Υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό στο γεγονός ότι το "Blood Sacrifice" ("Αιματηρή Θυσία" ο γλαφυρότατος ελληνικός τίτλος) διαδραματίζεται στη φωτεινή, καλοκαιρινή Στοκχόλμη. Ενώ η πόλη βρίσκεται λουσμένη στο φως, κάποιος δολοφονεί αστυνομικούς με τρόπο που μοιάζει τελετουργικός και αφήνει πίσω του στοιχεία σχεδιασμένα για να παραπλανήσουν ακόμη και τους πιο έμπειρους ερευνητές. Είναι μια κλασική αντίθεση του σκανδιναβικού noir: όσο πιο καθαρό μοιάζει το τοπίο, τόσο πιο σκοτεινά είναι αυτά που κρύβονται από κάτω.
Η νέα σουηδική σειρά του Netflix, που έκανε πρεμιέρα πριν λίγες ημέρες και ήδη βρίσκεται στην κορυφή των προτιμήσεων για το κοινό της πλατφόρμας, αποτελείται από μόλις πέντε επεισόδια διάρκειας περίπου 44 έως 58 λεπτών. Δημιουργός της είναι ο George Kay, ο άνθρωπος πίσω από τα "Lupin" και "Hijack", ενώ στη σκηνοθεσία βρίσκεται ο Kristoffer Nyholm, γνωστός μεταξύ άλλων από τα "The Killing" και "Taboo".
Πριν από οτιδήποτε άλλο, να πέσει το τρέιλερ:
Η υπόθεση ξεκινά με μια κλήση στην άμεση δράση. Δύο αστυνομικοί φτάνουν σε ένα σπίτι στα προάστια της Στοκχόλμης ύστερα από αναφορά για πιθανή εισβολή. Το σπίτι είναι άδειο, όμως την επόμενη ημέρα οι δύο αστυνομικοί βρίσκονται νεκροί. Και αυτό δεν είναι παρά η αρχή. Σύντομα γίνεται σαφές ότι κάποιος έχει βάλει στο στόχαστρο το ίδιο το αστυνομικό σώμα.
Στην καρδιά της έρευνας βρίσκεται ο Thomas Berg, ένας αστυνομικός που αντιλαμβάνεται ότι οι πρόσφατες δολοφονίες συνδέονται πιθανότατα με μια παλαιότερη υπόθεση. Το πρόβλημα είναι πως για να ξετυλίξει το κουβάρι πρέπει να κοιτάξει πέρα από την επίσημη έρευνα και, κυρίως, να ζητήσει βοήθεια από τον άνθρωπο που θα προτιμούσε να έχει αφήσει οριστικά στο παρελθόν: τον πατέρα του, Alfred. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ενδιαφέρον της σειράς καθώς δεν πρόκειται για μια ακόμη ιστορία για έναν δολοφόνο.

Ο Alfred είναι πρώην αστυνομικός, αναγκασμένος να αποσυρθεί πρόωρα από το σώμα. Έχει κλειστεί στον εαυτό του, ζει απομονωμένος και πίνει, ενώ η σχέση με τον γιο του έχει διαλυθεί εδώ και χρόνια. Ο Peter Andersson, γνωστός από το "The Girl with the Dragon Tattoo", του δίνει ακριβώς αυτή την τραχιά, αντικοινωνική ενέργεια που χρειάζεται ο χαρακτήρας, αλλά ταυτόχρονα αφήνει να διαφανεί κάτι περισσότερο: έναν άνθρωπο που ζωντανεύει ξανά όταν έχει μια υπόθεση να λύσει.
Η ιδέα είναι καλή γιατί μετατρέπει ένα γνώριμο αστυνομικό μυστήριο σε κάτι πιο προσωπικό. Ο Thomas αναγκάζεται να συνεργαστεί με τον πατέρα του και, μέσα από αυτή τη συνεργασία, να επιστρέψει σε μια οικογενειακή ιστορία γεμάτη ενοχές, θυμό και πράγματα που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Το "Blood Sacrifice" θέλει έτσι να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο σειρές. Από τη μία, ένα σκοτεινό procedural με δολοφονίες, στοιχεία και ανατροπές και από την άλλη, ένα οικογενειακό δράμα για δύο ανθρώπους που πρέπει να βρουν έναν τρόπο να συνυπάρξουν ξανά. Και είναι κυρίως στο δεύτερο κομμάτι που κρύβεται η πιθανότητα να γίνει κάτι περισσότερο από ακόμη ένα καλοφτιαγμένο Netflix crime thriller.
Μυστήριο με δόντια και nordic noir που ξέρει ακόμη τη δουλειά του
Ευτυχώς, η ίδια η υπόθεση δεν είναι απλώς η αφορμή για το οικογενειακό δράμα. Ο δολοφόνος είναι αρκετά μεθοδικός ώστε να δημιουργεί συνεχώς λάθος κατευθύνσεις. Διαφορετικά παπούτσια, παραπλανητικά ίχνη και ηχογραφημένες κλήσεις στην άμεση δράση είναι μερικά από τα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί για να κάνει την αστυνομία να πιστεύει ότι βρίσκεται μπροστά σε διαφορετικά πρόσωπα ή διαφορετικές υποθέσεις.
Το ότι δεν βασίζεται αποκλειστικά στη βία ή στο σοκ είναι ίσως ένα από τα δυνατά χαρτιά της σειράς. Υπάρχει ένα πραγματικό whodunit από πίσω και η αίσθηση ότι ο δολοφόνος βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά.

