών εκδηλώσεων, που χτίστηκε και ανακαινίσθηκε επί Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, στην ίδια πλατεία με το παλιό Εθνικό Θέατρο/Όπερα.
Μετά από μία λίαν διακεκριμένη ευρωπαϊκή σταδιοδρομία, ο 50χρονος Βάλτσουχα διατελεί εδώ και μια πενταετία μουσικός διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας του Χιούστον στις ΗΠΑ. Λίγοι ίσως θυμούνται ότι τη διετία 2014-2015 είχε διευθύνει τρεις φορές την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, με την τελευταία -αφιλοκερδή μάλιστα!- εμφάνισή του (20/11/2015) να γίνεται …με την 9η Συμφωνία του Μάλερ.
Η αρκετά αναλυτική προσέγγιση του Βάλτσουχα σ’ αυτήν την ουσιαστικά μουσική παρακαταθήκη του Βοημού συνθέτη δεν άλλαξε με τα χρόνια, δικαιώθηκε δε εντελέστερα από την πρώτη ορχήστρα της Σλοβακίας, ένα σύνολο περισσότερο ισορροπημένο από την τότε ΚΟΑ. Με τη μοναδικής καθαρότητας και σαφήνειας κινησιολογία χεριών και σώματος οριοθέτησε με ασφάλεια και αυτοπεποίθηση μια συναρπαστική, περισσότερο στοχαστική παρά εξωστρεφή, περιπλάνηση στην ανήσυχη δραματουργία του έργου, από τις ολοζώντανες αναμνήσεις των -συχνά επώδυνων- εμπειριών μιας πλούσιας ζωής, που αναπαριστώνται στα τρία πρώτα μέρη με την ηχητική παλέτα του ύστερου ρομαντισμού, μέχρι το εκτενές καταληκτικό adagio, στο οποίο προμηνύεται συνταρακτικά το επερχόμενο τέλος (ή το ελπιδοφόρο επέκεινα;) με μία διαφάνεια ήχου που αναγγέλλει ήδη τον ανατέλλοντα μοντερνισμό.
Το πυκνό συμφωνικό συντακτικό της μουσικής "αφήγησης" αποκωδικοποιήθηκε με ακρίβεια, μέσα από σαφή οργάνωση σε ενότητες και παραγράφους. Ήδη από τα αρχικά μέρη (με την τόσο απαιτητική και συχνά θεατρική γραφή για τα πνευστά) το μεγάλο κλιμάκιο της Σλοβακικής Φιλαρμονικής απέδωσε επιτυχημένα, με λεγκάτο παίξιμο, καλό συντονισμό και προσεγμένους συσχετισμούς δυναμικής μεταξύ των διαφόρων υποομάδων, την πληθώρα ηχητικών μικροκόσμων που συγκροτούν αυτό το τόσο προσωπικά οργανωμένο μαλερικό σύμπαν. Η πολυσημία, οι υπαινιγμοί και η πικρία του έργου όχι μόνο προβλήθηκαν ανάγλυφα μέσα από τον ειρμό της εκτέλεσης αλλά και νοηματοδοτήθηκαν με σπάνια νηφαλιότητα, χωρίς υπερβολικά τονισμένες αντιθέσεις.
Αν τα καλλιεπή ξύλινα πνευστά στερούνταν πιο φωτεινών ηχοχρωμάτων, το σώμα των εγχόρδων εντυπωσίασε με τον εστιασμένο όσο και πρωτίστως πλούσιο/μεστό, κεντροευρωπαϊκών ποιοτήτων ήχο, τον οποίο ενίσχυσε το γεγονός ότι βιολοντσέλα και βιόλες τοποθετήθηκαν στο κέντρο. Λιγότερο ίσως ανάλαφρος για το λαϊκότροπο Ländler (2ο μέρος), επαρκώς σβέλτος και ευέλικτος για το Rondo-Burlesque (3ο μέρος), ο ήχος τους διέθετε το βάρος και την ευγένεια έκφρασης που απαιτούνται -μαζί με το φινίρισμα της φραστικής- για τη δικαίωση της τόσο φορτισμένης συναισθηματικά, πληθωρικά μελωδικής γραφής του συναρπαστικού φινάλε.
Μία ερμηνεία αδιαμφισβήτητης τεχνικής και εκφραστικής αρτιότητας, που συνοδεύθηκε από την ολιγόλεπτη εύγλωττη σιωπή του ντόπιου κοινού και …δικαιολογημένες standing ovations!

