© Γιάννης Αντώνογλου
Σημαίνον καλλιτεχνικό γεγονός αποτέλεσε τις προάλλες (30/4) η πρεμιέρα στην "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ της αποκατεστημένης "αυθεντικής" πρώτης παράστασης της "Κάρμεν" του Μπιζέ, όπου και θα παρουσιάζεται μέχρι τις αρχές Ιουνίου.
Η Αθήνα υπήρξε η μόλις 5η πόλη παγκοσμίως, στην οποία ανεβαίνει η συμπαραγωγή του περίφημου "Παλατσέτο Μπρου Τζάνε" (του εδρεύοντος στη Βενετία "Κέντρου Γαλλικής Ρομαντικής Μουσικής") με την Όπερα της Ρουέν και τη Βασιλική Όπερα των Βερσαλλιών. Μετά από μια 15ετία αναβίωσης και ηχογράφησης σπάνιων λυρικών έργων (συχνά λιγότερο γνωστών) Γάλλων συνθετών, το Παλατσέτο αποφάσισε να ανασυστήσει σκηνικά την ιστορική παράσταση της Οπερά Κομίκ της 3ης Μαρτίου 1875, με βάση διάφορες πηγές "εποχής".
Πέρα από άρθρα και κριτικές αξιοποιήθηκαν κατά βάση τα σωζόμενα -και αρκετά συνήθη εκείνα τα χρόνια- "εγχειρίδια σκηνοθεσίας". Καθώς οι σκηνοθέτες, όπως τους εννοούμε σήμερα, αποτελούν δημιούργημα του 20ού αιώνα, τα εγχειρίδια αυτά αποτελούσαν λεπτομερείς οδηγούς σκηνής, στους οποίους ουσιαστικά καταγραφόταν η χωροθέτηση / λεπτομερής τοποθέτηση μονωδών και -κυρίως- χορωδών. Υπό αυτήν την έννοια όλες οι παραγωγές του έργου την ίδια περίοδο (συμπεριλαμβανομένων των πολυάριθμων εκτός Γαλλίας, στις οποίες το έργο οφείλει εν πολλοίς την καθιέρωσή του μετά την ψυχρή υποδοχή του παριζιάνικου κοινού) βασίζονταν σ’αυτά τα εγχειρίδια, που εξέδιδε ο εκδοτικός οίκος Choudens.
Περαιτέρω, στο βαθμό που δεν επιβίωσαν τα -αγνώστου πατρότητας- πρωτότυπα σκίτσα και μακέτες, τα σκηνικά και τα κοστούμια της αρχικής παραγωγής "ανασχεδιάσθηκαν" με βάση την άφθονη εικονογραφία της εποχής, που ξεκινάει από γκραβούρες και έγχρωμες λιθογραφίες, μέχρι αφίσες και στολές.
Η δημιουργική ομάδα που έφερε σε πέρας το όλο εγχείρημα-πρόκληση αρίστευσε κατ’αρχάς σε "τεχνικό" επίπεδο. Αν ο χορογράφος Βενσάν Σαγέ είχε εύλογα το ευκολότερο έργο σε ό,τι αφορά την επί σκηνής οργάνωση κίνησης και δράσης μονωδών και χορωδών, οι λοιποί συντελεστές δούλεψαν με σύγχρονα μέσα/εργαλεία, εφευρίσκοντας λύσεις για την κάλυψη των κενών της υπάρχουσας τεκμηρίωσης και προσδίδοντας μια σημερινή πινελιά σε κάτι που απείχε μακράν της "μουσειακής" αναβίωσης (που εξακολουθεί να αποτελεί φετίχ για τους πιο παραδοσιακούς/συντηρητικούς οπερόφιλους).
