Διεθνής Μέρα Τζαζ 2024 © Carol Fox & Associates Public Relations
Αν και παράδοξη, η μεγάλη εικόνα των επίκαιρων τζαζ πραγμάτων μένει συνήθως έξω από τις σοβαρές συζητήσεις των ακολούθων τους, αλλά και από τις διεθνείς αναλύσεις των ειδικών εντύπων και sites. Σαν να έχει επικρατήσει μια σιωπηλή συμφωνία, ότι "αυτό δεν το κουβεντιάζουμε".
Ως έναν βαθμό, βέβαια, κάτι τέτοιο οφείλεται στο ότι δεν έχει χαθεί η αίσθηση της ασφάλειας. Στη λίγο-πολύ αποκλειστική ζώνη όπου έχει ανασυνταχθεί, δηλαδή, η τζαζ εξακολουθεί ν' ανθεί και στον 21ο αιώνα χάρη σε μια νέα γενιά καλών μουσικών πρόθυμη να δει τι περαιτέρω δύναται να εξερευνηθεί στα ηχητικά της "σύνορα". Πράγμα που, με τη σειρά του, την τροφοδοτεί (και) μ' ένα νεότερο κοινό, το οποίο κρατάει τα πράγματα ζωντανά. Από την άλλη, όλα τούτα δείχνουν πια να συμβαίνουν σε νησίδες διανόησης ανά την υφήλιο, έχοντας χάσει επαφή με το λαϊκό (ή και το όχι-τόσο-λαϊκό) γούστο, με τα πλήθη, με ό,τι θα έπρεπε τέλος πάντων να αντιλαμβανόμαστε ως "ποπ κουλτούρα", εάν ο όρος δεν είχε κουρελιαστεί από δημοσιογραφούντες πρόθυμους να παρουσιάσουν τις μικροκοινότητές τους ως κάτι μεγαλύτερο και σημαντικότερο από ό,τι όντως είναι.

Ωστόσο, με αφορμή την International Jazz Day 2026 μπορούμε ν' αφήσουμε για λίγο στην άκρη τις συζητήσεις αυτές και να γιορτάσουμε την τζαζ στη βάση του μεγάλου παρελθόντος που όλοι συμφωνούμε ότι έχει. Το οποίο, αν μη τι άλλο, παραμένει ωκεανός γεμάτος πλούτη προς αναζήτηση, ειδικά για όσους επιθυμούν να τριφτούν με την εν λόγω μουσική πέρα από την αφρόκρεμα των πιο συζητημένων δίσκων.
Φέτος, μάλιστα, δίνεται μία πρώτης τάξης αφορμή για τέτοιες σκέψεις, χάρη σε τρεις καινούριες εκδόσεις από την Elemental Music, οι οποίες φέρνουν στο φως άγνωστες (ως επί το πλείστον) ηχογραφήσεις από σημαίνοντα ονόματα, υπό την εποπτεία του διακεκριμένου αρχειοδίφη και παραγωγού Zev Feldman. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για το άλμπουμ "At The BBC", που συλλαμβάνει τον Bill Evans και το τρίο του στη βρετανική τηλεόραση (1965), για το "Fragments, The Complete 1969 Salle Pleyel Concerts", το οποίο αφιερώνεται σε δύο άγνωστα συναυλιακά στιγμιότυπα του Cecil Taylor και των Unit του και, τέλος, για το "Kuumbwa": ένα deluxe διπλό βινύλιο 180 γραμμαρίων (αλλά και διπλό CD), όπου καταγράφεται μια συναυλία του Michel Petrucciani.
Ο Michel Petrucciani στην Αμερική (1987)
Το υλικό που απαρτίζει το Kuumbwa προέρχεται από μια συναυλία που δόθηκε στις 11 Μαΐου του 1987 στο "Kuumbwa Jazz Center" της Σάντα Κρουζ (Καλιφόρνια) και ανακαλύφθηκε από τον ακαταπόνητο Zev Feldman στα αρχεία του ιδρυτή του χώρου, Tim Jackson. Ωστόσο δεν είναι "άλλη μία" αρχειακή καταγραφή ντυμένη με ωραιοποιήσεις: υπάρχει ξεχωριστό βάρος, αφενός λόγω εποχής, αφετέρου λόγω ονομάτων.

