Η Αθήνα των συγγραφέων | Βαγγέλης Ραπτόπουλος: "Διαβάζω παντού. Είμαι βιβλιοφάγος, τι να κάνουμε;"

Τα παιδικά χρόνια στο Περιστέρι, η Κυψέλη της δεκαετίας του 1980, η φιλία με τον Μένη Κουμανταρέα και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, μια νύχτα στο αυτοκίνητο του Κώστα Ταχτσή, το κολυμβητήριο και οι βόλτες στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος αφηγείται.

Βαγγέλης Ραπτόπουλος © Λεωνίδας Τούμπανος

Μεγάλωσα στο Περιστέρι όπου τότε υπήρχαν μονοκατοικίες με αυλές. Τότε ήταν λαϊκή συνοικία, με την καλή και την κακή έννοια – οι λαϊκοί άνθρωποι ήταν στ’ αλήθεια λαϊκοί. Μετά η περιοχή έγινε μικροαστική. Νομίζει κανείς ότι η λέξη είναι παρόμοια αλλά δεν είναι, έχει μεγάλη διαφορά.

Όταν ήμασταν παιδιά παίζαμε πάρα πολύ· ξυλίκι, γκαζάκια, μήλα, μπάλα. Περνάγαμε πολύ χρόνο έξω, ενώ τώρα τα παιδιά είναι εσώκλειστα σε διαμερίσματα μπροστά από οθόνες. Εκείνη την εποχή ο δρόμος σε καταξίωνε. Ο δρόμος σου έβαζε τη στάμπα αν είσαι ιδιοφυία, ατσίδα ή βλάκας. Όλα συνέβαιναν στη μικρή κλίμακα, στη γειτονιά που κονταροχτυπιόταν με μια άλλη γειτονιά, όχι στο διαδίκτυο όπως σήμερα.

Στην πλατεία Μπουρναζίου πήγαινα αρχικά για τον παλιό συμμαθητή μου από το γυμνάσιο, τον ζωγράφο Μανώλη Ζαχαριουδάκη, το πατρικό του οποίου και αργότερα το δικό του διαμέρισμα, ήταν εκεί κοντά. Τελειώνοντας το σχολείο, είχα μαλώσει με τους γονείς μου και θυμάμαι ότι κοιμήθηκα κάποια βράδια στο υπόγειο του Μανώλη. Στη δεκαετία του ’90, όταν η πλασματική ευημερία έφτασε σ’ ένα αποκορύφωμα, και η περιοχή μετατράπηκε σε διασκεδαστούπολη δυτικών προαστίων δεν μας χωρούσε ο τόπος. Τώρα που ηρέμησαν τα πράγματα συναντιέμαι στο καφέ-μπαρ Igodo, λίγο πιο κει από την πλατεία, στη Μεγάλου Αλεξάνδρου, με άλλους παλιούς συμμαθητές, όπως ο επιστήθιος φίλος μου Τηλέμαχος Κυριακόπουλος, ο κιθαρίστας και καθηγητής στο Ωδείο Περιστερίου Τάκης Αναγνωστόπουλος ή ο γραφίστας κι ερασιτέχνης φωτογράφος Αργύρης Γιαϊτζόγλου.

Βαγγέλης Ραπτόπουλος
© Λεωνίδας Τούμπανος

Η πρώτη φορά που μπήκα σε στούντιο για να κάνω εκπομπή ήταν στο Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής τον Νοέμβριο του 1983, τρεις-τέσσερις μήνες προτού απολυθώ από την αεροπορία. Από το τρακ έτρεμε η φωνή μου. Ήταν πολύ περίεργα τα πράγματα τότε, μην κοιτάς σήμερα. Έπαιζα Πίτερ Γκάμπριελ και μιλούσα για Κάφκα – η εκπομπή λεγόταν "Κάποια βιβλία και τα πιθανά τραγούδια τους". Έβαζα ροκ αλλά πιο πειραγμένα ή συμφωνικό ροκ και μου έλεγαν "τι είναι αυτά; Βάλε και λίγη κλασική μουσική". Ήταν πολύ συντηρητικά τα πράγματα τότε.