Ο διάσημος σχεδιαστής μόδας Κριστιάν Λακρουά αναδημιούργησε (υλικά, κουπ, χρώματα) τα πολυτελή κοστούμια, αποφεύγοντας τη θαμπή ιστορική αποκατάστασή τους, οι ατμοσφαιρικοί "μοντέρνοι" φωτισμοί του Ερβέ Γκαρύ (αναβίωση: Στεφάν Λε Μπελ) ανασύστησαν το ημίφως των λαμπτήρων φωταερίου της εποχής, ενώ ο Αντουάν Φονταίν αναπαρέστησε με μεγάλη μαεστρία και πλήθος λεπτομερειών 4 ζωγραφιστά ταμπλώ/τελάρα εποχής (μια πλατεία της Σεβίλλης, το πανδοχείο του Λίλλιας Πάστια, τα βουνά αλλά και το χώρο μπροστά από την είσοδο της αρένας), αξιοποιώντας μάλιστα ευφυώς την τεχνική του στοπ-καρέ για τα φινάλε της 1ης και της τελευταίας πράξης.
Μέσα στους αρκετά επιβλητικούς/"μνημειακούς" σκηνικούς τόπους (που σίγουρα δυσκόλεψαν την κίνηση του συνόλου των συντελεστών) αναπτύχθηκε μια φροντισμένη θεατρική διδασκαλία από τον σκηνοθέτη Ρομάν Ζιλμπέρ, που δύσκολα φαντάζεται κανείς ότι ανταποκρινόταν στο αυθεντικό ανέβασμα. Αναδεικνύοντας με σπάνια οικονομία μέσων πόζες, χειρονομίες, εκφράσεις/βλέμματα, αλλά και τις "ακραίες" σχέσεις των πρωταγωνιστών, προσδίδοντας διακριτό τόνο/ύφος σε κάθε σκηνή, διασφάλισε ένα "σύγχρονης αισθητικής" παραστατικό ενδιαφέρον, αμβλύνοντας τη στατικότητα που ελλόχευε ως τροχοπέδη για το όλο εγχείρημα!
Από το χαστούκι της Κάρμεν μέχρι την εγκρατή ευγένεια του τραγικού φινάλε (στο οποίο η πρωταγωνίστρια οδηγείται συνειδητά) και από τις εκρήξεις συναισθημάτων μέχρι τις διάσπαρτες ανάλαφρες σκηνές, οι διακριτικές επιλογές του Ζιλμπέρ σεβάσθηκαν το μεταιχμιακό ύφος και την αισθητική του έργου, αποφεύγοντας ευπρόσδεκτα τον τονισμό των -υπαρκτών, πάντως- "βεριστικών" συνιστωσών του.
Εξουδετερώνοντας τις αέναες διχοστασίες μεταξύ παραδόσεως και προόδου, η συγκεκριμένη παραγωγή φώτισε διαφορετικά, με τον -κατά τον διευθυντή του Παλατσέτο Αλεξάντρ Ντρατγουικί- "εικονοκλαστικό ριζοσπαστισμό" της, την εξαιρετικά επίκαιρη και ερεθιστική φετινή θεματική ("Η όπερα του μέλλοντος από την μήτρα του παρελθόντος") της ΕΛΣ! Μία αντίστοιχη θεώρηση αναμένεται, με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον, να ακολουθηθεί και στην αναβίωση (από δημιουργική ομάδα υπό τον Γιώργο Κουμεντάκη) το καλοκαίρι στο θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου της ιστορικής σκηνοθεσίας (1961) του Αλέξη Μινωτή για τη "Μήδεια" του Κερουμπίνι με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας.

Στο μουσικό σκέλος, οι συνέπειες της αναβίωσης της ιστορικής πρώτης παράστασης της "Κάρμεν" υπήρξαν μάλλον ελάσσονες. Ουσιαστικά περιορίσθηκαν στην παρουσίαση στην αρχή της Α’ πράξης της σκηνής "του γέρου συζύγου" με στοιχεία παντομίμας και με τη μικρή άρια του Μοράλες, που απέδωσε δίχως πρόβλημα ο βαρύτονος Γιώργος Ιατρού. Κατά τα λοιπά, η παρτιτούρα ακούσθηκε στην εκδοχή της πρεμιέρας του 1875, χωρίς δηλ. προγενέστερες ή μεταγενέστερες τροποποιήσεις.
