Η ολοκλήρωση του "Ριφιφί" στην Cosmote TV δεν άφησε πίσω απλώς ικανοποιημένους θεατές, αλλά μια σπάνια αίσθηση συλλογικού τραύματος και κάθαρσης. Αν και οι πρώτες συγκρίσεις με το ισπανικό La Casa de Papel ήταν αναπόφευκτες λόγω της θεματικής, ο Σωτήρης Τσαφούλιας πέτυχε κάτι πολύ πιο δύσκολο: Δημιούργησε μια σειρά βαθιά ελληνική, αναλογική και πάνω απ’ όλα σπαρακτικά ανθρώπινη.
Το "Ριφιφί" δεν έμεινε στην επιφάνεια του "μεγάλου κόλπου" της λεωφόρου Καλλιρρόης το 1992. Αντίθετα, εισχώρησε στις χαραμάδες της κοινωνικής αδικίας μιας Ελλάδας που έλαμπε εξωτερικά, ενώ εσωτερικά σάπιζε.

Το προσεγμένο σενάριο των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή ξετυλίγει μια σφιχτοδεμένη πλοκή, ενώ παράλληλα φωτίζει τις ζωές και τα τραύματα των επτά βασικών ηρώων. Οι διάλογοι ισορροπούν ιδανικά ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση, χωρίς υπερβολές ή εύκολους συναισθηματισμούς.
Η σειρά εμπνέεται από την κινηματογραφική ληστεία που σημειώθηκε το 1992 στο υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στο Νέο Κόσμο. Εκεί, οι δράστες έσκαβαν επί μήνες μια υπόγεια σήραγγα κάτω από τη λεωφόρο Καλλιρρόης, χρησιμοποιώντας μέχρι και βαγονέτα για να προσεγγίσουν το θησαυροφυλάκιο και να αδειάσουν τις θυρίδες. Ωστόσο, όπως ξεκαθάρισε ο ίδιος ο δημιουργός: "Η σειρά είναι εμπνευσμένη από τα γεγονότα, δεν τα καταγράφει ως ντοκιμαντέρ". Αυτή η ελευθερία επέτρεψε στον Τσαφούλια να μετατρέψει μια ληστεία σε ιστορία εκδίκησης, αξιοπρέπειας και κοινωνικής ανισότητας.

Η τεράστια επιτυχία του "Ριφιφί" οφείλεται στο γεγονός ότι οι ήρωες δεν είναι καρικατούρες ληστών, αλλά άνθρωποι συνθλιμμένοι από το σύστημα.
Η Ευαγγελία Μουμούρη, στην ερμηνεία της καριέρας της ως Όλγα, ενσαρκώνει έναν "εγκέφαλο" που κινείται από ιερή οργή. Έχοντας χάσει την οικογένειά της εξαιτίας της τράπεζας, εξυφαίνει για δέκα χρόνια ένα σχέδιο στο οποίο παρασύρει άλλους τέσσερις "πληγωμένους": τον μελαγχολικό Νίκο (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος), τον "αιώνιο έφηβο" Βάκη (Πάνος Βλάχος), τον Μιχάλη (Προμηθέας Αλειφερόπουλος) και τον πιστό φίλο Μανώλη (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης), στους οποίους προστίθενται αναπάντεχα ο Αντώνης (Βλαδίμηρος Κυριακίδης) και ο Αργύρης (Δήμος Γιγαντάκης).
Το συγκλονιστικό φινάλε λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα, συνδέοντας τη ληστεία με την αληθινή τραγωδία του μικρού Παναγιώτη. Η φράση "Μαμά, θέλω να κάνω νάνι", που πλημμύρισε τα social media, έγινε το σύμβολο μιας σειράς που ξεκίνησε δείχνοντάς μας πώς ανοίγει ένας τοίχος, και κατέληξε να μας δείχνει πώς ραγίζει μια ψυχή.

