Το "I Will Find You" ("Θα σε Βρω", ο ελληνικός τίτλος) του Netflix -η πιο δημοφιλής σειρά της πλατφόρμας αυτή τη στιγμή- έχει όλα τα συστατικά που έχουν κάνει τις μεταφορές του Harlan Coben δημοφιλείς: Ένα ακαταμάχητο αρχικό μυστήριο, μια οικογενειακή τραγωδία, κρυμμένα μυστικά και μια υπόσχεση ότι η επόμενη μεγάλη αποκάλυψη βρίσκεται μόλις ένα επεισόδιο μακριά. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη φορά η ιδέα που υποτίθεται πως πρέπει να σε παρασύρει είναι ίσως και η μεγαλύτερη αδυναμία της.
Να πέσει το τρέιλερ:
Η κεντρική υπόθεση είναι αναμφίβολα δυνατή. Ο Ντέιβιντ Μπάροουζ βρίσκεται στη φυλακή, έχοντας καταδικαστεί για τη δολοφονία του γιου του, ένα έγκλημα που επιμένει ότι δεν διέπραξε. Πέντε χρόνια μετά την καταδίκη του, μια φωτογραφία φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα αδιανόητο ενδεχόμενο: Το παιδί που όλοι πίστευαν νεκρό ίσως να είναι ακόμη ζωντανό. Από εκεί ξεκινά μια αναζήτηση αλήθειας που απειλεί να ανατρέψει όλα όσα θεωρούσαν δεδομένα οι χαρακτήρες.
Όπως συμβαίνει συχνά στις ιστορίες του Coben, η σειρά βασίζεται στην ιδέα ότι τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Οικογενειακές σχέσεις, παλιές αποφάσεις και υποτιθέμενες βεβαιότητες αρχίζουν να καταρρέουν, ενώ ο Ντέιβιντ και η πρώην κουνιάδα του Ρέιτσελ προσπαθούν να ανακαλύψουν τι πραγματικά συνέβη. Η σύλληψη έχει όλα τα στοιχεία ενός εθιστικού θρίλερ μυστηρίου.
Ωστόσο, το "Θα σε Βρω" αντιμετωπίζει ένα σημαντικό πρόβλημα κι αυτό είναι πως ζητά από τον θεατή να αποδεχτεί μια σειρά από εξαιρετικά απίθανες εξελίξεις χωρίς να τις στηρίζει επαρκώς. Η ίδια η βάση της ιστορίας απαιτεί τεράστιες συμπτώσεις, πιθανές συνωμοσίες και μια αλυσίδα γεγονότων που δύσκολα αντέχει σε λογικό έλεγχο. Αν παρακολουθήσεις τη σειρά απλώς ως μια γρήγορη περιπέτεια γεμάτη ανατροπές, μπορεί να λειτουργήσει. Αν αρχίσεις να εξετάζεις τις λεπτομέρειες, οι ρωγμές γίνονται γρήγορα εμφανείς.
Η μεγαλύτερη αδυναμία βρίσκεται στο γεγονός ότι η σειρά μοιάζει περισσότερο ενδιαφερόμενη να μεταφέρει πληροφορίες παρά να αναπτύξει πραγματικούς χαρακτήρες. Οι διάφορες έρευνες, καταδιώξεις και αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά συχνά οι ήρωες λειτουργούν απλώς ως εργαλεία για να προχωρήσει η πλοκή. Ακόμη και οι χαρακτήρες που θα μπορούσαν να προσφέρουν μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος μένουν στην επιφάνεια.
Ο Sam Worthington προσπαθεί να δώσει στον Ντέιβιντ την απαραίτητη απόγνωση, όμως ο ρόλος είναι γραμμένος περισσότερο ως φορέας της ιστορίας παρά ως ολοκληρωμένος άνθρωπος. Αντίθετα, η Britt Lower ξεχωρίζει ως Ρέιτσελ, προσθέτοντας περισσότερη πολυπλοκότητα σε έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε να έχει αποτελέσει τον πραγματικό άξονα της σειράς.
Υπάρχουν στιγμές που το "Θα σε Βρω" θυμίζει εκείνες τις σειρές που βλέπονται εύκολα, χωρίς μεγάλη απαίτηση από τον θεατή. Είναι γρήγορο, γεμάτο ανατροπές και σχεδιασμένο για συνεχόμενη παρακολούθηση. Όμως η διαφορά ανάμεσα στο "ένοχη απόλαυση" και στο απλώς αδύναμο θρίλερ είναι η αίσθηση διασκέδασης — και εδώ αυτή συχνά απουσιάζει.
Εν κατακλείδι, το "Θα σε Βρω" είναι μια ακόμη τυπική παραγωγή της σχολής Harlan Coben. Εχει ένα δυνατό μυστήριο, πολλές ερωτήσεις και αρκετούς λόγους για να πατήσεις "επόμενο επεισόδιο". Δεν είναι όμως από τις καλύτερες μεταφορές του συγγραφέα. Είναι περισσότερο μια σειρά που καταναλώνεται εύκολα παρά μια ιστορία που μένει.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.