Εδώ, δηλαδή, βρίσκουμε τον Γάλλο πιανίστα στο ζενίθ του, να έχει αφήσει πίσω την Ευρώπη και να έχει εγκατασταθεί στην Αμερική, υπογράφοντας σε μια εταιρία με το ιστορικό και αισθητικό βάρος της Blue Note. Επίσης, τον βρίσκουμε να παίζει παρέα με τον Dave Holland (κοντραμπάσο) και τον Eliot Zigmund (ντραμς), σύνθεση βραχύβια, η οποία έμεινε μαζί μόνο για μία περιοδεία. Μάλιστα, η έκδοση φιλοξενεί κι ένα κατατοπιστικό κείμενο του πιανίστα Enrico Pieranunzi γύρω από τις στιλιστικές μεταμορφώσεις του Michel Petrucciani μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής.
Η βραδιά ισορρόπησε ανάμεσα σε jazz standards και πρωτότυπες συνθέσεις και διακρίνεται για την ποιότητα της "συνομιλίας" των τριών συνεργατών, με τον Petrucciani να αναδεικνύεται σε γενναιόδωρο πρωταγωνιστή, που αφήνει χρόνο και χώρο στους συνοδοιπόρους –ειδικά στον γνώριμό μας εδώ στην Ελλάδα Holland, ο οποίος λάμπει στο "Autumn Leaves" ως μελωδικά ισότιμος στο επίπεδο της ενορχήστρωσης. Αναπόφευκτα, βέβαια, είναι τον Γάλλο πιανίστα που θαυμάζεις, αφού η εξωστρεφής ορμή των ρυθμών και η λυρικότητά του συχνά υπερβαίνουν τις σωματικές δυνάμεις ενός ανθρώπου ταλαιπωρημένου από ατελή οστεογένεση, που δεν έμελλε να ζήσει πέρα από τα 36 του χρόνια. "Ο πατέρας μου ήταν μια δύναμη της φύσης", θυμάται χαρακτηριστικά και ο γιος του Alexandre Petrucciani, ο οποίος μιλάει στο συνοδευτικό της έκδοσης βιβλιαράκι.

Έτσι, το θερμό χειροκρότημα του κοινού φαντάζει δίκαιο, ειδικά σε στιγμιότυπα σαν το προαναφερθέν "Autumn Leaves", το "Nardis" ή το "Stella By Starlight". Από την άλλη, θα πρέπει ν' αντισταθούμε στην ενοχλητική τάση του τζαζ Τύπου να τα βρίσκει όλα ωραία και καλά και να παραδεχτούμε ότι τα όσα ακούμε στο Kuumbwa δεν είναι απαλλαγμένα από τη στιλιστική φλυαρία ή από ένα αισθητικό "χρέος" στον Bill Evans, που μερικές φορές φαντάζει βαρύ. Τι να κάνουμε, η σκληρή αλήθεια είναι ότι ο Petrucciani, παρά το ταλέντο του, την ενέργειά του και την αληθώς αξιοθαύμαστη υπέρβαση των σωματικών του ζητημάτων, δεν ήταν πιανίστας με τα βάθη και την τόλμη του Evans ή άλλων πρωτοκλασάτων ονομάτων.
Οι Cecil Taylor Unit στο ανήσυχο Παρίσι του 1969
Κι εδώ υπάρχει ειδικό αρχειακό βάρος, αφού ερχόμαστε σε επαφή με μια εκδοχή των Unit που δεν κράτησε πολύ, όμως άφησε αποτύπωμα, αφού η έλευση του Sam Rivers "ταρακούνησε" το σχήμα με λίαν δημιουργικούς τρόπους.
Ο Αμερικανός (τενόρο) σαξοφωνίστας και φλαουτίστας –ο οποίος δεν πρέπει να σχετίζεται με τον πρόσφατα θανόντα μπασίστα και συνιδρυτή των Limp Bizkit– αντικατέστησε τον Alan Silva τον Ιανουάριο του 1969 και βρέθηκε σε μια σπάνια δημιουργική συναστρία: παλεύοντας να βρει θέση ανάμεσα στο πιάνο του Cecil Taylor και στο (άλτο) σαξόφωνο του Jimmy Lyons, ανέβασε επίπεδο την προσωπική του αρτιπαιξία και, συνάμα, "προκάλεσε" καλλιτεχνικά τους Unit με διαφοροποιημένες δομές αυτοσχεδιασμού και μ' ένα ηχητικό "λεξιλόγιο" λιγότερο σφιχτό, συγκριτικά με την περίοδο του Silva. Οι ποιότητες αυτές αστράφτουν στις δύο συναυλίες (μία απογευματινή, μία βραδινή) του Νοεμβρίου 1969 στη "Salle Pleyel" ενός Παρισιού που ακόμα τελούσε υπό αναβρασμό μετά τα γεγονότα του Μάη '68, λίγους μήνες πριν την αποχώρηση του Rivers από τους Unit.