Ταυτόχρονα, όμως, η "Αιματηρή Θυσία" δεν αποφεύγει κάποιες γνώριμες συνταγές του είδους. Η βασική συνάντηση πατέρα και γιου μοιάζει σε σημεία αρκετά βολική σεναριακά, ενώ η ανάγκη να ξανασμίξουν οι δυο τους προκειμένου να λυθεί η υπόθεση δεν είναι ακριβώς η πιο φυσική εξέλιξη που έχουμε δει σε αστυνομικό θρίλερ. Η σειρά όμως δεν χρειάζεται να είναι πρωτότυπη σε κάθε επίπεδο για να είναι αποτελεσματική.
Αξίζει τελικά να το δεις;
Αν έχεις αγαπήσει σειρές όπως τα "The Åre Murders" ή ιστορίες βασισμένες στους χαρακτήρες του Jo Nesbø, θα αναγνωρίσεις αμέσως το DNA. Ψυχρή ατμόσφαιρα, κλειστοί χαρακτήρες, εγκλήματα που κρύβουν περισσότερα από όσα φαίνονται αρχικά και μια πόλη που λειτουργεί σχεδόν σαν ακόμη ένας χαρακτήρας της ιστορίας.
Μόνο που εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση: Δεν έχουμε το συνηθισμένο σκανδιναβικό σκηνικό με χιόνια, σκοτάδι και ατελείωτες νύχτες. Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα στο καλοκαίρι της Στοκχόλμης, με το παράξενο βόρειο φως να κάνει ακόμη πιο ανησυχητικές τις σκηνές των εγκλημάτων. Ακόμη και η ώρα των τηλεφωνημάτων του δολοφόνου, 1:15 μετά τα μεσάνυχτα, αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία σε μια πόλη όπου το καλοκαιρινό σκοτάδι είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Και αυτή η ατμόσφαιρα είναι που δίνει στη σειρά μεγάλο μέρος της ταυτότητάς της.


Αξίζει λοιπόν να το δεις αλλά με τη σωστή προσδοκία. Δεν είναι το νέο "The Killing", ούτε επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το Nordic noir σαν κατηγορία. Είναι ένα καλοστημένο, σκοτεινό crime thriller που ξέρει πολύ καλά τι θέλει να προσφέρει: Μυστήριο με αρκετές ανατροπές, έναν ενδιαφέροντα αντι-ήρωα και, κυρίως, μια προβληματική σχέση πατέρα και γιου που έχει αρκετό υλικό για να κρατήσει τη σειρά όρθια όταν η αστυνομική πλοκή κάνει τα γνώριμα βήματά της.
Το σημαντικό είναι ότι δεν ζητά πολύ χρόνο καθώς σε πέντε επεισόδια κάνεις binge-watch που μπορεί να ολοκληρωθεί άνετα μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, χωρίς το κλασικό πρόβλημα των σειρών του Netflix (που χρειάζονται οκτώ ή δέκα ώρες για να φτάσουν εκεί που θα μπορούσαν να είχαν φτάσει σε πέντε).
Εν κατακλείδι, αν ψάχνεις ένα σκοτεινό, σφιχτό Nordic noir για binge-watch, αξίζει τη θέση του στη λίστα. Αν περιμένεις το επόμενο τηλεοπτικό αριστούργημα του σκανδιναβικού crime, ίσως χρειαστεί να κρατήσεις λίγο χαμηλότερα τον πήχη.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.


