© Χάρης Ακριβιάδης
Δύο πολύ επιτυχημένες πρώτες φετινές συναυλίες της Καμεράτας υπό τον Γιώργο Πέτρου στο Μέγαρο Μουσικής τον περασμένο Νοέμβρη γέμισαν αισιοδοξία για τη συνέχιση της διακριτής και πολύτιμης παρουσίας τους στα μουσικά μας πράγματα. Σε αμφότερες, που περιελάμβαναν έργα κλασικισμού και πρώιμου ρομαντισμού, η Καμεράτα εμφανίσθηκε με ανανεωμένη σύνθεση, στην οποία έντονη υπήρξε η παρουσία Ισπανών μουσικών αλλά και μετακεκλημένων (Ελλήνων από την ΚΟΑ και αλλοδαπών) σολίστ πνευστών. Καθώς ο Πέτρου διηύθυνε τον Δεκέμβρη τη "Νόρμα" του Μπελλίνι στην Όπερα "Μονναί" των Βρυξελλών, οι επόμενες δύο παραδοσιακές εμφανίσεις του συνόλου στο Μέγαρο κατά την τρέχουσα εορταστική περίοδο (με έργα μπαρόκ και βιεννέζικα βαλς) δόθηκαν υπό άλλους αρχιμουσικούς.
Η συναυλία της 19/11 στην "Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης" του Μεγάρου ξεκίνησε με την 8η Συμφωνία του Σούμπερτ, που -αν δεν σφάλλουμε- δεν είχαμε ξανακούσει από τους Καμεράτα-Πέτρου, οι οποίοι είχαν, πάντως, αναμετρηθεί ξανά με το ρομαντικό σύμπαν του μεγάλου συνθέτη. Η προσέγγιση του Σούμπερτ με όργανα εποχής χρονολογείται διεθνώς ήδη από τη δεκαετία του ‘90 και είναι εξόχως αποκαλυπτική για την ανίχνευση της "αυθεντικής" ερμηνευτικής του σε τεχνικό και εκφραστικό/αισθητικό επίπεδο.
Τούτο, βέβαια, δεν είναι διόλου αυτονόητο για την περίφημη "Ημιτελή" Συμφωνία, που προαναγγέλλει τον ρομαντισμό και την οποία ο συνθέτης δεν πρόλαβε να ακούσει πριν τον τόσο πρόωρο χαμό του. Γραμμένο σε μία πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής του, το έργο αποδίδεται συνήθως κατά τρόπο που να υπερτονίζει το θλιμμένο, μελαγχολικό περιεχόμενο της μουσικής.
Ο Πέτρου προτίμησε, απολύτως εύστοχα, να μην του προσδώσει μεγαλύτερο δραματικό φορτίο απ’όσο το ίδιο περιέχει. Με νηφάλια τέμπι (ορθά το εναρκτήριο andante δεν ήχησε ως adagio!), προσεγμένες δυναμικές και αβίαστη αγωγική ευελιξία στις μεταβάσεις από τις λυρικές παραγράφους στις δραματικές κορυφώσεις εξασφάλισε από το εκτεταμένο κλιμάκιο (42 μέλη) της Καμεράτας ένα παίξιμο που ανέδειξε το γενναιόδωρο μελωδικό πλούτο του έργου και την ευαισθησία της ρομαντικής γραφής. Στην ασυνήθιστα πλούσια ηχητική εικόνα (που παρέπεμπε σε αυτήν ενός δίσκου!) συνέβαλε καθοριστικά ο γεμάτος ήχος των εγχόρδων. Οι ποιητικές παρεμβάσεις των ξύλινων (όπως αυτές του κλαρινέτου του Μουρίκη και του όμποε της Ρέγκελ) τόνισαν εξαίσια τα βασικά θέματα κάθε μέρους, ενώ το μαλακό παίξιμο των χάλκινων (κάπως πιο τραχύ στο β’ μέρος) συνέβαλε στη διατήρηση των αναγκαίων ισορροπιών δυναμικής. Συνολικά, μια πολύ προσεγμένη ερμηνεία που σεβάσθηκε το ύφος και ανέδειξε τη συναισθηματική ευγένεια της τόσο σημαντικής αυτής παρτιτούρας.
