Δήμητρα Στογιάννη, Θωμάς Κωνσταντίνου & Δήμητρα Γαλάνη © Βαγγέλης Λευθέρης
Σε εποχές του ιστορικού ρου που προκρίνουν περιχαρακώσεις, μονολιθικές ενατενίσεις και αποκλεισμούς, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εξηγήσεις γιατί τέτοιοι δρόμοι δεν θα βγάλουν την Ανθρωπότητα κάπου καλύτερα ή γιατί αληθώς ευλογημένοι είναι όσοι στέκονται δίχως κόμπλεξ στα "μεταξύ" αυτού του κόσμου. Φευ, στην Ελλάδα λ.χ., ακόμα και σε μέρες πιο ανοιχτές, δεν συμφιλιωθήκαμε ποτέ με την ανατολικοδυτική μας υπόσταση ή με το μακρύ μας παρελθόν: πολιτικώς και κοινωνικώς εξακολουθούμε να φιλονικούμε άκαρπα περί Δύσης και Ανατολής, ενώ ερωτικώς –καίτοι γουστάρουμε να 'μαστε "ερωτικός λαός"– διατηρούμε απογοητευτικά άτεγκτες απόψεις, λες και δεν πρεσβεύσαμε ποτέ ένα πολύ διαφορετικό αρχαίο παρελθόν προτού ασπαστούμε τις χριστιανικές συλλήψεις περί σάρκας.
Πώς να μιλήσεις, λοιπόν, για το έργο ενός πολυπρισματικού δημιουργού από μια λησμονημένη πια βυζαντινή Ανατολή, που θρέφει ένα σύγχρονο άλμπουμ θρησκευτικής μουσικής που θέλει ν' αφορά και όσους τηρούν αποστάσεις από την Εκκλησία; Διόλου τυχαία, ας πούμε, εμπλέκει έντονα τη γυναικεία φωνή με τη βυζαντινή υμνωδία, προξενώντας έτσι ένα "νέρωμα" στον παραδοσιακώς ανδοκρατούμενο κόσμο της, το οποίο υπενθυμίζει τη θηλυκή παρουσία στη χριστιανική παρακαταθήκη του Θείου Δράματος –η Παναγία, οι γυναίκες που πρώτες άκουσαν τη χαρμόσυνη είδηση της Ανάστασης κτλ. Δεν είναι εύκολο να τα θέσεις όλα τούτα στο προσκήνιο. Φοβάμαι, μάλιστα, ότι ακόμα και άνθρωποι που θα επικοινωνήσουν με όσα ξετυλίγονται εδώ για λόγους πίστης δεν θα δουν πέρα από κρατούσες αγκυλώσεις, οπότε απλά θα καταναλώσουν την εντυπωσιακή "βιτρίνα": Νάνα Μούσχουρη, Χάρις Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας, Δήμητρα Γαλάνη, Ελευθερία Αρβανιτάκη (και άλλοι) μαζί σ' έναν δίσκο ύμνων σχετικών με το Πάσχα.

Κι όμως, ένα σημαντικό επίτευγμα του άλμπουμ Αυτός Που Βρίσκεται Παντού είναι η ικανότητά του να γεφυρώνει: κραταιές και νέες δυνάμεις του ελληνικού τραγουδιού, μουσική και θεατρική δράση, αφτιά με φλογερά αισθήματα πίστης και ακροατές που τέρπονται με την πνευματικότητα των βυζαντινών ύμνων ενόσω παραμένουν αγνωστικιστές (ή και άθεοι), μα και 15 ολάκερους αιώνες. Ναι, τόσους διασχίζουμε ώστε να επικοινωνήσουμε με τον κόσμο του Ρωμανού του Μελωδού και κυρίως με την ποίησή του, η οποία αποτελεί τον στιχουργικό κορμό της εν λόγω δουλειάς του Θωμά Κωνσταντίνου και της Δήμητρας Στογιάννη.
Από τους δυο τους, τώρα, γνωστότερος σε κάποιους από τους παροικούντες την εγχώρια μουσική Ιερουσαλήμ είναι ο συνθέτης του δίσκου, Θωμάς Κωνσταντίνου: ένας πολυοργανίστας με ειδικότητα στο ούτι, ο οποίος έχει διακριθεί ως μέλος (και συνιδρυτής) των TAKIM και μας έχει απασχολήσει ξανά σε θρησκευτικό πλαίσιο –με το επίσης μεγαλοβδομαδιάτικο άλμπουμ Holy Week, πίσω στο 2020. Η (σύντροφός του στη ζωή) Δήμητρα Στογιάννη, από την άλλη, είναι περισσότερο γνώριμη ως ηθοποιός, οπότε εδώ δεν καταπιάνεται με συνθέσεις, μα συνυπογράφει τη γενικότερη καλλιτεχνική επιμέλεια, όπως και τη σκηνοθεσία του εγχειρήματος.