Μολονότι η αναβίωση της παγκόσμιας πρώτης αλλά και η μακρά παράδοση της Οπερά Κομίκ θα επέβαλαν τη χρήση διαλόγων πρόζας, το Παλατσέτο Μπρου Τζάνε επέλεξε να κρατήσει τα μελοποιημένα ρετσιτατίβα του Γκυρώ, που πρωτοχρησιμοποιήθηκαν στο ανέβασμα της όπερας στη Βιέννη το ίδιο έτος και συνέβαλαν καθοριστικά στη διεθνή ακτινοβολία του έργου, επιτρέποντας σε μη γαλλόφωνους τραγουδιστές να αποφύγουν τη δυσκολία να μιλήσουν με επιτυχία καλά γαλλικά (αδυναμία που στον τραγουδιστό λόγο δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή). Η μη ορθόδοξη αυτή επιλογή δικαιολογήθηκε από το ότι και η συγκεκριμένη παραγωγή δεν επρόκειτο να περιορισθεί μόνο εντός των ορίων της γαλλικής επικρατείας (και όντως έχει ήδη ανεβεί σε Χονγκ Κονγκ, Ανόι και Ντάλλας με διαφορετικές κάθε φορά διανομές).
Καλούμενο αναπόδραστα να κριθεί με βάση τα παραδεδεγμένα για την "Κάρμεν" κριτήρια, το ακρόαμα άφησε συνολικά καλό, πλην έντονα άνισο αποτύπωμα.
Θετικότερες εντυπώσεις άφησε η φωνητική διανομή της πρεμιέρας όχι μόνο για την ποιότητα της άρθρωσης του γαλλικού αδόμενου λόγου (μεταξύ άλλων και από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων μονωδών), αλλά και για την ισορροπία της.
Τα φώτα τράβηξε αναμενόμενα το πολύ ισχυρό πρωταγωνιστικό ζευγάρι των Γκαέλ Αρκέζ και Τσαρλς Καστρονόβο, που έχουν ερμηνεύσει επανειλημμένα και επιτυχώς τους βασικούς ρόλους σε διεθνές επίπεδο. Διαθέτοντας το ιδανικό θερμό ηχόχρωμα μεσοφώνου που απαιτείται για την Κάρμεν (αλλά και μια μάλλον "στενή" υψηλή φωνητική περιοχή), η Γαλλίδα Αρκέζ ευχαρίστησε με την ποιότητα τραγουδιού και εκφοράς του κειμένου αλλά και την ευγενή υπερηφάνεια της σκηνικής παρουσίας, που πρόβαλλε πάντως -συστηματικά!- εξαιρετικά συγκρατημένη. Ο Αμερικανός Καστρονόβο, πάλι, αναπλήρωσε την έλλειψη ενός ηδύτερου -και εντελέστερου στο να δικαιώσει τον ρόλο του Δον Ζοζέ- τίμπρου λυρικού τενόρου με ένα υφολογικά ακριβές τραγούδι (που πρόδιδε τη μεγάλη εξοικείωσή του με το γαλλικό ρεπερτόριο) και μία δραματικά πειστική, σκοτεινή υπόκριση. Ατυχώς, για τους λόγους αυτούς, η μεταξύ τους σκηνική χημεία υπήρξε ατελής.

Οι έτεροι βασικοί ρόλοι των Εσκαμίγιο και Μικαέλας αποδόθηκαν από το βαρύτονο Διονύση Σούρμπη και την υψίφωνο Βασιλική Καραγιάννη. Ούτε ο πρώτος ούτε -ακόμη περισσότερο- η δεύτερη (στην πρώτη της αναμέτρηση με τη συγκεκριμένη ηρωίδα) διαθέτουν την ενδεδειγμένη φωνή των ρόλων, ενώ αμφότεροι κλήθηκαν να υπερασπισθούν σκηνικά δύο μάλλον συμβατικές θεωρήσεις των χαρακτήρων. Όμως, η εμπειρία, η μουσικότητα, κυρίως δε το σπάνιο γκελ που έχουν στο κοινό της ΕΛΣ τους επέτρεψαν να κερδίσουν την παρτίδα.
