© Χάρης Ακριβιάδης
Δύο σπουδαίες βραδιές μουσικής δωματίου απόλαυσαν οι Αθηναίοι φιλόμουσοι στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον τελευταίο μήνα.
Στις 2/2 η "Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος" φιλοξένησε, στο πλαίσιο του γνωστού κύκλου "Έλληνες σολίστ", ρεσιτάλ του εκλεκτού Θεσσαλονικιού βιολιστή Σίμου Παπάνα, τον οποίο συνόδευσε από το πιάνο ο Σίμον Τρπτσέσκι.
Πάει αρκετός καιρός από τότε που απολαύσαμε σε βιολιστικό ρεσιτάλ τον Παπάνα, έναν από τους πιο ικανούς και ευέλικτους μουσικούς μας. Επί σειρά ετών εξάρχων της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, ο Παπάνας εμφανίζεται αρκετά συχνά ως σολίστ σε κοντσέρτα με ελληνικές και ξένες ορχήστρες, υπηρετεί με συνέπεια και τέχνη την παλιά μουσική, ενώ ασχολείται και με τη σύνθεση (τον επόμενο μήνα θα ακουσθεί το "Ρέκβιεμ" του στο Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου Κρήτης). Από το 2022 διατελεί διευθυντής της ΚΟΘ, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επιστροφή του συνόλου στην εμπροσθογραμμή των μουσικών μας πραγμάτων μέσα από θαυμάσια προγράμματα, έντονα εξωστρεφείς δράσεις στη Βαλκανική χερσόνησο και όχι μόνο, αλλά και αρκετές ηχογραφήσεις. Στο πλαίσιο των στενών σχέσεων με τις προς βορρά γείτονες χώρες (κυρίως μέσω του προγράμματος "Θεσσαλονίκη-Σόφια: Βαλκανική Γέφυρα Πολιτισμού") έχει αναπτύξει τακτική συνεργασία με τον Σίμον Τρπτσέσκι, έναν από τους σημαντικότερους παγκοσμίως πιανίστες και κορυφαίο σήμερα μουσικό της όμορης Βόρειας Μακεδονίας. Ενώ έχει εμφανισθεί επανειλημμένα στη συμπρωτεύουσα, ο εξαίρετος πιανίστας έκανε εν προκειμένω την καθυστερημένη… πρώτη του εμφάνιση στην Αθήνα, δίνοντας μία μικρή μόνο πρόγευση της μεγάλης κλάσης του!
Σε όλα τα έργα οι ερμηνείες του Παπάνα ξεχώρισαν, πέρα από τη δεξιοτεχνική άνεση, για την αμεσότητα και το πηγαίο συναίσθημα, με όχημα έναν πλούσιο, ανεπίληπτης ορθοτονίας ήχο, που πηγάζει όχι μόνο από τα χέρια αλλά και από την όλη σωματική τοποθέτηση.
Η βραδιά άνοιξε με τη διμερή "Σονάτα σε μι ελάσσονα Κ.304" του Μότσαρτ, που γράφτηκε σε μια εποχή που δεν είχε ακόμη καθιερωθεί ακόμη η τριμερής σονάτα της κλασικής περιόδου. Παίρνοντας αποστάσεις από τη συγκρατημένη έκφραση με την οποία είναι συνδεδεμένος ο πρώιμος κλασικισμός, ο Παπάνας την απέδωσε με έντονη -σχεδόν πρωτορομαντική- θεατρικότητα, την οποία ισορρόπησε έξοχα το πιο ποιητικό/μελαγχολικό παίξιμο του Τρπτσέσκι. Στο μενουέτο ευχαρίστησε, πάντως, ο πιο δυναμικός και ισότιμος διάλογος βιολιού-πιάνου.
Περισσότερο προφανής ήχησε, ακολούθως, η ερμηνεία της 2ης Σονάτας για βιολί και πιάνο του Μπραμς, της πιο σύντομης και πιο φωτεινής/λυρικής από τις τρεις του, αλλά ίσως και της πιο απαιτητικής ερμηνευτικά, καθώς προϋποθέτει λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε δεξιοτεχνία και εκφραστικότητα. Ο 47χρονος σολίστ απέδωσε με γνήσια ρομαντική χειρονομία και γεμάτο/μεστό ήχο την έντονη μελωδικότητα και τον τρυφερό/στοχαστικό της χαρακτήρα, συνομιλώντας ισόκυρα με το πιάνο του Τρπτσέσκι, που χάρισε ακόμη ένα έγκυρο δείγμα στυλιστικής ευελιξίας και κατανόησης.