Το πρώτο διαμέρισμα στο οποίο έμεινα, φεύγοντας από το πατρικό μου, ήταν στη γωνία των οδών Επτανήσου και Κεφαλληνίας, στην Κυψέλη, κοντά στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου. Ανήκε στον γνωστό γελοιογράφο Σταμάτη Πολενάκη, δημιουργό του περίφημου "Σπαγκοραμμένου". Στην πλατεία υπήρχε ένα σουβλατζίδικο όπου καθόμουν συχνά, κι ένα εστιατόριο, που αργότερα μετακόμισε απέναντι, κι έγινε το γνωστό φαγάδικο της κυρίας Μαίρης. Εκεί πηγαίναμε με τον Μένη Κουμανταρέα και τη γυναίκα του τη Λιλή, αλλά και με τον μουσικοσυνθέτη Νίκο Κυπουργό και τη Δώρα Μασκλαβάνου με τους οποίους κάναμε παρέα.

Το δεύτερο διαμέρισμά μου ήταν στην οδό Αιγίνης, πάλι στην Κυψέλη, και τα καλοκαίρια μου άρεσε πολύ ένα κοντινό καφέ-εστιατόριο, που έβγαζε τραπέζια απέναντι προς το Πεδίον του Άρεως, πλάι στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού – εκεί γύρισε ο Περάκης την αγαπημένη μου ταινία του, "Λούφα και παραλλαγή".

Με τον Μένη και τη Λιλή καθόμασταν συχνά και στη Φωκίωνος Νέγρη, ιδίως τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, τότε που έμεναν στο πλάι της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης, στην οδό Ζακύνθου, στο διαμέρισμα όπου δολοφονήθηκε ο συγγραφέας. Επίσης, παλαιότερα, πηγαίναμε μαζί σε διάφορα μαγαζιά της πλατείας Βικτωρίας, κοντά στην οποία, και συγκεκριμένα στην οδό Χέυδεν, ήταν το πατρικό του Κουμανταρέα.

Το χάσμα του νέου με τον καταξιωμένο συγγραφέα ήταν τερατώδες. Και για τις  παλαιότερες γενιές ακόμη μεγαλύτερο. Γνώρισα τον Κουμανταρέα στο βιβλιοπωλείο του Κέδρου, όταν πήγα να αγοράσω το "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου, έχοντας διαβάσει μια εκθειαστική κριτική του Περικλή Κοροβέση. Τότε ο Κουμανταρέας μόλις είχε εκδώσει την "Κυρία Κούλα". Μου έγραψε αφιέρωση σ’ ένα αντίτυπο του βιβλίου του, και του ζήτησα –με πολύ τρακ– να του δείξω τα γραπτά μου. Τα διάβασε και μου είπε ότι αν είχε περιοδικό δεν θα τα δημοσίευε. Όχι γιατί τα έβρισκε κακά, αλλά δεν του άρεσε το φανταστικό στοιχείο στο γράψιμό μου. Παρότι ήταν απορριπτικός, έσκυψε πάνω στα κείμενά μου και έκανε παρατηρήσεις που με βοήθησαν πολύ.

Στην αρχή ήταν μέντορας και στη συνέχεια επιστήθιος φίλος. Έμαθα πολλά από τον Μένη. Ήταν μεγαλοαστός, αποστάτης της τάξης του, ερωτευμένος με τους λαϊκούς ανθρώπους και από ηθικής πλευράς πάντα υπέρ των κατατρεγμένων. Μου έκανε εντύπωση ότι ήθελε να διδάσκεται από τους νεότερους. Παρότι μας χώριζαν πολλά χρόνια μου ζητούσε την άποψή μου για τα γραπτά του και τη λάμβανε υπ’ όψη του.

Μεταξύ 1994 και 1995, που μείναμε με τη γυναίκα μου σε μια σοφίτα πίσω από τον Άγιο Διονύση, στην οδό Αναγνωστοπούλου, κάθε φορά που ασφυκτιούσα στο στενόχωρο εκείνο διαμέρισμα, κατηφόριζα ως την πλατεία Συντάγματος. Κάποτε έδινα ραντεβού για καφέ και με φίλους εκεί. Γενικά, ένιωθα ότι έτσι δραπέτευα από το ανυπόφορο λούστρο και την ξιπασιά του Κολωνακίου.