Την κρίσιμη δουλειά της ανακάλυψης έκανε και πάλι ο Zev Feldman, ο οποίος επιμελείται και το συνοδευτικό βιβλιαράκι, που έρχεται γεμάτο με καταπληκτικές φωτογραφίες εποχής, με καλογραμμένα, κατατοπιστικά κείμενα για τον Taylor και με αποσπάσματα σχετικών συνεντεύξεων που διεξήγαγε ο ίδιος ο Feldman. Με δεδομένο, π.χ., ότι οι δύο γαλλικές βραδιές στηρίχτηκαν σε μια αρκετά εικονοκλαστική συνομιλία με την παρακαταθήκη του Duke Ellington –ο οποίος υπήρξε πυλώνας της τζαζ στη δημιουργική φαντασία του Cecil Taylor– αξίζει να διαβάσετε το "Cecil & Duke (& Miles)" του Paul Freeman, που θα βοηθήσει να χαρτογραφήσετε πλήρως τη διαδρομή προς τις εν λόγω ηχογραφήσεις.
Στο υλικό προώθησης που κάποιοι αναπαράγουν άκριτα διαβάζουμε οφθαλμοφανείς υπερβολές, τύπου "breathtaking journey" και "biblical importance". Δεν χρειάζονται τέτοια χοντροκομμένα στολίδια για να τονιστεί η περιπετειώδης διάσταση αυτών των ηχογραφήσεων ή η φιλοσοφική τους ενατένιση πάνω στην ουσία της avant-garde, η οποία δεν είναι στείρα, μα στηρίζεται σε ανατροπές που προϋποθέτουν σε βάθος γνώση της έως τότε παράδοσης. Με την οποία, άλλωστε, δεν επέρχεται ρήξη: η όλη προσπάθεια είναι υπέρ μιας νέας σελίδας.

Βέβαια, θα χρειαστεί να ξαναποφύγουμε τους εύκολους επαίνους και να πούμε ευθαρσώς ότι οι δύο καταγεγραμμένες performances δεν είναι ισότιμες. Χωρίς ν' απογοητεύει, η απογευματινή συναυλία μοιάζει περισσότερο με ανασκούμπωμα, οπότε προκύπτει "δεύτερη" σαν ηχητική εμπειρία. Η πραγματικά αχνιστή υπόθεση είναι η βραδινή συναυλία, η οποία ξετυλίγεται γεμάτη παλμό και έκσταση. Με έναν σημαντικό αστερίσκο, όμως: η τζαζ αυτή κινείται σε πιο βαθιά "νερά" από όσο, ίσως, ψάχνει η νεολαία που ψηλαφεί τ' ακούσματα του παρελθόντος. Πολλά απ' όσα την καθορίζουν και τη διατηρούν ελκυστική σχεδόν 60 χρόνια μετά τη δημιουργία της στηρίζονται στον ασχημάτιστο ριζοσπαστισμό, σε μια πνευστή/πιανιστική βία, σε μια τραμπάλα ελευθερίας και πειθαρχίας (ακόμα και ο Rivers χρησιμοποιούσε παρτιτούρα, ως έναν βαθμό). Αναλόγως των ακροαστικών σας εμπειριών, λοιπόν, ίσως ενδείκνυται να κάνετε μερικές άλλες στάσεις, προτού φτάσετε εδώ.
O Bill Evans στο BBC (1965)
Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιπτώσεις εδώ έχουμε κάτι με αμφιλεγόμενο αρχειακό βάρος, παρά το όνομα του Bill Evans στην πρόσοψη. Μπορεί δηλαδή να είναι αλήθεια ότι o θρυλικός Αμερικανός πιανίστας έπαιξε μόλις μία φορά ζωντανά στην τηλεόραση του BBC –τον Μάρτιο του 1965, όταν εμφανίστηκε στην εκπομπή "Jazz 625" για δύο sets, έχοντας στο πλάι του τον Chuck Israels (κοντραμπάσο) και τον Larry Bunker (ντραμς)– όμως πολλοί από τους φίλους της μουσικής του γνωρίζουν ότι η συγκεκριμένη περφόρμανς έχει εκδοθεί σε DVD ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα· και, πλέον, στην εποχή του YouTube δεν βρίσκεται παρά ένα κλικ πιο μακριά.

