Παιδί Ελλήνων που μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κιθαρίστας και τραγουδοποιός Michael Janetakis γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη, οπότε, από αυτήν την άποψη, είναι Αμερικάνος. Σε πολλά, ωστόσο, παρέμεινε Έλληνας, καταφέρνοντας να παντρέψει αρμονικά καταγωγή και βιώματα, τόσο στη ζωή, όσο και στην τέχνη του. Κάτι που ήρθε φέτος να θυμίσει μια καινούρια δισκογραφική έκδοση, η οποία συμπληρώνει τις γνώσεις μας για τη δράση του κατά τρόπο θεαματικό, αποκαλύπτοντας μια δημιουργική του πλευρά εντελώς λησμονημένη, μα αληθώς ενδιαφέρουσα.
O Janetakis μπήκε από μικρός στην περιπέτεια της μουσικής και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 κατόρθωσε ν' αποκτήσει φήμη στην ελληνοαμερικανική ομογένεια χάρη στη συμμετοχή του στους The Spartans. Το συγκρότημα αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με τους The Spartans που έδρασαν μεταξύ 1962/1965 στην Αυστραλία, ως ημιερασιτεχνική ομάδα η οποία έπαιζε Shadows και Ventures, πριν κάνει ένα πιο επαγγελματικό βήμα, αφήνοντας και μια μικρή δισκογραφία στις 45 στροφές. Το γκρουπ του Janetakis ξεκίνησε αργότερα (1968) και, μολονότι διασκεύαζε κι αυτό ροκ επιτυχίες της εποχής (π.χ. The Beatles, Creedence Clearwater Revival κ.ά.), αγαπήθηκε για το μπουζούκι το οποίο είχε στη σύνθεσή του και για τις διασκευές του σε ελληνικά τραγούδια –από Γερακίνες, Ψαροπούλες και Σαμιώτισσες, μέχρι Μάνο Λοΐζo ("Δελφίνι Δελφινάκι") και πρώιμο Δήμο Μούτση ("Απόψε Μην Αργείς").

Αν και σημαντική, η αποδοχή αυτή δεν σίγασε τις πιο ροκ ανησυχίες του Janetakis. Έτσι, το 1972 προχώρησε και σε παράλληλη σόλο δισκογραφία, καταθέτοντας ένα single 45 στροφών στην Peters International με δύο δικά του ελληνόφωνα τραγούδια, το "Καινούρια Μέρα" και το "Κορίτσι Μου". Κομμάτια άνισα, με ιστορικό κυρίως ενδιαφέρον, τα οποία φανερώνουν την επιρροή που του είχε ασκήσει η ψυχεδέλεια της δεκαετίας του 1960. Ο ίδιος τραγουδά τους άδολα ρομαντικούς στίχους με χαρακτηριστική ελληνοαμερικανική προφορά, αλλά εκείνο που εξακολουθεί να κεντρίζει στις δικές μας ημέρες είναι ο πολύ ωραίος ήχος της κιθάρας του. Τα υπόλοιπα ανήκουν σε έναν μέσο όρο της εποχής, που στην ημεδαπή εκπροσωπήθηκε νομίζω με τρόπους πιο χαρισματικούς.

Ο Janetakis, βέβαια, έμελλε να πάρει φωτιά. Όμως αυτό συνέβη όταν διαλύθηκαν οι Spartans (1974), αφήνοντάς του περιθώρια για πιο εξερευνητικές διαδρομές. Ήταν τότε, δηλαδή, που άρχισε να συμπλέει με τον ντράμερ των MAD, Γιώργο Μιχαηλίδη, με τον μπασίστα Τάκη Σπιτάμπελο και τον Αμερικανό τζαζ πιανίστα Bob McHugh, που έπαιζε επίσης ηλεκτρικό πιάνο Fender Rhodes, αλλά και Μoog συνθεσάιζερ. Οι τέσσερίς τους ίδρυσαν τους Medoosa κι επιδόθηκαν σ' ένα ευφάνταστο ανακάτεμα τζαζ, ροκ και ελληνικών ρυθμών, με το οποίο κέρδισαν αρκετή δημοφιλία στο συναυλιακό σανίδι του γνωστού (τότε) νεοϋορκέζικου κλαμπ "Ali Baba East", εντυπωσιάζοντας τους κατά βάση τζαζ θαμώνες του.
Σύντομα, έτσι, εμφανίστηκε και δισκογραφικό ενδιαφέρον για όλα τούτα: τον Αύγουστο του 1975 οι Medoosa μετέβησαν στα περίφημα στούντιο Electric Lady (παραγγελίας Jimi Hendrix) για να ηχογραφήσουν έξι δικά τους κομμάτια, ώστε να κυκλοφορήσουν από την Perception Records –το άλμπουμ φαίνεται ότι θα λεγόταν Ali Baba Nights. Για άγνωστους λόγους, όμως, η εταιρία υπαναχώρησε, με αποτέλεσμα το υλικό να καταλήξει στα συρτάρια της. Το γκρουπ συνέχισε τις ζωντανές εμφανίσεις, αλλά εν τέλει διαλύθηκε το φθινόπωρο του 1976, με τον Janetakis να επιστρέφει κατόπιν σε γνώριμα μα δημιουργικώς πιο εγκιβωτισμένα λημέρια, ιδρύοντας τους The Spartans 2.