Το δεύτερο μέρος άνοιξε με μία συγκλονιστική απόδοση του "Πρελουδίου και Allegro στο στυλ του Πουνιάνι" του διάσημου βιολιστή Φριτς Κράισλερ. Στο σύντομο, μόλις 7λεπτης διάρκειας, έργο, που συνδυάζει λυρισμό και τεχνικές προκλήσεις, ο Παπάνας έκανε πραγματική επίδειξη των πολυφωνικών δυνατοτήτων του βιολιού του, αξιοποιώντας τη μακρά και γόνιμη εμπειρία του και στο ρεπερτόριο του μπαρόκ.
Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε με μία πραγματικά απαστράπτουσα εκτέλεση της 3ης Σονάτας του Γκρηγκ, έργου άλλοτε εξαιρετικά δημοφιλούς, που ακούγεται, όμως, πλέον μάλλον σπάνια σε αίθουσες συναυλιών. Στέρεη δεξιοτεχνία, καλά σταθμισμένες ταχύτητες και δυναμικές αλλά και άλλοτε πιο μελωδική άλλοτε πιο αιχμηρή φραστική, επέτρεψαν στον Παπάνα να προβάλει ιδανικά την εναλλαγή διαθέσεων του έργου, από τις πιο δραματικές στις πιο λυρικές, και από τις πιο ονειροπόλες/νοσταλγικές στις πιο χορευτικές. Το ωραίου legato, γεμάτο πάθος και μουσικότητα παίξιμό του μέχρι το πανηγυρικό φινάλε απογειώθηκε από την ώσμωση με αυτό, εξίσου πηγαίου ρομαντικού ταμπεραμέντου και αφηγηματικής ευφράδειας του Τρπτσέσκι.
Επευφημούμενοι έντονα από το πολυάριθμο κοινό, οι δύο μουσικοί αντιχάρισαν τρία σύντομα ανκόρ, που υποδήλωναν προσωπικές/οικογενειακές, φιλικές αλλά και ευρύτερα πολιτιστικές σχέσεις με τις γειτονικές χώρες των Βαλκανίων. Το πολυαγαπημένο μελωδικό κομμάτι "Σεβντάνα" (1944) του Βούλγαρου Ζλάτεφ-Τσέρκιν, το βασισμένο σε παραδοσιακά τραγούδια, αέναης κινητικότητας "Καπρίτσιο αρ. 1" (1984) του Βορειο-Μακεδόνα συνθέτη Σουπλέφσκι αλλά και το συγκινητικό πρωτόλειο του Ριάδη "Νανούρισμα" ("Στην κούνια ενός μικρού ορφανού Μακεδόνα"), γραμμένο (1908) σε εποχές …πολέμων με τους γείτονες, ολοκλήρωσαν ένα από κάθε άποψη έξοχο ρεσιτάλ!

Μία ομοίως αξιομνημόνευτη βραδιά βιώσαμε δύο εβδομάδες νωρίτερα (19/1), όταν η μεγάλη "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" του Μεγάρου υποδέχθηκε μετά από αρκετά χρόνια το περίφημο ρωσικό κουαρτέτο εγχόρδων "Μποροντίν". Υπό τη νέα του σύνθεση, που απάρτιζαν οι Νικολάι Σατσένκο, Σεργκέι Λομόφσκι, Ίγκορ Ναϊντίν και Βλαντίμιρ Μπαλσίν, το σύνολο ερμήνευσε τρία από τα συναρπαστικά κουαρτέτα εγχόρδων του Σοστακόβιτς.
Η εμπειρία του συγκεκριμένου Κουαρτέτου στη μουσική δωματίου του Σοβιετικού συνθέτη ανάγεται στο βάθος των χρόνων λόγω της στενής μεταξύ τους σχέσης: αυτός επέβλεπε, ως γνωστόν, προσωπικά τη μελέτη των μουσικών του ("πρόγονων" των σημερινών μελών) σε κάθε ένα από τα έργα του. Ήταν, εξάλλου, οι "Μποροντίν" που παρουσίασαν πρώτοι ολοκληρωμένους κύκλους των 15 κουαρτέτων εγχόρδων του, ενώ προ ετών ηχογράφησαν ακόμη έναν για την Decca.
