© Χάρης Ακριβιάδης
Δύο εκδηλώσεις διεθνούς εμβέλειας φιλοξένησε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών κατά τον τελευταίο μήνα της καλλιτεχνικής περιόδου, που μόλις ολοκληρώθηκε.
Στις 9/5, η "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" κατακλύσθηκε κυριολεκτικά από φιλόμουσους για τη μοναδική συναυλία της περίφημης ορχήστρας "Φιλαρμόνια" του Λονδίνου με έργα κεντροευρωπαϊκού ρομαντισμού, που διηύθυνε ο Λεωνίδας Καβάκος.
Είναι γνωστή η αγάπη του 59χρονου βιολιστή για τη διεύθυνση ορχήστρας, την οποία καλλιεργεί εδώ και πολλά χρόνια παράλληλα με τη διαπρεπή σολιστική του καριέρα, τιθέμενος κατά καιρούς επικεφαλής -ως προσκεκλημένος αρχιμουσικός- μερικών από τις σημαντικότερες ορχήστρες παγκοσμίως. Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι από το 2027 και για μία τριετία θα είναι κύριος προσκεκλημένος αρχιμουσικός της -στενά συνδεδεμένης παλαιότερα, υπό την επωνυμία Συμφωνική της Μιννεάπολης, με τον Δημήτρη Μητρόπουλο- Ορχήστρας της Μιννεσότα.
Παρά τις όποιες επιφυλάξεις έχουν διατυπωθεί κατά το παρελθόν για τις επιδόσεις του στη διεύθυνση ορχήστρας, η πρόσφατη αθηναϊκή εμφάνισή του υπήρξε ένας ανεπιφύλακτος θρίαμβος – και αυτό δεν είχε να κάνει μόνο με την άριστη φόρμα της ορχήστρας που ίδρυσε ο διάσημος παραγωγός Ουώλτερ Λεγκ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία εντυπωσίασε πολύ περισσότερο απ’ότι η εκλεκτή ομόλογός της Φιλαρμονική του Λονδίνου στον ίδιο χώρο (7/3, συναυλία υπό τον Π. Γαίρβι https://www.athinorama.gr/music/3069163/spoudaioi-solist-kantoro-xantelix-xakousta-sunola-filarmoniki-londinou-festibalika-egxorda-loukernis-enas-akmaios-arximousikos-p-gairbi-sto-megaro/ ).
Η βραδιά άνοιξε με την πανέμορφη -αναθεωρημένη- εισαγωγή στη σπανιότατα παιζόμενη όπερα του Ντβόρζακ "Βάντα". Εκμεταλλευόμενος ένα εξαιρετικό σύνολο με μαλακά και σβέλτα έγχορδα, πολύ καλλιεπή ξύλινα (ωραία σόλι όμποε, κλαρινέτου, φλάουτου) και ιδιωματικά χάλκινα (τρομπέτες) και φροντίζοντας ιδιαίτερα τις δυναμικές, ο Καβάκος δεν πρόβαλε μόνο θαυμάσια την αστείρευτη μελωδική έμπνευση και το λυρισμό της γραφής του Βοημού συνθέτη αλλά τόνισε με μεγάλη ευφράδεια αφήγησης και τα έντονα δραματικά στοιχεία ενός έργου με πατριωτικό περιεχόμενο και τραγική κατάληξη.
Ακόμη πιο καθηλωτική υπήρξε η εκτέλεση του κύριου έργου, της επιβλητικής 1ης Συμφωνίας του Μπραμς, που σπάνια έχει ηχήσει με τέτοια μεγαλοπρέπεια στη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου, ακόμη και υπό την καθοδήγηση κορυφαίων αρχιμουσικών!
Η διεύθυνση υπήρξε υποδειγματική από πλευράς -πεντακάθαρης και σε βάθος λεπτομέρειας- προβολής της αριστουργηματικής δομής και αφηγηματικής ευφράδειας (τι εύροα τέμπι), διασφαλίζοντας μιαν ερμηνεία αριστοκρατική, με τη δέουσα βαρύτητα αλλά και εκφραστικότητα στη -γλαφυρή- ανάδειξη των εναλλαγών διαθέσεων, που ενίοτε έστεφαν θριαμβικές κορυφώσεις. Όλα αυτά, βέβαια, δικαιώθηκαν από μία υπερθετική "Φιλαρμόνια", αποτελούμενη από υποομάδες αξιοζήλευτης ομοιογένειας, συντονισμού, κυρίως όμως αυτοπεποίθησης. Στην επιτυχημένη -μελωδικά και ρυθμικά- έκθεση των εμπνευσμένων διαδοχικών θεμάτων συνέβαλαν καθοριστικά τα ευέλικτα αλλά με καλλιεργημένο, "κεντροευρωπαϊκών" ποιοτήτων ήχο έγχορδα, τα έξοχα ξύλινα (ποιητικά σόλι όμποε στο andante sostenuto και κλαρινέτου στο ανάλαφρο allegretto) τα σταθερά καλλιεπή χάλκινα (κόρνα στο τρίτο μέρος και στο φινάλε, τρομπέτες) αλλά και τα δραματουργικά σταθερά κομβικά τύμπανα. Την απόλαυση επέτεινε η απόλυτη προσήλωση και ησυχία ενός συγκεντρωμένου κοινού!

