Ο Σάκης Παπαδημητρίου, ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους της εγχώριας τζαζ
Από μόνα τους, τα 100 Χρόνια της Ελληνικής Τζαζ φαντάζουν τόσο εντυπωσιακά, ώστε ίσως να επισκιάζουν μία από τις πιο σημαντικές τους παραμέτρους: ότι, πέρα από τους ανθρώπους που τα εκπροσώπησαν και τα "έχτισαν" με τη δράση τους, καταγράφεται κι ένας αιώνας εγχώριου ενδιαφέροντος γι' αυτούς τους ήχους.
Καταγράφεται μια νοητή γραμμή, δηλαδή, η οποία διασυνδέει τον κόσμο που έδωσε το παρών στον ερχομό του Sidney Bechet στην Αθήνα του 1927 με το κοινό που διασκέδασε στο "Παλλάς" υπό τους ήχους της θρυλικής Josephine Baker και της μπάντας της (1934), με αυτούς που παρακολούθησαν τις σχετικές απόπειρες του Μίμη Πλέσσα στις δεκαετίες του 1950 και 1960 ή πήγαν να δουν τον Louis Armstrong στο θέατρο "Ορφέας" (1959), με εκείνους που στήριξαν τον δίσκο-ορόσημο του Σάκη Παπαδημητρίου "Αυτοσχεδιάζοντας Στου Μπαράκου" (1979), εν τέλει και με τους ηλικιακά νεότερους· όσους επιθυμούν να γίνουν κοινωνοί της τζαζ ερχόμενοι, όμως, από ροκ και ηλεκτρονικά ακούσματα με "εναλλακτικό" πρόσημο.

Το εν λόγω σχήμα, βέβαια, αν και ακριβές ως προς τους κύριους σταθμούς του, είναι ταυτόχρονα και κάπως χονδροειδές –από την άποψη πως η πλήρης ιστορία είναι πολύ πλουσιότερη, οπότε δεν εξαντλείται στην τοποθέτηση τριών ή τεσσάρων ορόσημων σε χρονολογική σειρά. Και είναι ακριβώς σε αυτόν τον πλούτο όπου θεμελιώνεται το βιβλίο του Φώντα Τρούσα "100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" (εκδόσεις Όγδοο, Δεκέμβριος 2025), χαρίζοντας στην όλη διαδρομή όχι μόνο σάρκα, οστά και γοητευτικές διηγήσεις, αλλά και τεκμήρια πολύτιμα. Ειδικά σε εποχές σαν και τη δική μας, όπου συχνά πασχίζεις πια να ξεχωρίσεις τι ισχύει και τι δεν ισχύει.

Ελάχιστοι Έλληνες μουσικογραφιάδες διαθέτουν την τριβή του Φώντα Τρούσα με την τζαζ. Η οποία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κορυφώθηκε στο διάστημα 1995/2013 όταν υπήρξε συντάκτης και αρχισυντάκτης του επιδραστικού περιοδικού Jazz & Τζαζ και συνεχίζεται σήμερα, με κείμενα αξιώσεων τόσο για το δικό του blog (το Δισκορυχείον), όσο και για τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Πρέπει να τονιστεί, βέβαια, ότι ο Τρούσας ακούει πολλά είδη μουσικής. Έτσι, δεν γράφει από τη σκοπιά ενός μυημένου σπεσιαλίστα, μα διατηρεί μια ματιά με σημαίνον εύρος, η οποία τον βοηθά να ανοίξει τη συζήτηση και με τρόπους που θα εκτιμήσουν κι όσοι κάνουν απλά τις πρώτες τους βουτιές στον τζαζ ωκεανό. Επίσης, συμπορεύτηκε επί σειρά ετών με τον Γιώργο Χαρωνίτη –ο οποίος έγραψε ιστορία και στο Αθηνόραμα. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι αφιερώνει το βιβλίο στη μνήμη του, μιλώντας και για τις εμπειρίες που μοιράστηκαν.