Με τον στενό φίλο και κουμπάρο μου –νονό της κόρης μου για την ακρίβεια– τον πεζογράφο Δημήτρη Νόλλα πίναμε συχνά καφέδες στο πρώην Ντόλτσε, και νυν Φίλιον ή στο Ντεζιρέ. Πήγαινα, επίσης, να τον βρω σε μπαρ όπως ο Λώρας, στην πλατεία Μαβίλη, αλλά και σε κάτι άλλα στέκια του, κάτι περίεργα καφέ-ουζερί, σε μια τρύπα στην Ασκληπιού ή στην ταράτσα ενός κτιρίου στο Σύνταγμα. Συχνά, ιδίως όσο ζήσαμε κι εγώ με τη Σταυρούλα στην Αναγνωστοπούλου, τρώγαμε με τον Δημήτρη και τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του την αγαπημένη μου Ηρώ, επιμελήτρια αρκετών βιβλίων μου, σε ταβέρνες όπως ο Δημόκριτος, που ακόμα τότε λειτουργούσε. Πρωτίστως, όμως, μας τραπέζωνε η Ηρώ, η οποία μαγείρευε υπέροχα, στο διαμέρισμά τους, κι αυτό επί της Αναγνωστοπούλου, όχι μόνο καθημερινές – έχουμε κάνει εκεί και πολλά, αλησμόνητα πρωτοχρονιάτικα ρεβεγιόν.

Η σχέση μου με τον κινηματογραφιστή Νίκο Παναγιωτόπουλο κράτησε είκοσι χρόνια – γίναμε φίλοι με αφορμή τα γυρίσματα του "Εργένη", του βιβλίου μου που μετέφερε στο σινεμά. Τον θεωρούσα προβοκάτορα και απολάμβανα την παρέα μαζί του, μάθαινα πράγματα. Διαφωνούσαμε σε πολλά και κονταροχτυπιόμασταν αλλά είχε πολύ ενδιαφέρον όλο αυτό. Αξέχαστες θα μου μείνουν οι τακτικές έξοδοί μας με τις συζύγους μας, τη Σταυρούλα και τη Μαριάννα, σε διάφορες ταβέρνες. Άλλοτε στη Νέα Ερυθραία (στης κυρίας Δέσποινας, όπως έλεγαν το μαγαζί) και στην Κηφισιά, κι άλλοτε στα Πετράλωνα, στο Κολωνάκι και στο Μοναστηράκι (στην πλατεία Αβυσσηνίας, θυμάμαι). Και κυρίως στο διαμέρισμά του στην οδό Ραβινέ, μεταξύ των νοσοκομείων Ευαγγελισμός και Νίμιτς, κοντά στη Μονή Πετράκη. Σ’ αυτά τα δείπνα, στου Νίκου και της Μαριάννας, παρήλαυνε πολύς κόσμος, αλλά ξεχωρίζω τις βραδιές με τον Λευτέρη Βογιατζή, που τον ήξερα κι εγώ από μικρός, πριν ακόμα δημιουργήσει τη θεατρική Νέα Σκηνή με τους συνεργάτες του, της οποίας υπήρξα σε κάποια φάση ιδρυτικό μέλος.

Βαγγέλης Ραπτόπουλος
© Λεωνίδας Τούμπανος

Παρέα κάναμε και με τον Γιώργο Ιωάννου και με τον Κώστα Ταχτσή, αλλά και με τον Βασίλη Βασιλικό, όταν ερχόταν από το εξωτερικό. Εκείνη την εποχή γνωριστήκαμε και με τη Μάρω Δούκα. Τότε δεν υπήρχε η συνήθεια να κάνουμε εκδηλώσεις για να παρουσιάσουμε τα βιβλία μας στα βιβλιοπωλεία. Γίνονταν συζητήσεις σε θέατρα ή σε άλλους χώρους όπου μπορούσαν να υπάρχουν και βιβλία προς πώληση, όμως δεν ήταν αυτός ο βασικός στόχος. Σε πολλές από αυτές τις συζητήσεις ομιλητές ήταν ο Ταχτσής, ο Χατζής, ο Φραγκιάς και άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς. Οι κουβέντες δεν ήταν μόνο για εστέτ, αλλά αφορούσαν τη λογοτεχνία σε σχέση με τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα. Όλα αυτά με τη μεταπολίτευση, όταν χωρίς το συλλογικό δεν υπήρχε τίποτε. Το ατομικό τότε ερχόταν σε δεύτερη μοίρα. Σήμερα ακούγεται περίεργο, όμως δεν ήμασταν πάντα τόσο ατομιστές.