Ως συνέπεια όλων αυτών, τα όσα έπραξαν οι Medoosa έμειναν άγνωστα για τους περισσότερους, αφού τα θυμούνταν μόνο όσοι τους πέτυχαν live. Τώρα, όμως, μισό αιώνα (και κάτι) αργότερα, έχουμε την ευκαιρία όχι μόνο να τ' ακούσουμε, μα και να τα θαυμάσουμε, χάρη στη B-otherSide Records του ακαταπόνητου Δημήτρη Βασιλειάδη. Η οποία, υπό τον τίτλο Free, εκδίδει 300 αντίτυπα βινυλίου συνοδεία δισέλιδου ένθετου με σπάνιες φωτογραφίες, φιλοξενώντας και τις ηχογραφήσεις των Medoosa, αλλά και το προαναφερθέν σόλο single του Michael Janetakis.
Ένα από τα πρώτα πράγματα τα οποία προσέχεις κατά την ακρόαση είναι η μουσική κατάρτιση των Medoosa και η "χημεία" που υπάρχει εντός τους. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μπάντα που παλεύει να ξεκλειδώσει τα μυστικά του fusion: τα παιξίματα αποτυπώνονται άψογα, φανερώνοντας μια γερή αφομοίωση των επιρροών τους. Επιπλέον, η μεταξύ τους επικοινωνία επιτρέπει μεν να λειτουργούν ως σώμα ένα, ταυτόχρονα, όμως, τιμά και το Free του τίτλου, ξανοίγοντας πεδία ελευθερίας ώστε να λάμψουν και τα ατομικά ταλέντα των μελών –ειδικά του Bob McHugh και του Janetakis.

Τα κομμάτια, βέβαια, ορίζονται από τις αμερικάνικες fusion κατακτήσεις της εποχής, τις οποίες οι Medoosa περισσότερο ακολουθούν, παρά διαμορφώνουν (π.χ. "Free", "Island Belis"). Παρ' όλα αυτά, δεν πρόκειται για βιρτουόζους απομιμητές των όσων συνέβαιναν γύρω τους. Ίσα-ίσα, προσπαθούν να κάνουν δικά τους τα όσα τους καίνε. Και η απευθείας χρήση ελληνικών ή και ευρύτερα ανατολίτικων (oriental) μοτίβων βοηθά να πετύχουν τον στόχο, αφού δεν μπαίνουν εδώ ως εξωτικά καρυκεύματα απλά για τη "νοστιμιά", αλλά ως ισότιμα μελωδικά και ρυθμικά δάνεια, σε ανοιχτό, αδέσμευτο διάλογο με το ροκ των ύστερων 1960s και την τζαζ των πρώιμων 1970s.
Έτσι, 51 χρόνια μετά, παρά τα όσα έχουμε ακούσει στο μεταξύ, μπορούμε να σταθούμε με θαυμασμό απέναντι στο "Gypsy Man" ή στο κράμα του "Istanbul Express", το οποίο διαθέτει και σύντομο φωνητικό αυτοσχεδιασμό στην αρχή, εκτελεσμένο από τον ίδιο τον Janetakis. Και, κυρίως, μπορούμε ακόμα και να χορέψουμε ευφορικά με το απίθανο "Queen From Knossos", το οποίο προσωποποιεί όλη την απόπειρα των Medoosa για ένα δικό τους λιθαράκι στην jazz rock περιπέτεια εκείνων των καιρών, με όχημα τα ελληνικά στοιχεία που κόμισε ο Janetakis, ένεκα της καταγωγής του. Είναι κρίμα, ίσως, που δεν επέμεινε σε τέτοιες κατευθύνσεις. Ωστόσο, έστω και με σημαντική χρονοκαθυστέρηση, έχουμε τώρα την ευκαιρία να του βγάλουμε το καπέλο.