Πολύ καλά αποδόθηκαν οι πολυάριθμοι δευτεραγωνιστικοί ρόλοι. Τα ζευγάρια των τσιγγάνων Φρασκίτας/Μερθέδες και των λαθρεμπόρων Ντανκάιρε/Ρεμεντάδο απέδωσαν με ωραίο "δέσιμο" τίμπρων και ταμπεραμέντων αφενός η υψίφωνος Χρύσα Μαλιαμάνη και η μεσόφωνος Χρυσάνθη Σπιτάδη, αφετέρου ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός και ο τενόρος Γιάννης Καλύβας. Οι ορθοτονικά ακριβείς, λαμπερές ψηλές νότες της Μαλιαμάνη αποτέλεσαν αληθινή όαση στις σκηνές πλήθους, ενώ η πεντακάθαρη εκφορά του λόγου και το κωμικό ένστικτο του Ανδριανού διασφάλισαν τη μοτσάρτια σβελτάδα που απαιτείται για τους λαθρέμπορους συνεργούς της Κάρμεν, τυπικούς χαρακτήρες της γαλλικής όπερας. Από κάθε άποψη εξαιρετικός υπήρξε ο Θουνίγα του βαρύτονου Γιάννη Σελητσανιώτη. Τόσο αυτός όσο και η Μαλιαμάνη μπορούν -και πρέπει να κληθούν σύντομα- να αναλάβουν τους ρόλους των Εσκαμίγιο και Μικαέλας.
Θετικό πρόσημο είχε η παρουσία τόσο της Χορωδίας της ΕΛΣ (ιδίως του γυναικείου της σκέλους) όσο και κλιμακίου της Παιδικής Χορωδίας, ενώ ευχαρίστησε και η συμμετοχή ομάδας χορευτών.
Εντονότερους προβληματισμούς άφησε η μουσική διεύθυνση του Κωνσταντίνου Τερζάκη. Παρότι διέθετε τον παλμό για τις πιο δραματικές στιγμές της παρτιτούρας, παρέμενε συνεχώς στον πρώτο βαθμό, ηχώντας ελάχιστα "οργανική" και αφηγηματικά αβαθής. Τα δε ενίοτε πολύ γρήγορα τέμπι οδηγούσαν σε αποσυντονισμούς τόσο την (αρκετά υπολειπόμενη των γνωστών της στάνταρντς το βράδυ της 30/4) Ορχήστρα της ΕΛΣ όσο και -κυρίως!- την Παιδική Χορωδία. Η αξιοποίηση του ανερχόμενου -και πραγματικά ταλαντούχου- αρχιμουσικού ίσως πρέπει να γίνεται με μεγαλύτερη περίσκεψη...
Παρότι όλες οι εναπομείνασες παραστάσεις μέχρι τις 4/6 έχουν ανακοινωθεί ως sold out, θα άξιζε να καταβάλει κανείς κάθε δυνατή προσπάθεια να δει αυτή τη θεσπέσια παραγωγή, στην οποία μάλιστα τον φερώνυμο ρόλο ενσαρκώνουν εναλλάξ δύο ακόμη κορυφαίες σήμερα ερμηνεύτριές του, οι Ανίτα Ρατσβελισβίλι και Μαρίνα Βιόττι.
Κεντρική φωτογραφία: Εσκαμίγιο (Διονύσης Σούρμπης) και Κάρμεν (Γκαέλ Αρκέζ) καταφθάνουν μαζί στην αρένα της Σεβίλλης: στιγμιότυπο από την Δ’ Πράξη της "Κάρμεν" του Μπιζέ που παρουσιάζεται μέχρι 4/6 στην "Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος" της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ © Γιάννης Αντώνογλου