Η τεράστια εμπειρία του Καβάκου ως σολίστ αξιοποιήθηκε και στη φροντισμένη, λεπταίσθητων δυναμικών ορχηστρική συνοδεία που εξασφάλισε στο "Κοντσέρτο για βιολοντσέλο" του Σούμαν, που προσφέρθηκε εμβόλιμα με σολίστ τον ανερχόμενο ιρανικής καταγωγής Αυστριακό σολίστ Κίαν Σόλτανι. Αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για την ποιότητα διαλόγου με τον 34χρονο τσελίστα, λόγω της αδυναμίας του τελευταίου να διαφοροποιήσει εντελέστερα τις ταχύτητες ιδίως στα δύο πρώτα αργά μέρη του έργου (που παίζεται χωρίς διακοπή), με αποτέλεσμα το σαφώς καλλιεπές και ευγενές παίξιμό του να ηχεί ενίοτε υποτονικό.
Τούτο το κοντσέρτο, ένα από τα πιο ιδιαίτερα/πρωτότυπα της εργογραφίας για βιολοντσέλο και ορχήστρα, φωτίσθηκε, πάντως, με επάρκεια από τη μουσικότητα και το λυρισμό της προσέγγισης, το legato της φραστικής και την πλαστικότητα έκθεσης των μελωδικών θεμάτων, ενώ με δεξιοτεχνική ασφάλεια και κυρίως εκφραστικότητα παίχθηκε η καντέντσα του καταληκτικού "sehr lebhaft".
Ανταποκρινόμενος στο θερμότατο χειροκρότημα του κοινού, ο Σόλτανι χάρισε εκτός προγράμματος μίαν ακόμη εκφραστικότερη ερμηνεία του δημώδους περσικού τραγουδιού "Το Κορίτσι από το Σιράζ", στην εκδοχή για σόλο τσέλο και κοντίνουο (από τα βιολοντσέλα της ορχήστρας) του Ιρανού συνθέτη Ρεζά Βάλι. Μία στιγμή που ευχαρίστησε περισσότερο από το ορχηστρικό ανκόρ που προσέφεραν Καβάκος και "Φιλαρμόνια", έναν καλά παιγμένο μεν (για μία μόλις πρόβα!), αλλά χωρίς τις δέουσες γωνίες/αιχμές "Ηπειρώτικο Χορό" του Σκαλκώτα.

15 μέρες νωρίτερα (23/4) ένα άλλο σημαίνον γεγονός, το ρεσιτάλ του αμερικανικού κουαρτέτου εγχόρδων "Τζούλλιαρντ" έλαβε χώρα στη μικρή πλην ασφυκτικά γεμάτη "Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος".
Βέβαια, επρόκειτο ουσιαστικά για μια γνωριμία με την καινούργια σύνθεση του ιστορικού κουαρτέτου, που προφανώς δεν είχε καμία σχέση με αυτήν, ιδρυτική του μακρινού 1946, πριν 80 ακριβώς χρόνια! Όπως συνέβαινε πάντα, και τα νέα μέλη του κουαρτέτου διδάσκουν στα τμήματα εγχόρδων και μουσικής δωματίου της περίφημης σχολής "Τζούλλιαρντ". Το παλιότερο μέλος της τωρινής σύνθεσης -και πρώτη γυναίκα στην ιστορία του κουαρτέτου!- είναι η Αμερικανίδα τσελίστα Άστριντ Σβέεν, ενώ από το 2018 εξάρχουσα είναι η γνωστή Θεσσαλονικιά βιολίστρια Αρετή Ζούλα (μαθήτρια του περίφημου Ιτζάκ Πέρλμαν). Αυτές πλαισιώνουν ο Γερμανοαμερικανός βιολιστής Λέοναρντ Φου και η Αμερικανίδα βιολίστα Μόλλυ Καρ.
Το πρόγραμμα ουσιαστικά αναπαρήγαγε αυτό μιας επερχόμενης δισκογραφικής κυκλοφορίας στο πλαίσιο του προγράμματος με τίτλο "Γράμματα στον Λούντβιχ" ("Letters to Ludwig") της Deutsche Grammophon, ενός πολυετούς εγχειρήματος που προσκαλεί σύγχρονους συνθέτες να αναμετρηθούν/διαλεχθούν με τα ύστερα κουαρτέτα του Μπετόβεν (εν προκειμένω, το 15ο που ακούσθηκε στο δεύτερο μισό της βραδιάς).