Και στο πρόσφατο αθηναϊκό ρεσιτάλ εντυπωσίασε το δεξιοτεχνικό και εκφραστικό οπλοστάσιο, κυρίως όμως η φυσικότητα με την οποία αποδόθηκαν η περίτεχνη δραματουργία και οι φορτισμένοι συναισθηματικοί κόσμοι των τριών κουαρτέτων. Σπάνια ποιότητα και ορθοτονία ήχου με διακριτή "ταυτότητα/φωνή" κάθε οργάνου, άρτιο δέσιμο και συντονισμός, εύροες ταχύτητες και δυναμικές, αλλά και μεγάλη πλαστικότητα φραστικής δικαίωσαν με άνεση γράμμα και πνεύμα των έργων.
Στο νεανικό 1ο κουαρτέτο, που γράφτηκε κατά τους τελευταίους μήνες της Μεγάλης Εκκαθάρισης του Στάλιν, η κυρίαρχη γλυκόπικρη διάθεση ήχησε αντιπροσωπευτική του κατοπινού στυλ του συνθέτη: χαριτωμένα βαλς εναλλάσσονται με ρωσικές λαϊκές μελωδίες, η ανέμελη νωχελικότητα συνυπάρχει με μια αιχμηρή κινητικότητα αλλά και μια κυρίαρχη αισιοδοξία.
Οι εναλλαγές διαθέσεων, από την πιο σκοτεινή/βλοσυρή/θρηνητική των ακραίων μερών μέχρι τη μανιώδη χορευτική των μεσαίων, που αποτυπώνονται και στις διαδοχικές εμφανίσεις του (γερμανικού) μουσικού μονογράμματος D-S-C-H του Σοστακόβιτς, είναι ακόμα πιο γλαφυρές στο 8ο κουαρτέτο, το πιο αναγνωρίσιμο και εμβληματικό έργο του είδους στον 20ό αιώνα. Παρά τον καλλιεργημένο, αλλά απρόσμενα πιο "παστέλ" ήχο (ο οποίος μάλλον οφειλόταν στην ακατάλληλη για συναυλίες μουσικής δωματίου ακουστική της μεγάλης αίθουσας), οι 4 μουσικοί το απέδωσαν με μοναδική ένταση και εκφραστικότητα. Στον αβίαστο μεταξύ τους διάλογο ξεχώρισε το τσέλο του Μπαλσίν, που αποτελεί εδώ τη βαθύτερη και πιο συγκινητική φωνή, προσδίδοντας σταθερότητα, βάρος και σκοτεινότητα σ’ένα αριστούργημα, το οποίο, μολονότι αφιερωμένο επισήμως "στα θύματα του φασισμού και του πολέμου", δεν στερείται αυτοβιογραφικού χαρακτήρα.
Το ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε με το βαθιά υποβλητικό 15ο κουαρτέτο, το τελευταίο και μεγαλύτερο σε διάρκεια από όλα τα κουαρτέτα του. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, οι "Μποροντίν" νοηματοδότησαν απόλυτα και με απροσδόκητα συνεκτικό ειρμό το περιεχόμενο του αφαιρετικού, δύσθυμου έργου που συμβολίζει το τέλος της ζωής. Καθ’όλη τη διάρκεια των έξι αργών μερών του, που παίζονται χωρίς παύση, και τα οποία αντιδιεστάλησαν με απειροελάχιστες εκλεπτύνσεις και αντιθέσεις, το μοναχικό τραγούδι του κάθε οργάνου απέδιδε τις ελεγειακές απόκοσμες μελωδίες της γραφής με μεγάλη συγκέντρωση και ευγενές, μετρημένο συναίσθημα. Ακόμα και στις λιγοστές νησίδες "συνομιλίας", όπως στο λυρικό "Νυχτερινό", η αίσθηση του κενού και της απώλειας παρέμενε ανατριχιαστικά ανάγλυφη…
Ανταποκρινόμενοι στο θερμότατο χειροκρότημα του κοινού, οι Ρώσοι μουσικοί προσέφεραν εκτός προγράμματος ένα σύντομο, αβαρές απόσπασμα από κινηματογραφική μουσική του Σοστακόβιτς και ένα από κάθε άποψη υποδειγματικό "Andante cantabile" του Τσαϊκόφσκι.
