© Richard Stow
Πενηντατέσσερις Νοέμβρηδες πριν, οι Uriah Heep κυκλοφορούσαν έναν από τους δίσκους εκείνους που έμελλε να γίνουν σήμα κατατεθέν όχι μόνο του ονόματός τους, αλλά και του hard rock ύφους που πρέσβευσαν στη μακρά τους καριέρα: το The Magician's Birthday αυγάτισε τη νεόκοπη επιτυχία στην πατρίδα Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, τους χάρισε το ομώνυμο, αειθαλές fantasy έπος, ενώ έμελλε να φιγουράρει ανάμεσα στα δύο-τρία άλμπουμ τους που πρωταγόραζαν (ή πρωτοαντέγραφαν σε κασέτες) όσοι νέοι επεδίωξαν να γνωριστούν μαζί τους, δεκαετίες αργότερα.
Πενηντατέσσερις Νοέμβρηδες μετά, εκείνος ο Μάγος ξαναπρωταγωνιστεί στο θεματικό σύμπαν της μπάντας, κλείνοντας τον κύκλο που άνοιξε η γέννησή του, το 1972: τώρα, δηλαδή –μέσω του τίτλου "The Magician's Farewell"– κηρύττει το φινάλε της διαδρομής, καθώς οι Uriah Heep πήραν τη δύσκολη απόφαση να βγουν σε αποχαιρετιστήρια περιοδεία, για μια τελευταία υπόκλιση μπροστά στα παγκόσμια πλήθη που τους λάτρεψαν. Από μια τέτοια περίσταση, ασφαλώς, δεν γινόταν να λείψει η χώρα μας, η οποία ετοιμάζεται να τους υποδεχτεί τόσο στη Θεσσαλονίκη (Σάββατο 7/11, στο "Principal"), όσο και στην Αθήνα (Κυριακή 8/11, στο "Floyd"). Άλλωστε, έχουμε τιμήσει τις συναυλίες τους με αξιοσημείωτη συνέπεια, ακόμα και σε χρόνια "πέτρινα" για την απήχησή τους στις μεγάλες μουσικές αγορές.

Οι παλιοί, μάλιστα, ακόμα διηγούνται τα όσα διαδραματίστηκαν τον Μάιο του 1983, στην πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα, όταν οι 600 δραχμές που κόστιζε τότε το εισιτήριο φάνηκαν εξοργιστικές για πολλούς από τους νεαρότερους οπαδούς. Οι οποίοι και δεν το άφησαν έτσι, αφού προσπάθησαν να μπουν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με θεαματικό "ντου", με αποτέλεσμα να πέσει βαρβάτο ξύλο από την αστυνομία της Αλλαγής, η οποία αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ακόμα και πλαστικές σφαίρες για να επικρατήσει. Αξέχαστοι, ασφαλώς, έχουν μείνει και οι πηχιαίοι τίτλοι στα σχετικά ρεπορτάζ των εφημερίδων της εποχής, τα οποία, όταν δεν έψαχναν για συσχετίσεις με αναρχικούς κύκλους, έκαναν λόγο για "έξαλλους ροκάδες".
Σήμερα, βέβαια, παρά τις έως και... αστρονομικές τιμές των εισιτηρίων, οι συναυλίες δεν σχετίζονται πια με τέτοια περιστατικά, ενώ οι Uriah Heep αντιμετωπίζονται ως αξιοσέβαστοι βετεράνοι. Μια διήγηση αναντίρρητα βολική για τους νεότερους δημοσιογραφούντες που επιθυμούν να αποφεύγουν τις αιχμές, μένοντας στις πωλήσεις, στα live ρεκόρ και γενικώς στις δόξες του γκρουπ. Έτσι, όμως, αποκρύπτονται και οι τρικυμίες μιας σχεδόν εξηνταετούς πορείας (ο πυρήνας τους εκκίνησε το 1967 με το όνομα Spice), αλλά και ο επί σειρά ετών σνομπισμός σημαντικής μερίδας του ροκ κοινού, που τους αντιμετώπιζε ως συγκρότημα δευτέρας διαλογής, εξαπολύοντας ειρωνικές ατάκες τύπου "Deep Purple του φτωχού".

Όσοι ξέρουν τους Heep τους, δεν τα έχουν ξεχάσει όλα τούτα. Ούτε και λησμονούν, βέβαια, ότι τα περισσότερα από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα τους κομμάτια –το "Gypsy" του 1970, το "July Morning" του 1971 και, πάνω απ' όλα, το "Easy Livin'" του 1972– τραγουδήθηκαν από τον David Byron. Δυστυχώς, ο ανεξέλεγκτος αλκοολισμός του οδήγησε σ' ένα de facto "ή αυτός ή εγώ" με τον Ken Hensley, το οποίο είχε ως συνέπεια την εκδίωξή του το 1976. Ορισμένοι από τους αντικαταστάτες του Byron υπήρξαν αξιόλογες φωνές (π.χ. ο συχνά υποτιμημένος Peter Goalby, που πρωταγωνίστησε στο Abominog του 1982), αλλά δεν μπόρεσαν ν' ανταγωνιστούν το χάρισμά του ή να επιβιώσουν από τους κατά καιρούς ισχυρούς κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του γκρουπ, σαν κι εκείνον λ.χ. που συνόδευσε το άλμπουμ Conquest (1980).
Ο Bernie Shaw, πάντως, ήρθε το 1987 και έμεινε, κατορθώνοντας να συνδεθεί με ύστερες δουλειές που αναζωογόνησαν τη φήμη των Βρετανών, σαν π.χ. το Sonic Origami του 1998. Άλλωστε τον έχουμε μάθει κι εμείς, εκτιμώντας τον ως βασικό κινητήριο μοχλό δίπλα στον μόνο εναπομείναντα από τους συνιδρυτές, Mick Box. Οι δυο τους, λοιπόν, αναμένεται να ξανακάνουν αυτό που ξέρουν τόσο καλά, ανάβοντας μια τελευταία φωτιά στην Ελλάδα.
