Δεν ξέρω αν είναι μόνο ιδέα μου αλλά μάλλον το Netflix έχει ξεμείνει από πρωτότυπους τίτλους - νο σιτ Σέρλοκ. Αλλά αυτό ισχύει και άκρως κυριολεκτικά, τόσο, που βρισκόμαστε στο σημείο όπου πρέπει να χρειάζεται διευκρίνιση όταν μιλάμε για το War Machine, ώστε να μην το μπερδέψουμε με το War Machine με τον Μπραντ Πιτ. Η διαφορά είναι ότι εκείνη η ταινία ήταν σατιρική· η καινούργια -μια από τις δημοφιλέστερες της πλατφόρμας αυτή τη στιγμή- είναι ένα καθαρόαιμο στρατιωτικό sci-fi action που παλεύει (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία) να ξεχωρίσει από δεκάδες παρόμοιες παραγωγές.
Πρωταγωνιστής είναι ο Άλαν Ρίτσον, γνωστός από τη σειρά Reacher, ενώ πίσω από την κάμερα βρίσκεται ο Πάτρικ Χιουζ, σκηνοθέτης του The Expendables 3 και των The Hitman's Bodyguard και Hitman's Wife's Bodyguard. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να κρύψει τις προθέσεις της: Εκρήξεις, στρατιωτική αδρεναλίνη και ένα τεράστιο εξωγήινο ρομπότ που διαλύει τα πάντα στο πέρασμά του.
Να πέσει το τρέιλερ:
Η ιστορία ξεκινά στην Κανταχάρ, το αγαπημένο σκηνικό των αμερικανικών πολεμικών ταινιών. Μια ομάδα στρατιωτών βρίσκεται σε αποστολή και δύο από αυτούς —που υποδύονται οι Τζέι Κάρτνεϊ και Άλαν Ρίτσον— είναι αδέλφια. Όπως συχνά συμβαίνει στο σινεμά, κάνουν το λάθος να μιλήσουν για το μέλλον τους. Η έκρηξη που ακολουθεί βάζει απότομα τέλος στα σχέδια και αφήνει τον χαρακτήρα του Ρίτσον να κουβαλά το τραύμα της απώλειας.
Δύο χρόνια αργότερα, ο ήρωας βρίσκεται σε εκπαίδευση των Army Rangers. Δεν έχει καν κανονικό όνομα — τον αποκαλούν απλώς "81". Μετά τα γεγονότα στο Αφγανιστάν και με ένα έντονο PTSD να τον στοιχειώνει, προσπαθεί να αποδείξει ότι αξίζει τη θέση του στην επίλεκτη μονάδα. Οι εκπαιδευτές, που υποδύονται οι Εσέ Μοράλες και Ντένις Κουέϊντ, εμφανίζονται ελάχιστα, αλλά αρκετά για να δώσουν τον απαραίτητο στρατιωτικό τόνο.
Η τελική δοκιμασία της εκπαίδευσης στέλνει μια ομάδα νεοσύλλεκτων στα βουνά του Κολοράντο για μια υποτιθέμενη άσκηση. Αυτό που ξεκινά ως μια τυπική στρατιωτική αποστολή μετατρέπεται γρήγορα σε αγώνα επιβίωσης όταν οι στρατιώτες συναντούν ένα άγνωστο διαστημικό σκάφος. Το αντικείμενο μεταμορφώνεται σε ένα γιγαντιαίο εξωγήινο ρομπότ οπλισμένο με λέιζερ και χειροβομβίδες και σκορπά χάος και θάνατο.
Οι επιρροές της ταινίας είναι εμφανείς: από το Aliens και το Predator μέχρι το Transformers και το Independence Day. Ωστόσο, το War Machine σπάνια καταφέρνει να αποκτήσει δική του ταυτότητα. Ο Ρίτσον έχει την παρουσία για να εξελιχθεί σε δυνατό action star, αλλά το σενάριο δεν του δίνει πολλά περισσότερα από το να αντέχει, να πολεμά και να μην τα παρατά.
Ο Χιουζ σκηνοθετεί με επάρκεια τις σκηνές δράσης, ακολουθώντας τη γνώριμη συνταγή των έντονων καταδιώξεων, των εκρήξεων και των στρατιωτικών επιχειρήσεων που θυμίζουν επίπεδα από videogame - από τα δύσκολα, ξέρεις, εκείνα που σε αναγκάζουν να σπας τζόιστικ ή πληκτρολόγια. Παρ’ όλα αυτά, η ταινία παραμένει γεμάτη γνώριμα κλισέ και προβλέψιμες εξελίξεις. Μέχρι το φινάλε, όπου ο πρωταγωνιστής έρχεται αντιμέτωπος με την εξωγήινη πολεμική μηχανή, το αποτέλεσμα είναι διασκεδαστικό αλλά μάλλον ξεχάσιμο.
Δεν πρόκειται για μια κακή επιλογή για ένα χαλαρό βράδυ στο Netflix. Απλώς είναι από εκείνες τις ταινίες που δύσκολα θα θυμάσαι λίγους μήνες αργότερα. Και το γεγονός ότι αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για sequel ίσως είναι το πιο… τρομακτικό στοιχείο της.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.