Το έργο αρθρώνεται σε 445 σελίδες, με τον υπότιτλο "Από το μουσικό θέατρο και το ελαφρό τραγούδι στη σύγχρονη και αυτοσχεδιαστική τζαζ" ν' αποκαλύπτει πλήρως την προσέγγιση, αφού ο Τρούσας δεν δεσμεύεται σε κάποια καθαρολογική άποψη περί τζαζ, μα αναζητά τα ίχνη της ακόμα και σε περιστάσεις όπου λειτούργησε ως συνισταμένη άλλων ακουσμάτων: είτε στο μουσικό θέατρο της δεκαετίας του 1920, όταν υπηρέτησε επιθεωρήσεις ή οπερέτες, είτε ως πινελιά στον καμβά του ελαφρού τραγουδιού, είτε στις δημιουργίες μεταγενέστερων συνθετών. Ο Μίμης Πλέσσας είναι, βέβαια, η γνωστότερη περίπτωση ανάμεσα στους τελευταίους, ωστόσο το βιβλίο στέκεται και στον Γεράσιμο Λαβράνο, στον Γιάννη Σπάρτακο, στον Κώστα Καπνίση ή στον Γιώργο Μουζάκη, ενώ κάνει και μια καίρια αναφορά στη "Μπόσα Νόβα Του Μαγεμένου Αυλού" του Μάνου Χατζιδάκι (1966). Επιπλέον, συζητά και τη λησμονημένη σχέση του αρχιμουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου με την τζαζ, ανασύροντας κι ένα σπάνιο κείμενό του από το 1959, όπου τη χαρακτηρίζει ως "τη ζωτική μουσική της παρούσας ώρας".

Από εκεί και πέρα συναντά κανείς μια πλειάδα εξιστορήσεων και πληροφοριών, πολλές από τις οποίες παραμένουν άγνωστες στο ευρύτερο κοινό, ξεχασμένες ή υποφωτισμένες. Ένα τέτοιο παράδειγμα αφορά την παράσταση "Άρτυ-Πάρτυ" σ' έναν ιδιαίτερο χώρο της Αθήνας των μέσων της δεκαετίας του 1960, όπου έγινε μία από τις πρώτες εγχώριες απόπειρες να παιχτεί αυτοσχεδιαστική τζαζ (από τους Sound Inc.). Μια άλλη περίπτωση είναι η συμβολή του Θάνου Μικρούτσικου στην εν Ελλάδι προώθηση της τζαζ, η ανάδειξη της σχέσης του σπουδαίου Wadada Leo Smith με την Ελλάδα, η εστίαση στο εγχείρημα "Έλληνες & Ινδοί" του Πετρολούκα Χαλκιά ή η συνάντηση του Τάσου Χαλκιά με τον Benny Goodman στη Νέα Υόρκη των 1960s. Δεν λείπουν, δε, και υποκεφάλαια ευρύτερων τοποθετήσεων, λ.χ. για τη σχέση της εγχώριας Αριστεράς με την τζαζ.

Φυσικά, ο Τρούσας δεν στέκεται μόνο στα όποια κατά καιρούς ξανοίγματα της τζαζ ή στους διαλόγους της με άλλους μουσικούς χώρους. Ίσα-ίσα, μένει και στην "ευθεία" τζαζ οδό, παρουσιάζοντας πρόσωπα, δίσκους και καταστάσεις από κάθε δεκαετία, είτε μιλάει για τις ηχογραφήσεις της Τζένης Βάνου, είτε για τη δράση του Γιώργου Μπαράκου, του Σάκη Παπαδημητρίου, του Γιώργου Κοντραφούρη, του Θοδωρή Ρέλλου, του Κυριάκου Σφέτσα, της Ηδύλης Τσαλίκη ή ακόμα και νεότερων ταλέντων, από την τρέχουσα επικαιρότητα (π.χ. Τάνια Γιαννούλη, Πέτρος Κλαμπάνης). Στο τέλος, μάλιστα, παραθέτει και τη δισκογραφία της ελληνικής τζαζ σε βινύλιο και CD, δημιουργώντας έναν εξαίρετο μπούσουλα.

Πρέπει να τονιστεί, ασφαλώς, ότι όλα τούτα δεν παρουσιάζονται κλινικά, εγκυκλοπαιδικά, αποκλειστικώς χρηστικά. Οι σελίδες πραγματικά "ρέουν" καθώς το ένα διαδέχεται το άλλο, ενώ ο Τρούσας φροντίζει και στηρίζει όσα λέει με ένα πλήθος θαυμαστών πηγών (άρθρα, συνεντεύξεις, φωτογραφίες κτλ.), που με τη σειρά τους έρχονται να τεκμηριώσουν ότι δεν υπάρχουν όλα στο ίντερνετ και ότι ένα έργο τέτοιας εμβέλειας και βάθους δεν συγκροτείται δίχως διάβασμα "παλαιάς κοπής", ό,τι κι αν πιπιλάμε για την Ψηφιακή Επανάσταση και για την Εποχή της Πληροφορίας. Έτσι, πράττει πολύ περισσότερα από την κάλυψη ενός μεγάλου βιβλιογραφικού κενού. Το κάνει κι αυτό, φυσικά –όμως το κάνει καταθέτοντας ένα καταπληκτικό σύγγραμμα. Το οποίο μέλλει να γίνει όχι μόνο οδηγός, μα και μέτρο σύγκρισης για όσους επόμενους επιχειρήσουν κάτι ανάλογο.
