© Γιάννης Νέγρης
Το sold out των Satyricon στο "Floyd" δεν ήταν νορβηγικός κεραυνός εν αιθρία. Ήδη από τις μεγάλες φεστιβαλικές ημέρες του καλοκαιριού, άλλωστε, ο ερχομός τους συζητιόταν ζωηρά σε φιλο-χέβι μέταλ πηγαδάκια και η διάθεση των εισιτηρίων έδειχνε να έχει καλή ροή, παρότι το μυαλό των περισσοτέρων βρισκόταν στις άδειες και στις διακοπές, όχι στον Σεπτέμβρη. Εδώ που τα λέμε, βέβαια, οι Νορβηγοί δεν είναι και περίπτωση που βλέπεις συχνά στην Ελλάδα: η φετινή συναυλία ήταν μόλις η τέταρτη που δίνουν στην Αθήνα σε μια πορεία που έχει ξεπεράσει, πια, τα 35 χρόνια δράσης.
Ο χρόνος, επίσης, δείχνει να έχει δουλέψει θεραπευτικά, κατασιγάζοντας τα παλιά πάθη και τους οπαδικούς διχασμούς που συνόδευσαν την παγοθραυστική κυκλοφορία του Rebel Extravaganza (1999). Σιγά-σιγά, δηλαδή, το αποδέχθηκαν (σχεδόν) όλοι, ότι η διαδρομή του Satyr και του Frost στο black metal θα είχε περισσότερη περιπέτεια από τα συνηθισμένα. Χαρακτηριστική, μάλιστα, ήταν η ελπίδα που εκφράστηκε στα εγχώρια μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ότι θα γινόταν η έκπληξη και θα τους συντρόφευε ο συμπατριώτης Sivert Høyem στη σκηνή (μιας και βρισκόταν στην Αθήνα για δική του εμφάνιση), σε μια εκτέλεση στο "Phoenix" ειδικά για μας. Εν τέλει δεν συνέβη, τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν τόσο απλά. Όμως λέει πολλά η προσδοκία (μέρους, έστω) του κοινού ότι, αν είναι να γίνει, τότε το περιμένεις από μια μπάντα σαν τους Satyricon.

Στο "Floyd", τώρα, δεν υπήρχε support, οπότε με το που άλλαξαν οι φωτισμοί και βγήκαν οι πρωταγωνιστές της βραδιάς, η βουή της λαοθάλασσας έπαψε απότομα και το μόνο που αντηχούσε για λίγο ήταν η επωδός "Satyricon-Satyricon", η οποία θα επέστρεφε κι αργότερα, σε διάφορα σημεία της συναυλίας. Όσο για την ίδια τη μπάντα, παρατάχθηκε σε δύο επίπεδα, τα οποία ενώνονταν με τρία σκαλοπάτια. Πάνω, στα δεξιά όπως κοιτούσαμε, βρίσκονταν τα ντραμς του Frost, ενώ στ' αριστερά είχαν τοποθετηθεί τα πλήκτρα. Στο κάτω μέρος, πάλι, ο Satyr είχε λάβει θέση στο κέντρο της σκηνής, περιστοιχιζόμενος από δύο κιθάρες κι ένα μπάσο. Πίσω τους, δε, ως φόντο, βρισκόταν μια μεγεθυμένη λεπτομέρεια από την Κόλαση του Ιερώνυμου Μπος, επικεντρωμένη στον (λεγόμενο) Άνθρωπο-Δέντρο.
Το ξεκίνημα της συναυλίας ήταν πραγματικά μεγαλειώδες. Οι Νορβηγοί μπήκαν φορτσάτα με τα "Midnight Serpent" και "Our World, It Rumbles Tonight", ενώ ο ήχος του "Floyd" ήταν ακριβώς αυτός που έπρεπε ώστε να αποσαφηνιστούν δύο θεμελιώδη πράγματα: ότι θα απολαμβάναμε τις εκπληκτικές επιδόσεις του Frost και ότι ο Satyr βρισκόταν σε τρομερή φόρμα ως προς τη χροιά και τους γενικότερους ερμηνευτικούς του τρόπους. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι κέρδισαν το στοίχημα της αθηναϊκής τους επιστροφής ήδη από το τέταρτο κομμάτι του set, αφού το "Black Crow On A Tombstone" ξεδίπλωσε όλη την πώρωση που διέτρεχε το κοινό, πριν δώσει σκυτάλη πρώτα στη διαβολική σκοτεινιά που διέπει τη νυχτοκαταβασιά του "To Your Brethren In The Dark" κι έπειτα στο "Black Wings And Withering Gloom", όπου ο Frost μας κέρασε μια γερή δόση από τα φρενιασμένα του ντραμς.

