© Γιώργος Κονδύλης
Σχεδόν 20 χρόνια πριν, το 2007, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος σας υποδέχτηκε στις "Συναντήσεις", για ένα από τα πιο απολαυστικά επεισόδια αυτής της εκπομπής που είχε τότε στην ΕΡΤ. Πώς, λοιπόν, πήρε τόσο καιρό ώστε να οργανώσετε και μια δισκογραφική "συνάντηση" μεταξύ των στίχων του και της φωνής σας;
Το καλό πράγμα αργεί να γίνει! Με τον Λευτέρη είχαμε αναπτύξει μία δυνατή φιλική σχέση πολλά χρόνια πριν το 2007 και εδώ και αρκετό καιρό συζητούσαμε κάτι τέτοιο. Στην καθυστέρηση αυτή παράγοντα έπαιξε και η έλλειψη δισκογραφικών εταιριών: τα τελευταία 20 χρόνια έχουν αλλάξει πάρα πολύ τα πράγματα και πλέον η παραγωγή ολοκληρωμένων άλμπουμ είναι σπάνια. Παρ'όλα αυτά μέσα σε αυτά τα χρόνια έχουμε συνεργαστεί σε πολλές συναυλίες, με αποκορύφωμα τη βραδιά-αφιέρωμα στον Λευτέρη στο Ηρώδειο, το 2018.
Μας προετοιμάζει, άραγε, η τραμπάλα των παιδικών χρόνων για τη μεταφορική τραμπάλα της ενήλικης ζωής; Και γιατί δεν πρέπει να "τρομάζεις που 'σαι χαμηλά", όπως επισημαίνει ο στίχος του τραγουδιού "Τραμπάλα", ο οποίος δίνει και τον τίτλο του νέου σας δίσκου; Είναι, νομίζω, ένας τρόμος που διατηρείται επίκαιρος στη χώρα μας, καθώς δεν είναι και λίγοι όσοι βρέθηκαν στα χαμηλά, από τη μνημονιακή περίοδο έως και τις μέρες μας...
Προσωπικά, η τραμπάλα των παιδικών μου χρόνων μόνο χαρά μου προκαλούσε. Το "ψηλά" και το "χαμηλά" είναι πάντα σχετικές έννοιες. Καλό είναι να μην τρομάζουμε είτε είμαστε ψηλά, είτε χαμηλά και να ψάχνουμε, ίσως, για την ιδανική ισορροπία. Σχετικά με τις απανωτές κρίσεις των τελευταίων ετών θα πρέπει να ενισχύσουμε τις έννοιες της αλληλεγγύης, της δημοκρατίας και της ισότητας, μήπως και καταφέρουμε όλοι μαζί να ξεφύγουμε από τα "χαμηλά".

Σε ένα άλλο τραγούδι, το "Άγγελος Δραπέτης", οι στίχοι μνημονεύουν τον Ανέστη Δελιά. Έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία και για σας αυτή η φιγούρα από το μακρινό ρεμπέτικο παρελθόν; Ή έχει περισσότερο να κάνει με το σύμπαν αναφορών του Λευτέρη Παπαδόπουλου;
Ο στίχος τις περισσότερες φορές έχει να κάνει με το σύμπαν του στιχουργού, όπως συμβαίνει και σε αυτή την περίπτωση, μιας και αναφέρατε έναν στίχο του Λευτέρη που έχει ξανακυκλοφορήσει με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Η δύναμή του, όμως, μας έκανε να θέλουμε να τον ξαναπροσεγγίσουμε με μία νέα, διαφορετική ματιά και να τον κάνουμε μέρος του δίσκου μας. Φυσικά και με αφορά η φιγούρα του Δελιά, όπως και οι περισσότερες φιγούρες των σπουδαίων εκπροσώπων του ρεμπέτικου, αφού το ρεμπέτικο είναι μία από τις βασικότερες επιρροές μου και αγάπες μου.
1988, στα 20 και κάτι, κατεβαίνετε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για να τραγουδήσετε στο "Taboo", δίπλα στη Βίκυ Μοσχολιού και στην Τάνια Τσανακλίδου. Τι θυμάστε πιο έντονα από εκείνες τις μέρες;
Τα χρόνια εκείνα είναι από τα πιο έντονα χαραγμένα μέσα μου και σημαντικό ρόλο έπαιξαν αυτές οι δύο σπουδαίες γυναίκες και ερμηνεύτριες. Με την Τάνια ακόμα και τώρα νιώθω ένα δέσιμο μαζί της και η φωνή της με μαγεύει πάντα. Με τη Βίκυ είχα κι ένα διαφορετικό δέσιμο αφού, όπως μου είχε πει και η ίδια, για δικούς της λόγους με έβλεπε σαν γιο της. Σε έναν μεγάλο βαθμό, τα μαθήματα που μου έδωσε καθόρισαν τον τραγουδιστή και άνθρωπο που είμαι σήμερα.