Στο κειμενάκι του για το βιβλιαράκι της έκδοσης ο Marc Myers δεν αποφεύγει το κρίσιμο ερώτημα "γιατί, λοιπόν, να το έχουμε με σκέτο τον ήχο, όταν μπορούμε να το αποκτήσουμε με εικόνα;", εντούτοις προσφέρει μια αδύναμη υπερασπιστική γραμμή, εστιάζοντας στο remastering και στο ότι, απουσία εικόνας, "αναγκάζεσαι" να δώσεις όλο το βάρος της προσοχής σου στο ατόφιο άκουσμα. Ας είμαστε ρεαλιστές, δεν έχουν έτσι τα πράγματα, τουλάχιστον για όσους παίρνουν την τζαζ τους (και τον Evans) στα σοβαρά. Το πιθανότερο είναι ότι ο Zev Feldman ήθελε πολύ το remastering της ορίτζιναλ ηχογράφησης, οπότε, αφού το προχώρησε, μια έκδοση σε CD και βινύλιο έγινε έπειτα μονόδρομος.
Τώρα, αν μιλήσουμε μόνο για το περιεχόμενο, θα συμφωνήσουμε εύκολα, πιστεύω, τόσο για την ποιότητα της μουσικής, όσο και για το πόσο απολαυστικός είναι ο οικοδεσπότης της βραδιάς –ο Βρετανός τρομπετίστας και κλαρινετίστας Humphrey Lyttelton. Τα λιτά μα ενημερωμένα σχόλιά του, το στυλ της έκφρασής του και τα υπέροχα, στρογγυλά αγγλικά που θα ζήλευε ακόμα κι ο Neil Tennant των Pet Shop Boys δίνουν ένα αποτέλεσμα που χαίρεσαι να το ακούς. Σε κάνει να νιώθεις ότι απολαμβάνεις παλιό, καλό ραδιόφωνο από την άνεση του σαλονιού σου.

Όσον αφορά τη μουσική, το τρίο παρουσιάζει κομμάτια που πλέον είναι γνώριμα σε όσους έχουν επαφή με την παρακαταθήκη του Evans. Δεν λείπει, ας πούμε, το "Waltz For Debby", το οποίο σήμερα το κοιτάμε ως ίσως την πιο διάσημη σύνθεσή του, ούτε κομμάτια σαν το "Israel" ή το "How My Heart Sings", που ηχογραφούνταν εκείνη την εποχή στη Νέα Υόρκη για ν' αποτελέσουν τμήμα του δίσκου Trio '65 (Ιούνιος 1965). Με τη σειρά του, αυτό το πρόγραμμα σημαίνει ότι η μπάντα στηρίζεται σε υλικό το οποίο παίζει στα δάχτυλα, κάτι που όντως "ακούγεται": το επίπεδο της εκτέλεσης αποτυπώνεται ζηλευτό, πέρα από γούστα.
Από την άλλη, θα είναι ψέματα αν πούμε ότι δεν υπάρχει και μια κάποια "οροφή". Εδώ, άλλωστε, το Bill Evans Trio βρίσκεται στη δεύτερή του φάση, δίχως πια τον Paul Motian και τον αδικοχαμένο Scott LaFaro, ο οποίος είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα (1961, μόλις στα 25 του). Τα πράγματα, λοιπόν, παραμένουν εναργή, ενδιαφέροντα και κυμαινόμενα από έναν πήχη ποιότητας και πάνω, μα ταυτόχρονα έπονται των ηχογραφήσεων που εν πολλοίς όρισαν τι εννοούμε όταν μιλάμε για μοντέρνα τζαζ τρίο. Συνεχίζουμε βέβαια ν' ακούμε ωραία μουσική –κι αυτό είναι και το σημαντικότερο, τελικά. Έστω κι αν επιμείνουμε στην προτίμηση της εικόνας, κόντρα στο remastering.
