Η Όλγα κάθεται σε ένα τραπέζι ενός ζαχαροπλαστείου και τρώει μία πάστα με το βλέμμα σχεδόν βουρκωμένο και καρφωμένο στο υπερπέραν. Αυτή θα ήταν μία κανονική, πιθανότατα σκηνή-"σφήνα" για οποιαδήποτε άλλη σειρά, αν δεν έφερε την υπογραφή του Σωτήρη Τσαφούλια. Στο σύμπαν του, σπάνια εντοπίζονται "σφήνες" για να γεμίσει τηλεοπτικό χρόνο· έχοντας παρακολουθήσει κάθε δημιούργημά του, διακρίνω πως αντιμετωπίζει τα πρότζεκτς του όπως τα παζλ των 1000 κομματιών, που τα χρειάζεσαι όλα για να συμπληρωθεί σωστά η εικόνα. Παραλείποντας ένα, το κενό είναι δυσαναπλήρωτο. Το εν λόγω, πιο πρόσφατο τηλεοπτικό πόνημά του, το "Ριφιφί" σε δική του σκηνοθεσία, σενάριο Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή και παραγωγή Magenta TV σχεδόν έφερε ως προαπαιτούμενη την εν λόγω διαδικασία επειδή παρουσιάζει τη σύμπραξη 7 ετερόκλητων ανθρώπων με μοναδικό κοινό το γεγονός ότι δεν έχουν τίποτα να χάσουν.
Τερματίζοντας την αυτογνωσία, όταν μας είχε υποδεχθεί στα γυρίσματα της σειράς το 2025, είχε παραδεχθεί πως ο ίδιος βάζει δύσκολα στον εαυτό του. Εδώ που τα λέμε, όταν αποφασίζεις -και δη με την δική του σχολαστικότητα- να φτιάξεις μία σειρά μυθοπλασίας που εμπνέεται από δύο αληθινές ιστορίες στα '90s σε τοποθεσία που α. δεν υπάρχει πια και β. σε ένα μεγάλο μέρος της διαδραματίζεται κάτω από τη γη, η λέξη "πρόκληση" είναι λίγη για να αποτυπώσει τους σκοπέλους του εγχειρήματος. Όλα έβησαν καλώς όμως, και λίγους μήνες μετά, στη δημοσιογραφική παρουσίαση των δύο πρώτων επεισοδίων παρουσία του ίδιου και των βασικών συντελεστών, ακουγόταν από τα τριγύρω πηγαδάκια πως "είναι ό,τι καλύτερο έχει φτιάξει". Βάσει του ρεκόρ θεάσεων που σημείωσε η σειρά στη Magenta TV, μπορεί και να είχαν δίκιο.

Το "Ριφιφί" χθες, ξαναέκανε πρεμιέρα, αυτήν τη φορά για το ευρύτερο κοινό της ιδιωτικής τηλεόρασης μέσω της συχνότητας του Alpha TV και σάρωσε εκ νέου, για πολλούς λόγους. Καταρχάς, το ραντάρ του Τσαφούλια όσον αφορά την επιλογή των προσώπων που πλαισιώνουν τις ιστορίες που θέλει να αφηγηθεί είναι μοναδικό. Ταλέντα υποκριτικής βρίσκεις, η αντιστοιχία τους σε αβανταδόρικους ρόλους που μπορούν να αναδείξουν και να αναδειχθούν ταυτόχρονα είναι κρίσιμη και καθόλου αυτονόητη. Η διανομή στην προκειμένη περίπτωση, είναι ευφυέστατη. Η Ευαγγελία Μουμούρη είναι συγκλονιστική, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος παίζει με ένα μόνο βλέμμα, ο Πάνος Βλάχος είναι η προσωποποίηση του Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα στα 90s, ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης και ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος επιτέλους δείχνουν τι (άλλο) μπορούν να κάνουν, ενώ το δίδυμο Κυριακίδη-Γιγαντάκη είναι η ευχάριστη νότα που δεν αφήνει το κλίμα να γίνει πιο ασήκωτο από ό,τι ήδη επιβάλλει το αφήγημα.

Γιατί κακά τα ψέματα, το Ριφιφί εμπνέεται από δύο πολύ δύσκολα διαχειρίσιμες "καταστάσεις", μιας ληστείας που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ και μιας απώλειας που ξεμπροστιάζει τον άδικο κόσμο που εμείς φτιάξαμε για να ζούμε. Τα ηθικά διλήμματα άλλωστε, αποτελούν διαχρονικό μαγνήτη για τον Τσαφούλια που δε θα μπορούσε να "χτίσει" ένα σκέτο ελληνικό Casa De Papel ή Ocean's 11. Δηλαδή, θα μπορούσε, απλώς ίσως να μην τον ιντρίγκαρε τόσο ώστε να φτάσει το κινηματογραφήσει. Οι δεύτερες αναγνώσεις που προκύπτουν από το δύο όψεων νόμισμα είναι οπωσδήποτε οι αγαπημένες του και ευτυχώς με σύνεση και ενσυναίσθηση κατορθώνει να ισορροπεί σε καταστάσεις που στις μέρες μας μπορούν να φλερτάρουν με το cancel.

Σε τι διαφέρει το "Ριφιφί" και προς τι ο τόσος ενθουσιασμός ενώ όλες του οι δουλειές είναι προσεγμένες; Οι "17 Κλωστές" ήταν εξαιρετικές, αλλά το θέμα τους ενδεχομένως να παραήταν βαρύ για να βρει αντίκρυσμα σε μεγαλύτερο κοινό. Το "Ριφιφί" από την άλλη, "εξαργυρώνει" τους κόπους όλων των προηγούμενων πρότζεκτς του. Εξάλλου, με την πάροδο των χρόνων και την εμπειρία που κουβαλούν μαζί τους, ο Τσαφούλιας είναι απόλυτα λογικό και να γνωρίζει πολύ καλύτερα τι θέλει και πώς μπορεί να το αναδείξει πληρέστερα στην τηλεόραση. Από την ασφάλεια του καναπέ και της οθόνης, ο καθένας στο μεταξύ, μπορεί να εκφράζει την αποψάρα του, κρίνοντας βάσει της αισθητικής, του αποτελέσματος ή της κατεύθυνσης που είναι βολική την εκάστοτε στιγμή. Αναφορικά δε, με το τελευταίο σκέλος, και επειδή ο ίδιος δε μασάει τα λόγια του όταν αποκρίνεται σε ερωτήσεις, τα λεγόμενά του -απλά και εύστοχα πάντα- συχνά υπερκαλύπτουν στα μάτια κάποιων το έργο του, παρόλο που ποσώς ενδιαφέρει τον ίδιο κάτι τέτοιο.

Τον Τσαφούλια δεν τον νοιάζει να "δικάζει", όπως γράφουν οι τίτλοι που ξεχειλώνουν την κάθε δήλωση για λίγο clickbait. Τον ενδιαφέρει ωστόσο, να δημιουργεί περιεχόμενο με ουσία, τροφή για σκέψη και αισθητική, ως απόρροια ομάδων που δουλεύουν με αγάπη και μεράκι για τον ίδιο σκοπό. Αυτό εφαρμόζει από το ξεκίνημά του μέχρι και σήμερα, σε τηλεόραση, κινηματογράφο και θέατρο. Και παρόλο που προσωπικά έχω μία ιδιαίτερη αδυναμία στο Έτερος Εγώ, διότι ανήκει στο αγαπημένο μου είδος, είμαι πεπεισμένη πως η καλύτερη σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια, είναι πάντα η επόμενή του.