Τον Ταχτσή τον γνώρισα το 1979 σε μια συζήτηση στο auditorium της Ελληνοαμερικανικής  Ένωσης, όπου έπαιρνε μέρος σε ένα πάνελ μαζί με τον Νίκο Δήμου και τον Τζον Απντάικ. Όταν άρχισε να μιλάει ο Απντάικ, ο οποίος αποκάλυψε ότι δεν είχε διαβάσει το "Τρίτο στεφάνι", ο Ταχτσής, ο οποίος ήταν λίγο drama queen, γύρισε την πλάτη ενοχλημένος και είπε στα ελληνικά: "Απαξιώ να σου μιλήσω στα αγγλικά, αφού μας αντιμετωπίζεις σαν αποικιοκράτης που ήρθε στους κάφρους. Το βιβλίο μου υπάρχει στα Penguin, έπρεπε να ψάξεις να το βρεις, να ξεστραβωθείς. Πώς περίμενες να έρθεις να μιλήσουμε για τα δικά σου; Άι σιχτίρ, δεν σου μιλάω". Αυτό το ξέσπασμα είχε χαρακτήρα εθνικής αντίστασης, διαμαρτυρίας. Ήταν μια τρομερά έντιμη διανοητική στάση την οποία μακάρι να είχαμε και σήμερα.

Εκείνο το βράδυ ο Ταχτσής μας κάλεσε σπίτι του στον περιφερειακό του Λυκαβηττού για ομελέτα. Πήγαμε εγώ, ο Κουμανταρέας και η Ολυμπία Καράγιωργα. Όταν στο τέλος της βραδιάς εγώ και ο Κουμανταρέας θέλαμε να φύγουμε, προσφέρθηκε να μας πάει με το αυτοκίνητό του στα σπίτια μας. Αφήσαμε τον Μένη στην Κυψέλη και μετά φύγαμε για Περιστέρι. Στη διαδρομή μου είπε ότι είχε πάρει υπνωτικό και έλπιζε να τον πιάσει μέχρι να επιστρέψει. Περιττό να σου πω ότι όλη την ώρα κοιτούσα μην στουκάρουμε πουθενά.  

Ένα από τα βιβλιοπωλεία της εποχής που θυμάμαι ήταν η Ενδοχώρα του Μοσχονά. Τα βιβλιοπωλεία ήταν πολύ λίγα, καμία σχέση με τα αυτά τα πελώρια που υπάρχουν σήμερα. Τότε μπαίναμε λίγο υπό διωγμόν, να πιάσουμε και να μυρίσουμε τα βιβλία. Όμως δεν είχαμε την οικονομική δυνατότητα να αγοράζουμε. Θυμάμαι όταν ανακάλυψα ότι στην Ελληνοαμερικανική Ένωση λειτουργούσε δανειστική βιβλιοθήκη. Τα σήκωσα όλα! Τότε διάβασα όλη τη γενιά του ’70.

Με τη Σταυρούλα επειδή έχουμε διαφορετικά γούστα στο σινεμά, όταν μέναμε πίσω από τον Άγιο Διονύση, πηγαίναμε συχνά στους κινηματογράφους Απόλλων και Αττικόν και μπαίναμε σε διαφορετικές αίθουσες. Η Σταυρούλα προτιμούσε τις κοινωνικές-αισθηματικές ή τις ευρωπαϊκές ταινίες, κι εγώ τις mainstream αμερικανιές και ιδιαιτέρως τις ταινίες τρόμου. Βρισκόμασταν στην έξοδο.

Εδώ και έξι χρόνια πάμε μαζί κολυμβητήριο. Το άρχισα έπειτα από παρότρυνση του γιατρού μου εξαιτίας του αυχενικού συνδρόμου που με ταλαιπωρούσε. Αναλόγως την ώρα που θα πας, βλέπεις και άλλο κόσμο. Πιο νωρίς έρχονται οι συνταξιούχοι, αργότερα εκείνοι που σχολάνε από τις δουλειές τους. Η συναναστροφή με τα γυμνά σώματα στα κολυμβητήρια σε κάνει να παρατηρείς την πορεία φθοράς και να σκέφτεσαι ότι αργά η γρήγορα θα έρθει η σειρά σου. Η πισίνα μού προσφέρει γαλήνη. Αν προτού μπω έχω άγχος για κάτι, τη στιγμή που βγαίνω το έχω ξεπεράσει. Δεν είναι τυχαίο το μυστήριο της βάπτισης στις θρησκείες. Η επαφή του σώματος με το νερό έχει πολλές αρετές, σαν να επιστρέφει ο άνθρωπος στο στάδιο του πρωτόζωου.