Η Τραγική Ιστορία του Παναγιώτη Βασιλέλλη
Πίσω από τη συγκίνηση της σειράς κρύβεται μια πραγματική ιστορία που είχε συγκλονίσει το πανελλήνιο. Το 1999, ο μόλις 20 μηνών Παναγιώτης Βασιλέλλης διαγνώστηκε με νευροβλάστωμα τετάρτου σταδίου. Οι γονείς του, Στρατής και Γεωργία από τη Μυτιλήνη, ήρθαν αντιμέτωποι με ένα αμείλικτο σύστημα. Η μοναδική ελπίδα βρισκόταν σε ένα πρωτοποριακό πρωτόκολλο στις ΗΠΑ, στο Memorial Sloan Kettering.
Το κόστος ήταν αστρονομικό για την εποχή, αγγίζοντας τα 300.000 ευρώ. Ένα ποσό αδιανόητο για μια οικογένεια που ζούσε από το μεροκάματο της οικοδομής. Η σειρά του Τσαφούλια κατάφερε να φέρει ξανά στην επιφάνεια αυτόν τον πόνο, θυμίζοντάς μας ότι οι μεγαλύτερες ληστείες δε γίνονται πάντα στα θησαυροφυλάκια, αλλά στην ίδια την ελπίδα των ανθρώπων για ζωή.

Η σωστή κλιμάκωση, η κινηματογραφική αφήγηση, η εμβάθυνση στους χαρακτήρες χωρίς μελό κλισέ και το κυνικό μαύρο χιούμορ αποτελούν τα μεγαλύτερα σεναριακά και σκηνοθετικά παράσημα της σειράς.
Είναι, όμως το "Ριφιφί" η κορυφαία στιγμή του Τσαφούλια;
Προσωπικά, τίποτα δεν ξεπερνά το δέος που ένιωσα στο "Έτερος Εγώ", όταν είδα έναν κατά συρροή δολοφόνο να χτίζει εγκλήματα βασισμένα στη μυθολογία. Εκεί, όπου ο Τσαφούλιας ένωσε με μαεστρία έννοιες των μαθηματικών, της φιλοσοφίας και τα ανθρώπινα πάθη που οδηγούν στο έγκλημα, δημιουργώντας έναν πνευματικό γρίφο που όμοιό του δεν είχαμε ξαναδεί στην ελληνική τηλεόραση
Άλλοι στέκονται στο "σφίξιμο στο στομάχι" που προκάλεσαν οι "17 Κλωστές". Η σειρά που λειτούργησε σαν ένα χαστούκι στο πρόσωπο, δείχνοντας με αδιανόητη σκληρότητα πόσο σάπια μπορεί να είναι η κοινωνία που εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε, καταντώντας έναν κοινό, καθημερινό άνθρωπο στον απόλυτο εγκληματία.
Στον αντίποδα, οι υποστηρικτές του "Ριφιφί" ισχυρίζονται ότι πρόκειται για την πιο ώριμη δουλειά του, χαρακτηρίζοντάς την ως την καλύτερη ελληνική σειρά των 2020s. Οι αριθμοί φαίνεται να τους επιβεβαιώνουν, καθώς η σειρά έσπασε κάθε ρεκόρ τηλεθέασης στην Cosmote TV, ενώ η βαθμολογία του 9.1/10 στο IMDb σφραγίζει την καθολική αποδοχή της.
Όπως και να έχει, η συζήτηση πλέον δεν περιτρυγυρίζεται γύρω από το αν η σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια αξίζει, αλλά ποιο από τα έργα του είναι το "μεγαλύτερο". Και αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι κάθε δουλειά του είναι κάτι παραπάνω από μια απλή σειρά για να περάσει η ώρα. Πρόκειται για εμπειρίες, αφορμές για εσωτερική αναζήτηση που συνεχίζουν να σε "στοιχειώνουν" πολύ μετά τους τίτλους τέλους. Και αυτή είναι, τελικά, η μεγαλύτερη νίκη του.