Οι εκρήξεις του κόσμου, εντωμεταξύ, γίνονταν όλο και πιο φλογερές όσο μας μιλούσε ο Satyr. Ο οποίος σε κάποιο σημείο αποκάλυψε ότι δεν έπαψε ποτέ να διερωτάται για το πώς μπόρεσε να συνδεθεί τόσο στενά η black metal σχολή μιας χώρας του βορρά μ' έναν νότιο τόπο σαν τον δικό μας, αποδίδοντάς το σε κοινές "ζωτικές δυνάμεις", οι οποίες μάλλον διατρέχουν την ιστορία των λαών μας. Δεν ήταν και το πιο φιλοσοφημένο απόσταγμα, πάντως το πλήθος χειροκρότησε. Τα παλαμάκια, ωστόσο, ήχησαν πιο ενθουσιώδη όταν μίλησε για την τρέλα που είχε στα νιάτα του για τους δικούς μας Necromantia, αλλά και για τον θρυλικό Euronymous, ο οποίος του είπε κάποτε ότι δεν αρκούσε να βγάζει καλούς δίσκους· έπρεπε πάντα ν' αναζητά εκείνο το κάτι το ξεχωριστό.
Το λογύδριο αυτό ταίριαξε υπέροχα στη βουτιά στον χρόνο που ακολούθησε, αφού οι Satyricon ανέσυραν το "Walk The Path Of Sorrow" από το ντεμπούτο Dark Medieval Times (1993), επιφυλάσσοντάς του μια εκπληκτική εκτέλεση, η οποία έκανε τα κεφάλια μας να πηγαίνουν πάνω-κάτω. Στη διάρκειά της, μάλιστα, είδαμε τον Satyr ν' αρπάζει τη μεταλλοκιθάρα του και ν' ανεβαίνει στο πάνω επίπεδο της σκηνής, παίζοντας για λίγο στο πλευρό του Frost.

Εκεί κοντά, βέβαια, ελλόχευαν και οι "άλλοι" Satyricon, οι πιο ριζοσπαστικοί, οι οποίοι επί τόσες δεκαετίες αρνήθηκαν συνειδητά να βολευτούν στα μαυρομεταλλικά καλούπια της σκηνής τους. Κάπως έτσι, το "Filthgrinder" επανέφερε στο προσκήνιο όσα κοσμογονικά εκτυλίχθηκαν τον καιρό του (προαναφερθέντος) Rebel Extravaganza, ενώ όταν έφτασε η ώρα για το κολασμένο "Now, Diabolical" θυμηθήκαμε γιατί πολλοί μίλησαν κάποτε για έναν ολόδικό τους black 'n' roll ήχο: έως ότου μας το αποδείξουν, άλλωστε, ούτε που φανταζόμασταν ότι το νορβηγικό black γινόταν να συνυπάρξει με τέτοιους ρυθμούς, ανερυθρίαστα γκρουβαριστούς.
Ο πανζουρλισμός αυτός βάστηξε και για το "The Pentagram Blues". Φάνηκε κατόπιν να χάνει λίγη από την αψάδα του στο μακρόσυρτο "To The Mountains", μα επανήλθε δριμύτερος στο "Mother North". Όπου νομίζω ότι μπάντα και κοινό τα έδωσαν όλα, επιτρέποντας έπειτα στο "K.I.N.G." να στεφανώσει, μα και να τερματίσει τη βραδιά. Δεν χρειαζόταν ούτε encore, ούτε τίποτα άλλο, αφού είχαμε βιώσει την πλήρη Satyricon εμπειρία σε όλο της το μεγαλείο.
