© Γιάννης Νέγρης
O ερχομός του Joe Lynn Turner στην Ελλάδα λειτούργησε σαν κάλεσμα επιστράτευσης για το κοινό που πίνει νερό στ' όνομα των Rainbow και των Deep Purple. Άλλωστε ο πάλαι ποτέ τραγουδιστής των δύο αυτών εμβληματικών συγκροτημάτων είχε περίπου δεκαετία να φανεί από τη χώρα μας (τελευταία φορά ήταν το 2017), οπότε είχε λείψει. Και η αγάπη αυτή είναι ως γνωστόν αμοιβαία, αφού κι εκείνος έχει χτίσει τη δική του σύνδεση με τα μέρη μας. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι μέρες πριν τις συναυλίες σε Θεσσαλονίκη, Λάρισα και Αθήνα προετοίμαζε τους φίλους του ποστάροντας στο Facebook τις βόλτες του στο παραθαλάσσιο Πήλιο και το (φρέσκο) ψητό ψάρι με χωριάτικη σαλάτα το οποίο απόλαυσε σε κάποια ταβέρνα στη Νταμούχαρη –συνοδεία, φυσικά, ενός μεγάλου ποτηριού με κρύα μπύρα.
Ένας τέτοιος προγραμματισμός, τώρα, σήμαινε ότι όσοι θα δίναμε το παρών στην Αθήνα ξέραμε και τι μας περίμενε σε επίπεδο απόδοσης, αλλά και τι ακριβώς θα έπαιζε. Οπότε ήταν γνωστό και ορατό ότι θα ερχόταν με κατά βάση Rainbow και Deep Purple setlist, παραγκωνίζοντας –για ακόμα μία φορά– τη σόλο δισκογραφία του. Αυτό, τώρα, δεν άρεσε σε όλους, καθώς δεν είναι λίγοι όσοι αγαπούν τις AOR περιπέτειές του και ήλπιζαν μήπως παίξει τουλάχιστον το "Endlessly", το οποίο και ζητήθηκε φωναχτά από μια μερίδα θεατών κατά τη διάρκεια της βραδιάς στο "Gagarin".

Από την άλλη, κάτι τέτοιο δεν επηρέασε την προσέλευση: το 205 της Λιοσίων γέμισε χαλαρά τόσο κάτω, όσο και στον εξώστη, από ένα πλήθος στο οποίο κυριάρχησαν οι ηλικίες των 40, 50 και 60 ετών. Έστω κι αν σ' ένα σημείο έγινε και η έκπληξη, αφού σηκώθηκε ενθουσιώδες πανό στις μπροστινές σειρές από κάποια κοπέλα, η οποία θα γιόρταζε τα 19α γενέθλιά της σε λίγες μέρες. Κάτι που ο Turner εκτίμησε, διακόπτοντας τη ροή για να της τραγουδήσει το "Happy Birthday". Μάλιστα, πρέπει να πούμε ότι αρκετός κόσμος ήρθε από νωρίς και παρακολούθησε με γνήσια περιέργεια τους Birds Of Vale, μη διστάζοντας και να στήσει θερμή, ανά σημεία, κερκίδα.

Η αθηναϊκή τετράδα ήρθε γι' αυτό το support με μεγάλη όρεξη, παίζοντας τραγούδια από το φετινό της άλμπουμ Dimensions, τα οποία χαρακτηρίζονται από heavy, blues και alternative στοιχεία. Δεν πρόκειται για υλικό ολκής: το μίγμα χρωστάει πολλά στους Graveyard, στους Alice In Chains, ίσως στους Pearl Jam, δίχως να υπερβαίνει τον ορίζοντα του απλού θαυμασμού. Προς τιμήν τους, ωστόσο, οι Birds Of Vale απέδωσαν τα κομμάτια τους με πάθος και με ζέση, δείχνοντας ότι είναι μια δεμένη μπάντα, διατεθειμένη να την ιδρώσει τη φανέλα.

Ο frontman Αντώνης Κυρίτσης, βέβαια, διάλεξε να κάνει μια πολύ δική του εμφάνιση –τραγουδώντας ημίγυμνος, μ' ένα μαύρο καπέλο στο κεφάλι– η οποία τράβηξε μεν τα βλέμματα στη σκηνή, μα νομίζω ότι δεν δικαιώθηκε. Δημιούργησε δηλαδή ένα οπτικό ερέθισμα ανταγωνιστικό προς τη μουσική επίδοση, το οποίο δεν κατόρθωσε να κουμπώσει αρμονικά μαζί της. Πάντως, παρά τις ενστάσεις, τους παραδεχτήκαμε τους Birds Of Vale και τα ηχηρά παλαμάκια που έλαβαν σε στιγμές σαν π.χ. το "Bye Bye Beautiful Lie" τους άξιζαν πέρα για πέρα.

Όλοι, ωστόσο, περιμέναμε τον Joe Lynn Turner. Και δεν άργησε να βγει ενώπιόν μας, περιστοιχιζόμενος από τους Σουηδούς Love Magnusson (κιθάρα), Jonathan Olsson (μπάσο), Georg Härnsten Egg (ντραμς) & Will Oaks (πλήκτρα) –με τους τρεις πρώτους να προέρχονται από τις τάξεις του συγκροτήματος Dynazty. Ο Αμερικανός ερμηνευτής δεν πάτησε καλά στο εναρκτήριο "Death Alley Driver", όμως η αστοχία χάθηκε μέσα στο πανηγυρικό κλίμα με το οποίο έγινε δεκτός. Γρήγορα, άλλωστε, η φωνή του έκανε το ζέσταμα που μάλλον χρειαζόταν και ως το (κάπως απρόσμενο;) "Jealous Lover" και το "Stone Cold" η συναυλία είχε αποκτήσει ροή, ρυθμό και αγαστή επικοινωνία μεταξύ σκηνής και πλατείας.