Εξίσου άρτια αλλά και διαφωτιστική υπήρξε και η ερμηνεία της 5ης Συμφωνίας του Μπετόβεν, με την οποία ολοκληρώθηκε η βραδιά. Παρότι το έργο δεν κρύβει μυστικά για αρχιμουσικό και ορχήστρα, η προσέγγισή τους δεν φάνηκε πια να εστιάζει πρωτίστως στη διασφάλιση του παλμού και του δραματικού επείγοντος του έργου, που υπογραμμίζουν την αναγκαία σύνδεσή του με τους αισθητικούς στόχους του κινήματος "Θύελλα και ορμή". Σε σχέση με το παρελθόν το μεγαλύτερο αυτή τη φορά ορχηστρικό κλιμάκιο, τα περισσότερο εύροα -και όχι αποκλειστικά σβέλτα- τέμπι, οι εντελέστερες διαβαθμίσεις δυναμικής, η μεγαλύτερη πλαστικότητα φραστικής και προβολή λεπτομερειών της γραφής διασφάλισαν όχι μόνο την εκφραστική αμεσότητα της σύνθεσης αλλά φώτισαν και την κλασική ευγένεια και την πνευματική της διάσταση. Ο υποδειγματικός σεβασμός των αγωγικών ενδείξεων συνδυάσθηκε με σαφή ρευστότητα αφήγησης, την οποία χρωμάτισαν οι καλλιεπείς παρεμβάσεις ξύλινων και χάλκινων πνευστών (με κορυφαία αυτήν του όμποε της Ρέγκελ) αλλά και οι καλά χρονισμένες, χωρίς περιττή δριμύτητα παρεμβάσεις του Δημήτρη Δεσύλλα στα τύμπανα. Μία εκτέλεση, ο απόηχος της οποίας θα ήταν, σίγουρα, ακόμα πιο εντυπωσιακός σε μια αίθουσα μικρότερων διαστάσεων...
Δύο βδομάδες νωρίτερα (2/11), και τρεις μόλις μέρες μετά το θρίαμβό του στο Γουέξφορντ, ο Πέτρου διηύθυνε την Καμεράτα σε ένα πρόγραμμα κοντσέρτων του Μότσαρτ για κάθε λογής όργανα εποχής (έγχορδα, ξύλινα, νυκτά, πληκτροφόρα).
Η επιλογή υπήρξε όλως ευπρόσδεκτη, με δεδομένο αφενός το πόσο σπάνια ακούμε πια έργα του Μότσαρτ -συμφωνιών συμπεριλαμβανομένων!- στις αίθουσες συναυλιών μας, αφετέρου το ότι οι ερμηνείες τους με όργανα εποχής έχουν παγιωθεί διεθνώς αρκετά στις μέρες μας, έστω και με ανάμεικτα αποτελέσματα.
Εν προκειμένω, οι απολύτως αφομοιωμένες από τον αρχιμουσικό και την -25μελή- ορχήστρα κατακτήσεις της ιστορικής ερμηνευτικής (σε σχηματισμό φράσεων, διανθίσεις και ευφάνταστες παραλλαγές των ορχηστρικών μερών) συνδυάσθηκαν με πιο μετρημένες εναλλαγές δυναμικών και ταχυτήτων, με κομψά αργά ή με ανήσυχα γρήγορα μέρη, παράγοντας -από κοινού με τον "αδρό" ήχο των οργάνων εποχής- ένα ερεθιστικό για αισθήσεις και νου ακρόαμα.
Αυτό, βέβαια, τουλάχιστον στο πρώτο μέρος είχε να αντιπαλέψει την ακατάλληλη για όργανα εποχής ηχοχωρητικότητα της μεγάλης -και κατάμεστης- "Αίθουσας Χρήστος Λαμπράκης" του Μεγάρου. Έτσι στο εναρκτήριο "Κοντσέρτο για φαγκότο Κ.191" δύσκολα μπορούσε ο μάλλον αδύναμος ήχος ενός φαγκότου εποχής να "περάσει" μέσα από την ορχήστρα (ιδίως στα γρήγορα μέρη) ή να γίνει αντιληπτή η εκφραστική παλέτα του στα σολιστικά περάσματα. Τούτο δε ανεξαρτήτως της μουσικότητας και της κλάσης του σολίστ Αλέξανδρου Οικονόμου που το απέδωσε με άριστη φραστική και ορθοτονία, αέναη κινητικότητα και προφανή (δεξιο)τεχνική άνεση (πχ. στη διά χειρός αρχιμουσικού καντέντσα!).