Κάπως έτσι, όσο κι αν εντυπωσιάζει η "βιτρίνα" με τα ηχηρά ονόματα των συμμετεχόντων ερμηνευτών, πολλά απ' όσα δίνουν βαρύτητα στο άλμπουμ συμβαίνουν στα μετόπισθεν. Μάλιστα, έχω την αίσθηση ότι είναι ο Ρωμανός που τα πυροδοτεί, έτσι όπως ισορροπεί μεταξύ διαφορετικών κόσμων (για να επιστρέψουμε και στην αρχική κουβέντα). Οι ύμνοι του, δηλαδή, είναι παράγωγα μιας μεταιχμιακής περιόδου, στην οποία ο αρχαίος κόσμος βρίσκεται ακόμα στο κάδρο –έστω και σε άτακτη υποχώρηση, μετά την πτώση της (δυτικής) Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας– ενώ παράλληλα επελαύνει ο Χριστιανισμός στην πιο φρέσκια, ορμητική και ρηξικέλευθη μορφή του. Ο ίδιος ο Ρωμανός, πάλι, είναι τέκνο της Ανατολής (Σύρος ή Εβραίος) γαλουχημένο μ' ένα ήδη κυρίαρχο ελληνικό πνεύμα, που σύντομα θα μετασχημάτιζε άρδην την ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Βυζάντιο. Οπότε είναι σε θέση να εκφραστεί με μια γλώσσα λιγότερο αυστηρή, που αντικατοπτρίζει τον λαϊκό ενθουσιασμό της εποχής με τον Χριστιανισμό, γεννώντας μια "αρχιτεκτονικών επινοήσεων ποίηση", όπως τη χαρακτήρισε κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης.
Εδώ, ασφαλώς, πρέπει να σταθούμε και στην καταλυτικής σημασίας επιλογή της μεταφοράς των ύμνων του Ρωμανού στο σήμερα με όχημα τη μετάφραση του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη (2000): μια υπέροχη δουλειά, σφυρηλατημένη στη συνάντηση ποίησης και θεολογίας με έναν τρόπο σχεδόν μοναδικό, που, αν συγγενεύει με κάτι, είναι με τη ματιά του Γιώργου Σεφέρη στον T.S. Eliot. Αυτή λοιπόν η ποίηση, στη συγκεκριμένη μετάφραση, εξυψώνει και τις συνθέσεις του Κωνσταντίνου, οι οποίες πρώτη φορά ηχούν τόσο μεστές, αγγίζοντας (ενίοτε) πολύτιμες μνήμες από τη δράση του Νίκου Σαραγούδα. Χρησιμοποιώντας ούτι, κανονάκι, κοντραμπάσο, τσέλο, κρουστά, αλλά και την εκπληκτικά ενορχηστρωμένη πολίτικη λύρα του Σωκράτη Σινόπουλου, αναδημιουργούν μια καθ'ημάς Ανατολή –παρούσα ήδη από την έναρξη, στο όμορφο οργανικό "Ρωμανός"– που, ενώ διατηρεί ικανότητα επικοινωνίας με μια λόγια Ευρώπη, μοιάζει βγαλμένη από το "Ταξίδι στη Σκιά του Βυζαντίου" του William Dalrymple.

Αυτές οι μουσικές, λοιπόν, τακιμιάζουν άνετα με τις διαθέσεις και με τα χρώματα που κομίζουν τραγουδιστές και αφηγητές, φωτίζοντας ποικιλοτρόπως την υμνωδία του Ρωμανού. Θαυμάσιος, λ.χ., ο Γιώργος Νταλάρας στο ακροτελεύτιο "Ψυχή Μου", ιστορική μα και βαθιά συμβολική η συμμετοχή της Νάνας Μούσχουρη στο "Προοίμιο", το οποίο "σβήνει" αριστοτεχνικά στο "Νανούρισμα", όπου λάμπει η ερμηνεία της Αναστασίας Κώστα και η πολίτικη λύρα του Σινόπουλου. Ωραιότατα, όμως, υποδέχονται τον "Νυμφίο" και οι Θυγατέρες, ενώ ένα ακόμα σημείο με ξεχωριστό ενδιαφέρον εντοπίζεται στην "Πόρνη". Εκεί, Χάρις Αλεξίου, Δήμητρα Γαλάνη, Δήμητρα Στογιάννη & Ζαχαρίας Καρούνης ζωντανεύουν θεατρικά όχι μόνο τη ντροπή ή τη φλογισμένη συναίσθηση της θεϊκότητας του Ιησού που διακρίνουν την ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, αλλά και τον διάλογό της με τον μυροπώλη: ένα χαρακτηριστικό σημείο της γενικότερης ματιάς του Ρωμανού πάνω στη σύμπλευση λατρείας, καθημερινότητας και καλλιτεχνίας. Στο "Παναγία", επίσης, το προγενέστερο "Νανούρισμα" ανακατεύεται με ψαλμωδίες και με κατανυκτικά θλιμμένες απαγγελίες, όπου διακρίνονται οι ερμηνευτικοί τρόποι της Αλεξίου. Αμέσως έπειτα έρχονται και η Ελένη Τσαλιγοπούλου με την Κατερίνα Παπαδοπούλου να εμπλακούν στο "Μοιρολόι Της Παναγίας", ενώ λίγο μετά αγαλλιάζουμε παρέα με τους συντελεστές στον αναστάσιμο πανζουρλισμό του "Επιλόγου".