Ήταν ιδανική στιγμή, λοιπόν, για μια απογείωση. Κι αυτό ακριβώς συνέβη, μόλις ήχησαν οι πρώτες νότες του μελωδικώς αλάνθαστου ποπ/AOR "Street Of Dreams", ωθώντας το "Gagarin" να συνοδεύσει ευφορικά στο ρεφρέν. Φανερά χαρούμενος κι ο πρωταγωνιστής της βραδιάς για την τόσο θερμή ανταπόκριση εκμεταλλεύτηκε την περίσταση για μερικές ανάσες, ανατρέχοντας σε παλιές ιστορίες με τον Ritchie Blackmore και τον Russ Ballard: ένας πράγματι ωραίος πρόλογος για το "I Surrender", το οποίο παρέσυρε το πλήθος σε νέο κρεσέντο πώρωσης και πανζουρλισμού, αφού πολλοί ξελαρυγγιάστηκαν να τραγουδούν μαζί με τον Αμερικανό ερμηνευτή, αρκετοί δάκρυσαν από συγκίνηση, ενώ ο χώρος γέμισε με υψωμένα χέρια (είτε σκέτα, είτε κραδαίνοντας ποτήρια μπύρας).

Λίγο-πολύ, βέβαια, αναμενόταν μια τέτοια ανταπόκριση, αφού μιλάμε για ένα υπεραγαπημένο άσμα. Πιο σημαντικό, έτσι, ήταν ότι εκεί ακριβώς παραδεχτήκαμε τον Turner, τον οποίον κάποτε μάλλον σνομπάραμε, ψιλογελώντας που είχε τολμήσει να φορέσει τα παπούτσια του Ronnie James Dio και του Ian Gillan. Δεν ξέρω αν μεγαλώσαμε και μαλακώσαμε ή αν αλλάξαμε άποψη για την κληρονομιά του επειδή την είδαμε ν' αντέχει, κι αυτή, μέσα στις δεκαετίες δίπλα στα υπερκλασικά. Ξέρω, όμως, ότι ο άνθρωπος που βλέπαμε απέναντί μας εξακολουθεί να ζει και ν' αναπνέει για εκείνα τα παλιά τραγούδια που τον έκαναν όνομα. Και ότι τα λέει με αληθινή φλόγα, η οποία είναι αδύνατον να σε αφήσει αδιάφορο. Δεν είναι τυχαίο ότι το πλήθος ανταπέδωσε με μια θάλασσα χειροκροτημάτων και με ιαχές "Τζο-Λυνν, Τζο-Λυνν", οι οποίες για λίγο σκέπασαν τα πάντα με την έντασή τους, κάνοντας ακόμα και τους επί σκηνής πρωταγωνιστές να σαστίσουν λιγάκι.

Τώρα, βέβαια, ο Turner είπε κι άλλα τραγούδια, με τα οποία δεν σχετίστηκε. Κι εδώ κάπου στραβώνουμε, φοβάμαι, ακόμα κι αν συμφωνήσουμε ότι παρέμεινε απρόσμενα μαχητικός: μπορεί π.χ. να μη φτάνει τον Ian Gillan, πάντως το "Perfect Strangers" το ερμήνευσε από καρδιάς, σαν να ήταν δικό του. Όμως δεν είναι κάθε μέρα του Άη-Τζο Λυνν: το "Long Live Rock 'N' Roll" αμαύρωσε το (περιττό, ούτως ή άλλως) encore, ενώ το "Highway Star" ήταν απλώς αδύνατον να το βγάλει, δεν θα το έβγαζε ούτε στη νιότη του. Ο κόσμος το ακολούθησε, λοιπόν, πρωτίστως επειδή το λατρεύει, όχι επειδή παίχτηκε/τραγουδήθηκε όπως του άξιζε.
Φυσικά, ο Turner είχε κι άλλους άσσους στο μανίκι, διαφορετικά δεν θα έριχνε το "I Surrender" στη μέση του set. Μπορεί, ιστορικά μιλώντας, το πέρασμά του από τους Deep Purple να μη φτούρησε, πάντως ερμήνευσε υποδειγματικά το "King Of Dreams" –τόσο, ώστε βγάλαμε το καπέλο κι εμείς που ποτέ δεν ψηθήκαμε μαζί του. Και μας περίμεναν κι άλλα, αφού η κανονική διάρκεια της συναυλίας τέλειωσε με τη ροπαλιά του "Rising Force". Το οποίο, φυσικά, δεν προέρχεται από τη Deep Purple/Rainbow παρακαταθήκη, εντούτοις ανήκει στην πορεία του Turner, αφού το τραγούδησε το 1988 για λογαριασμό του Yngwie Malmsteen. Ε, λοιπόν, το είπε εκπληκτικά στο "Gagarin", με μια ένταση κι ένα υπόγειο πάθος που δεν τα έχει η πρώτη εκτέλεση. Στοιχεία που τόνισαν, ασφαλώς, και οι Σουηδοί συνοδοιπόροι, οι οποίοι βρέθηκαν εδώ να παίζουν στο ολόδικό τους γήπεδο, δίνοντας ρέστα. Γι' αυτό και δεν χρειαζόμασταν κανένα encore, έπειτα.