Η Αθήνα μετά την οικονομική κρίση μου φαίνεται πιο μίζερη. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές πλατείες συνοικιών έχουν ανθίσει τα τελευταία χρόνια, καθώς έχει μεταφερθεί το παιχνίδι εκεί. Στο κέντρο τα τελευταία χρόνια μου αρέσουν πολύ η Διονυσίου Αρεοπαγίτου και η Αδριανού. Η διαδρομή Μοναστηράκι, Θησείο, Αρεοπαγίτου μου φαίνεται πολύ όμορφη και η εικόνα της Αθήνας από εκεί πολύ ξεχωριστή, ασύγκριτη.

Διαβάζω παντού και έχω πάντα μαζί μου ένα βιβλίο. Χρησιμοποιώ συχνά τον ηλεκτρικό, γιατί το σπίτι μου είναι στο Μαρούσι, δίπλα στον σταθμό του ΚΑΤ. Από εκεί που το παίρνω είναι πάντα άδειο και διαβάζω καθιστός. Και όρθιος όμως διαβάζω, έχω εκπαιδευτεί. Τώρα που ερχόμουν να σε βρω διάβαζα μέσα σε ένα βαγόνι τίγκα. Δίπλα μου ήταν μια γυναίκα που φορούσε μάσκα και τσακωνόταν με κάτι πιτσιρίκια που δεν φορούσαν. Μια άλλη πιο πέρα μιλούσε στο κινητό δυνατά. Κρατούσα το βιβλίο και διάβαζα μια παράγραφο πέντε φορές για να καταλάβω τι λέει. Επέμεινα μέχρι που τα κατάφερα. Είμαι βιβλιοφάγος, τι να κάνουμε; 

Info
Το ιστορικό μυθιστόρημα "Ανέγγιχτη" του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, το οποίο αναφέρεται στη ζωή του Νίκου Καζαντζάκη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. 

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε ακόμα

Τελευταία άρθρα Athinorama Plus

24ωρη λειτουργία θερμαινόμενου χώρου στον Δήμο Πειραιά

Στη δομή τηρείται αυστηρά το πρωτόκολλο των οδηγιών του Ε.Ο.Δ.Υ. και εφαρμόζονται όλα τα μέτρα πρόληψης ενάντια στον covid - 19.

ΓΡΑΦΕΙ: ATHINORAMA TEAM
03/02/2023

Πέθανε ο Γενικός Διευθυντής της ΕΒΕ Φίλιππος Τσιμπόγλου

Ο θάνατός του πρόεκυψε λίγο πριν την επίσημη λήξη της θητείας του στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.

Μάριο Ντεσιάτι: Ο νικητής του λογοτεχνικού βραβείου Strega 2022 έρχεται στην Αθήνα

O συγγραφέας του μυθιστορήματος Ασυμβίβαστοι (πρωτ.τίτλος Spartiati), που τιμήθηκε με τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία, θα επισκεφθεί την Αθήνα, για να παρουσιάσει το βιβλίο του.

Αναψυκτήρια σε 75 αρχαιολογικούς χώρους ενισχύουν την οικονομία των εμπειριών

Μια σημαντική πρωτοβουλία για την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους επισκέπτες των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων

Ρεπορτάζ: Τι περιμένουμε στο μέλλον από τη Δημοτική Αγορά Κυψέλης;

Έχοντας αναλάβει τη διαχείριση της ΔΑΚ, η Τεχνόπολη μας εξηγεί το όραμα και τους στόχους για το μέλλον της πρώτης, προκειμένου να συνεχίσει τη μέχρι τώρα επιτυχημένη πορεία της.

Η μικρασιατική μνήμη στα "Αόρατα Δεσμά" του Ευάγγελου Σαχπέρογλου

Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διάττων.

Έργα αποκατάστασης για το Αναψυκτήριο στο παραλιακό μέτωπο της Ελευσίνας

Το νέο κτίριο θα αποτελέσει έναν από τους κύριους χώρους φιλοξενίας καλλιτεχνικών και εκπαιδευτικών δράσεων για το επίσημο έτος τίτλου της 2023 Ελευσίς Πολιτιστική Πρωτεύουσας της Ευρώπης.