Οφείλω βέβαια να σημειώσω ότι δεν μου άρεσαν όλα όσα άκουσα. Στον "Πέτρο" και στις "Μυροφόρες", ας πούμε, νομίζω ότι ανατράπηκαν οι μουσικές και θεατρικές ισορροπίες του συνόλου χάριν μιας δραματουργίας που αποσπά από το γενικότερα υπερβατικό κλίμα, επαναπροσγειώνοντάς μας στα γήινα. Παρά τη συμμετοχή του Δημήτρη Καταλειφού στον "Πέτρο" ή της Μάρθας Φριντζήλα και της Τάνιας Τσανακλίδου στις "Μυροφόρες", υπάρχει ένας άχαρος στόμφος στις εκφράσεις, καθώς και μια αίσθηση ότι "παίζεται" ένας ρόλος· στοιχεία που επιτείνονται από τις μακροσκελείς διάρκειες των συγκεκριμένων κομματιών. Επιπλέον, προς το τέλος του άλμπουμ (π.χ. "Ανανίας"), μα και σε διάσπαρτα σημεία πιο πριν ένιωσα τις αναπτύξεις των ενορχηστρώσεων να προσεγγίζουν επικίνδυνα προς τα επίκαιρα αδιέξοδα εκείνου του έντεχνου τραγουδιού που φιλοδόξησε (και ως τον Θανάση Παπακωνσταντίνου πέτυχε) να φλερτάρει με τη νεοπαραδοσιακή αισθητική. Είναι ίσως λογική μια τέτοια ροπή, αφού από το έντεχνο προέρχεται η πλειονότητα των ερμηνευτών. Ταυτόχρονα, όμως, ενδέχεται να παγιδεύει τη δυνητική δυναμική των συνθέσεων σε δημοφιλή, εντούτοις στείρα μονοπάτια.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μένει ένας πραγματικά αξιόλογος δίσκος, που πετυχαίνει να εκπροσωπήσει και τον μακρινό κόσμο του Ρωμανου, αλλά και τα βαθύτερα νοήματα μιας θρησκείας γεμάτης από αγάπη και συγχώρεση. Η οποία μπορεί να πρωταγωνιστεί αυτή την εποχή του χρόνου σε καρδιές και συνειδήσεις, μα, κατά τα λοιπά, εξακολουθεί να στρεβλώνεται προκρούστεια από Γραμματείς και Φαρισαίους του made-in-USA ευαγγελικού Προτεσταντισμού, από τις ικανότητες του Βατικανού στη διοίκηση επιχειρήσεων και από το σκοταδιστικό μένος κάμποσων Ορθόδοξων, που από τη μία τρέχουν έμπλεοι πίστης σε πνευματικούς κι από την άλλη κηρύττουν το μίσος προς ό,τι αντιστρατεύεται τον κομφορμισμό. Λες και ο Χριστός πήγε στους θεσμούς και στις δεξιώσεις της εποχής του και όχι στις πόρνες, στους λεπρούς και σε όσους βρίσκονταν εκτός της τότε νορμαλοποίησης.
Label: ETHOS (Μάρτιος 2026)
Διάρκεια: 1 ώρα & 13 λεπτά
κυκλοφορεί ψηφιακά
Θα είναι ο δίσκος της χρονιάς; ΝΑΙ/ΟΧΙ
Θα είναι στη φετινή μας δεκάδα; ΝΑΙ/ΟΧΙ
Θα τον θυμόμαστε στο μέλλον; ΝΑΙ/ΙΣΩΣ/OXI