Μετά από μία υποβλητική, φωνητικών ποιοτήτων εκτέλεση του σύντομου "Αντάντε για φλάουτο και ορχήστρα Κ.515", ο Ζαχαρίας Ταρπάγκος ένωσε δυνάμεις με την έμπειρη Μαρία Μπιλντέα στο "Κοντσέρτο για φλάουτο και άρπα Κ.216". Η κομψότητα και η ποιότητα του διαλόγου -ιδίως στο αργό μέρος- ανάμεσα στο φλάουτο και την άρπα Εράρ του 1802 και η τεχνική αρτιότητα αμφοτέρων στις -υφολογικά κάπως ανορθόδοξες- παραγράφους ελεύθερης δεξιοτεχνίας αξιοποιήθηκαν σε απροσδόκητες, γοητευτικές συνοδοιπορίες, που ανέδειξαν τα διαφορετικά, χωρίς οξύτητες ηχοχρώματα των δύο οργάνων. Οι φιλικές αντιπαραθέσεις τους με την κατά τι πιο αιχμηρή ορχήστρα (παρά τις θαυμάσιες ισορροπίες που κράτησε ο Πέτρου) αύξησαν, εξάλλου, την εκφραστικότητα του αποτελέσματος.
Την κορυφαία στιγμή της βραδιάς χάρισε, κατά τη γνώμη μας, η ερμηνεία του 3ου Κοντσέρτου για βιολί Κ.216 από το νέο εξάρχοντα της Καμεράτας, τον Χεσούς Μερίνιο Ρουίθ, ίσως γιατί σε αυτήν κατέστη περισσότερο ορατό το αποτύπωμα της ιστορικής ερμηνευτικής. Ο λεπτός πλην φίνος ήχος του βιολιού του Ισπανού σολίστ διέθετε εκπληκτική ορθοτονία και "πέρναγε" επαρκώς στην αίθουσα. Το παίξιμό του συνδύαζε σβέλτη φραστική, ανεπίληπτη δεξιοτεχνία (πχ στη θυελλώδη καντέντσα, ένα μείγμα επιλογών του ιδίου, του Φράνκο και της διάσημης ομολόγου του Ιζαμπέλ Φάουστ) αλλά και ικανότητα γλαφυρής ανάδειξης των αλλαγών διαθέσεων του έργου (εξόχως υποβλητικό αργό μέρος). Αυτήν όμως εγγυήθηκε και η θεατρικότητα της ορχηστρικής συνοδείας που διέπλασε ο αρχιμουσικός, και η οποία διέθετε την αναγκαία ζωντάνια και ελαφράδα στα γρήγορα μέρη, την ευγένεια στο αργό, αλλά και την ικανότητα ισάξιας συνομιλίας με ένα βιολί γεμάτο αυτοπεποίθηση!
Τη συναυλία ολοκλήρωσε μία υπέρκομψη εκτέλεση του "Κοντσέρτου για δύο πιάνα Κ.365", στο οποίο ο Πέτρου συνέπραξε ως σολίστ με τον Τίτο Γουβέλη – αμφότεροι έπαιξαν σε ακριβή πλην διαφορετικά αντίγραφα φορτεπιάνων της εποχής του Μότσαρτ (χωρίς και με ποδόπληκτρο). Παρά την αμβλυμμένη ανταπόκριση του δαντελένιου ήχου των ιστορικών οργάνων στη μεγάλη αίθουσα, οι δύο πιανίστες ευχαρίστησαν με τον υποδειγματικό και ισορροπημένο διάλογό τους στο αρκετά δεξιοτεχνικό εναρκτήριο allegro, με την τρυφερότητα και τη μουσικότητά τους στο ενδιάμεσο andante, με τη χάρη και την κινητικότητα του παιξίματός τους στο φινάλε. Και εδώ η συμπόρευση της Καμεράτας υπήρξε ακριβής και με αίσθηση του διαλόγου με τα πληκτροφόρα, ενώ ιδιαίτερα εντυπωσιακές -όπως και καθ’όλη τη διάρκεια της βραδιάς- υπήρξαν οι συνεισφορές των όμποε των Βάμβα και Ζίμρε.

