Ήταν ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα αυτό που αγκάλιαζε τη νότια πλευρά της αρχαίας Αγοράς χτες, 10 Ιουνίου, ένα ζεστό σούρουπο που για μένα είχε προορισμό το Ηρώδειο. Από το κατάμεστο από τουρίστες κέντρο της Αθήνας επρόκειτο να μεταφερθώ οσονούπω στην "Αμερική του Μάνου Χ” –Χατζιδάκι δηλαδή–, όπως τιτλοφορούνταν η συναυλία που θα έδινε στο ρωμαϊκό ωδείο η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών σε διεύθυνση Λουκά Καρυτινού. Πολύ σύντομα περίμενα να ξεκινήσει το πρώτο μέρος αυτού του αφιερώματος του Φεστιβάλ Αθηνών, το οποίο αποχαιρετά με ποικίλες δράσεις το ρωμαϊκό ωδείο, που θα κλείσει ώστε να γίνουν διάφορες βελτιωτικές εργασίες.

Η συναυλία ήταν sold out και δεν έπεφτε πράγματι καρφίτσα. Πολύς κόσμος, από παιδιά μέχρι ηλικιωμένους, Έλληνες όσο και τουρίστες, είχε συρρεύσει για να ακούσει δύο σημαντικά έργα του συνθέτη. Από τη μία, το πρόγραμμα περιέλαμβανε το soundtrack του Χατζιδάκι για το γουέστερν του Καναδού Silvio Narizzano "Blue” ("Βρώμικα παλικάρια" στα ελληνικά). Πρόκειται για μια ταινία του 1968, από την περίοδο που ο Χατζιδάκις διέμενε στις ΗΠΑ, η οποία δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, μας άφησε όμως ένα υπέροχο μουσικό σκορ. Δεν θα ήταν υπερβολή όμως να πούμε ότι το δεύτερο μέρος της συναυλίας ήταν αυτό που συγκέντρωσε αυτή τη λαοθάλασσα: το "Χαμόγελο της Τζοκόντα”.
Γραμμένο το 1965, αυτό το ορχηστρικό έργο συγκαταλέγεται στα κορυφαία αλλά και ταυτόχρονα πλέον αναγνωρίσιμα της σύγχρονης ελληνικής μουσικής. Ένα δύσκολο κατόρθωμα μιας και μιλάμε για ένα είδος το οποίο δεν διεισδύει εύκολα στο ευρύ κοινό. Κι όμως, άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο, οι μελωδίες του κάτι θυμίζουν στον καθένα: από την "Παρθένα της γειτονιάς μου”, έναν σκοπό που τον ξεκίνησε ως "Μες σ’ αυτή τη βάρκα”, μέχρι τη "Βραδινή επιστροφή”, που έγινε sample σε κομμάτι από το γνωστό hip-hop συγκρότημα Bong Da City.

Ποια ήταν η Τζοκόντα; Μια γυναίκα που είδε φευγαλέα ο Χατζιδάκις στη Νέα Υόρκη, η οποία ξεχώρισε για τη μοναξιά της μέσα σε στο πλήθος μιας παρέλασης. Μου αρέσει να φαντάζομαι τα κομμάτια του δίσκου ως μια βόλτα της γυναίκας αυτής, που ενώθηκε στη φαντασία του συνθέτη με μια εικόνα του πίνακα του Ντα Βίντσι (που τον είδε επίσης τυχαία λίγο μετά) και έλαβε κάτι σαν όνομα.
Είναι πραγματικά φοβερό να ακούς κλασική μουσική από κοντά. Όχι, δεν έχω κλασική μουσική παιδεία ούτε έχω κάνει στέκι το Μέγαρο ή τη Λυρική. Απλά, πώς να το κάνουμε, το να νιώθεις τον παλμό των οργάνων απευθείας στα αφτιά σου (και όχι από κάποιο ηλεκτρονικό σήμα), το να λιγώνεσαι από τον ηχητικό πλούτο που προσφέρει ο συνδυασμός τους, είναι κάτι μαγικό προτού γίνει σύμβολο στάτους. Πόσο μάλλον, όταν ακούς αυτή τη συγκλονιστική έναρξη από το "Όταν έρχονται τα σύννεφα” ή το παιχνίδι κάθε οργάνου με το βασικό θέμα του "Κοντσέρτου” ή τα μελαγχολικά πνευστά του "Χορού με τη σκιά μου”. Το "Χαμόγελο της Τζοκόντα” έχει αυτή τη μελαγχολία, αυτή την ευαισθησία, και ξεχωρίζει για τον τρόπο που κάνει το τσέμπαλο να αφήνει τη μπαρόκ του παρακαταθήκη και να γίνεται γεμάτο συναίσθημα ή το μαντολίνο να οδηγείται σε κάτι που μου έμοιαζε με εκδοχή του λαϊκού ακούσματος ενός μπουζουκιού.

Η ορχήστρα ερμήνευσε, φυσικά, εξαιρετικά, και το "Blue”, που μας μετέφερε τον συναισθηματικό κόσμο μιας ταινίας δράσης: σασπένς, καταδίωξη, αδιέξοδα, έρωτας. Ειδική μνεία εδώ πρέπει να γίνει και στον σολίστ της κιθάρας Γιώργο Τοσικιάν για την ερμηνεία του. Όπως μαρτυρούσαν τα θερμά χειροκτοτήματα πριν από κάθε κομμάτι του έργου αλλά και το ότι ο Καρυτινός επέστρεψε τουλάχιστον 4 φορές για μπιζάρισμα (με την τελευταία να κλείνει με νόημα το βιβλίο της παρτιτούρας για να μην περιμένουμε άλλο), το "Χαμόγελο της Τζοκόντα” αναπόφευκτα έκλεψε τις καρδιές του κοινού.
Στο τέλος, περιμένοντας να αδειάσουν σιγά-σιγά οι σειρές, το μυαλό μου γύρισε πάλι στην Αγορά. Δεν έχουμε καμιά οπτική ή ηχητική καταγραφή που να αποτύπωσε ένα αληθινό στιγμιότυπο από όσα συνέβαιναν εκεί, μια φωτογραφία ή ένα βίντεο. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για το Ηρώδειο, αλλά και όλη τη ζωή του αρχαίου κόσμου. Κι όμως, αυτή η βοή του συγκεντρωμένου ανθρώπινου πλήθους, ανυπόμονου να ξεκινήσει το θέαμα, δεν μπορεί· θα είναι ίδια.