Η μόνη διαφορετική πινελιά υπήρξε η ερμηνεία στην αρχή του προγράμματος του 1ου Κουαρτέτου εγχόρδων του Σκαλκώτα, ενός σύντομου έργου ατονικής μουσικής, που γράφτηκε στο Βερολίνο στα πρώτα χρόνια μαθητείας του συνθέτη πλάι στον Σαίνμπεργκ. Υπό την καθοδήγηση του αριστοτεχνικής ορθοτονίας βιολιού της Ζούλα, οι τέσσερις μουσικοί χάρισαν μία από τις πληρέστερες εκτελέσεις του συγκεκριμένου κουαρτέτου, που έχουμε ακούσει ποτέ σε αίθουσα συναυλιών. Αυτή πρόδιδε σαφώς την κατανόηση του αφαιρετικού/εγκεφαλικού ύφους της δωδεκαφθογγικής μουσικής, αποκωδικοποίησε άρτια με ευφάνταστες διακυμάνσεις δυναμικής τη γεμάτη εναλλαγές πυκνή δράση, ενώ τόνισε γλαφυρά το λυρισμό αρκετών από τις παραγράφους του.
Το υπόλοιπο μέρος του πρώτου σκέλους του προγράμματος αναλώθηκε στην πρόσφατη (2024) σύνθεση της 39χρονης Αμερικανίδας Μισέλ Μπάρτζελ Ρος "Πουλιά στο φεγγάρι", που κινείται στον απόηχο του 15ου κουαρτέτου του Μπετόβεν και χαρακτηρίζεται από την ίδια ως "ποιητικός λαβύρινθος που διατρέχει εποχές και ηχοχρώματα με τρόπο συνειρμικό και υποσυνείδητο". Το καλογραμμένο έργο ξεκίνησε με ένα μουσικό δάνειο από το "Πρελούδιο σε μι ύφεση μείζονα BWV 852" από τον 1ο τόμο του "Καλώς συγκερασμένου κλειδοκύμβαλου" του Γ.Σ. Μπαχ, και δη τη χαρακτηριστική ανιούσα τέταρτη (κυρίαρχη και σε σημαντικά έργα της ωριμότητας του Μπετόβεν), η οποία χρησιμοποιήθηκε ιδιαιτέρως στο αργό, τέταρτο μέρος του.
Τις εκστατικές/ατμοσφαιρικές -λυρικές και νευρώδεις- ατμόσφαιρες του κουαρτέτου (τα 5 μέρη του οποίου παίζονται χωρίς παύση) υποδήλωνε η συχνά ευφάνταστη οργανική γραφή για τα τέσσερα έγχορδα, που αποδόθηκε με άνεση, εκφραστικότητα και υποδειγματική καθαρότητα τόνου.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με μια πολύ προσεγμένη ερμηνεία του 15ου κουαρτέτου εγχόρδων του Μπετόβεν, ενός από τα -τελευταία- έργα της ωριμότητάς του. Το έργο είναι εξαιρετικά δύσκολο τεχνικά και εκφραστικά, και αποτελεί σπάνιο δείγμα αξιοποίησης του λύδιου τρόπου, ενός από τους αρχαίους τρόπους, που απομακρύνεται διακριτικά από τις συνήθεις αποχρώσεις της μείζονος ή της ελάσσονος τονικότητας. Παρότι στο επίκεντρο του βρίσκεται το εκπληκτικής ομορφιάς αργό μέρος, ένα adagioα που φέρει την πρωτότυπη προμετωπίδα "Ιερός ευχαριστήριος ύμνος στη θεότητα από έναν αναρρώνοντα", η μεταφυσική διάσταση πνευματικότητας της γραφής εντάσσεται δραματουργικά σε μια μακρά πορεία με έντονες μεταπτώσεις διαθέσεων, που αντανακλά τον θρίαμβο της ζωής πάνω σε αυτόν της ασθένειας και του θανάτου. Μακράν έντονων δραματικών χειρονομιών, η ερμηνεία των "Τζούλλιαρντ" διακρίθηκε για το λυρισμό, το ευγενές συναίσθημα και το σφρίγος της. Κομβική στάθηκε εν προκειμένω η από κάθε άποψη εκπληκτική ανάλυση της πυκνής δομής του μεγαλειώδους έργου, ο βαθύτατα καλλιεργημένος ήχος και ο άρτιος συντονισμός των 4 μουσικών, η πλαστικότητα φραστικής αλλά και διακυμάνσεων ταχυτήτων/δυναμικής, κυρίως όμως η συνοχή και το κοινό, "γήινο" εκφραστικό στίγμα της ερμηνείας.
Εκτός προγράμματος προσφέρθηκε ένα σβέλτο "presto" από το 13ο Κουαρτέτο του Μπετόβεν.
Χωρίς να μπορούν ή να πρέπει να συγκριθούν με τους σπουδαίους προκατόχους τους (που, σημειωτέον, υπέγραψαν τη διετία 1982-1983 μία από τις πληρέστερες μέχρι σήμερα ηχογραφήσεις του πλήρους κύκλου των 17 Κουαρτέτων εγχόρδων του Μπετόβεν), τα νέα μέλη του "Τζούλλιαρντ" έδειξαν ότι η μουσική δωματίου έχει μέλλον, όταν υπηρετείται από (δεξιο)τεχνικά άριστους και ευφυείς μουσικούς.