Κάτι που δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστό είναι ότι ως νεαρός μουσικόφιλος δεν ακολουθούσατε μόνο το λαϊκό τραγούδι, αλλά και το χαρντ ροκ και το χέβι μέταλ. Ποιοι ήταν οι αγαπημένοι σας καλλιτέχνες από αυτό το ηχητικό φάσμα; Ξαναγυρνάτε ποτέ εκεί;
Το κλάσικ ροκ των 1970s ήταν πάντα μέσα στις προτιμήσεις μου. Συγκροτήματα όπως οι Led Zeppelin, οι Eagles, οι Deep Purple, οι Pink Floyd, αλλά και οι Beatles, οι Rolling Stones ή οι Dire Straits, ανήκουν στα αγαπημένα μου. Παράλληλα είχα και ακούσματα από το χέβι μέταλ, τα πιο mainstream συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden ή οι AC/DC. Αλλά στη συνέχεια με κέρδισε πολύ περισσότερο το ελληνικό τραγούδι. Σπάνια επιστρέφω σε αυτά τα ακούσματα, όμως έχουμε δρόμο μπροστά μας για παλιές μα και νέες μουσικές!
Από την πρώτη στιγμή που άκουσα τη φωνή σας στο ραδιόφωνο, δεν έχω πάψει να σας ακολουθώ –σας απολαμβάνω ακόμα και όταν δεν μου αρέσουν τα τραγούδια που λέτε. Πώς φτάνει εκεί ένας ερμηνευτής; Έχει να κάνει με ό,τι λέμε "μεράκι"; Ή, ίσως, με το αν τραγουδά με κάτι από την αλήθεια του;
Χαίρομαι και σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Το να φτάσει ένας ερμηνευτής να αρέσει σ' ό,τι τραγουδάει (αν θεωρείτε πώς είμαι ίσως ένας από αυτούς) είναι αποτέλεσμα πολύ σκληρής δουλειάς και οπωσδήποτε κατάθεσης αλήθειας και ψυχής. Πρωταρχικό μου μέλημα είναι τα τραγούδια που τραγουδάω ν' αρέσουν πρώτα σε μένα. Βέβαια, ένα τραγούδι μπορεί να μην αρέσει σε κάποιον, αλλά να αρέσει σε κάποιον άλλον. Ό,τι έχω διαλέξει να ερμηνεύσω πίστευα, για κάποιον λόγο, πως αξίζει. Σίγουρα δεν είχα ποτέ χαμηλά ή εμπορικά κίνητρα.

Πίσω στο 1996 βγάλατε έναν πολύ ωραίο δίσκο, το Πάμε Για Ορθοπεταλιές. Ξαναγύρισα εκεί φέτος, μαθαίνοντας τα νέα για τον θάνατο του Κώστα Γανωσέλη, ο οποίος ήταν ο ενορχηστρωτής του –ο συχνά ευρηματικός ενορχηστρωτής, θα πρόσθετα. Πώς τον θυμάστε, ως άνθρωπο και συνεργάτη;
Σπάνια περίπτωση ανθρώπου και μουσικού. Πρωτοπόρος και από τους λίγους επαγγελματίες για τους οποίους τα ελληνικά σύνορα ήταν πολύ μικρά. Θα μπορούσε να σταθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Ήμουν πραγματικά τυχερός που διασταυρώθηκαν οι ζωές μας και όποτε ακούω στο ραδιόφωνο κάποιο τραγούδι από αυτόν τον δίσκο πάντα θυμάμαι εκείνες τις ώρες στις ηχογραφήσεις που έκανε τα μαγικά του και όλο το στούντιο γέμιζε με θαυμασμό για τις ιδέες του.
Έχετε ζήσει το λαϊκό τραγούδι σε αρκετές μεταλλάξεις, κι αναρωτιέμαι συχνά εάν θα το αναγνώριζε πια ο Βασίλης Τσιτσάνης, εάν κάπως γινόταν να έρθει στην εποχή μας. Συνεχίζει να έχει νόημα η δεδομένη του φόρμα; Βρίσκετε κάποια αλήθεια σε όσα λέγονται, ότι το λαϊκό των σημερινών εικοσάρηδων είναι, πλέον, το χιπ χοπ;
Οι εικοσάρηδες έχουν τα δικά τους –πολλές φορές χαίρομαι γι' αυτό, άλλες φορές όχι. Το λαϊκό τραγούδι, με την έννοια της συνέχειας του λαϊκού όπως το μάθαμε από τα μισά του προηγούμενου αιώνα και μετά, συνεχίζει να υπάρχει και να είναι δυνατό. Είναι μέρος του DNA των Ελλήνων, έχοντας σημαντικούς εκπροσώπους. Ναι, ο Τσιτσάνης θα το αναγνώριζε, όχι μόνο μέσα από τους παλιούς, μα και μέσα από τις φωνές νέων τραγουδιστών και μουσικών που το τιμούν. Μπορεί στο δημιουργικό κομμάτι να είναι δύσκολο να ξεπεραστούν τα αριστουργήματα που μας έχουν αφήσει, αλλά παικτικά οι σημερινοί μουσικοί αφήνουν το δικό τους αποτύπωμα. Και τολμώ να πω ότι προχωρούν το λαϊκό τραγούδι ακόμα πιο πέρα.
