Οι διακοπές θέλουν οργάνωση. Νερά, καφέ, αντηλιακό, κάτι πρόχειρο για την παραλία και, προφανώς, τροφή για σκύλους σε περίπτωση που περάσει κανένα πεινασμένο τετράποδο έξω από τη σκηνή. Θέλουν επίσης έναν άνθρωπο που να ξέρει να ψήνει –ή τουλάχιστον να μην καίει όλες τις μπριζόλες ενώ επιμένει ότι "τις βλέπει με το μάτι"–, γερό στομάχι για τις λιγούρες μετά το μπάνιο και αρκετή υπομονή ώστε να μη δεις τα κεφτεδάκια που περίμενες όλη μέρα να εξαφανίζονται στο στόμα απρόσκλητων μουσαφιραίων. Και κάπου εκεί, όταν πέσει ο ήλιος, έρχεται και το πρώτο ούζο. Ή το δεύτερο. Ή όσα χρειάζονται για να αρχίσει ακόμη και ο πιο σοβαρός καθηγητής να τραγουδάει.
Πριν τα reels, τα food posts και τα "τι τρώω σε μια μέρα στις διακοπές", η ελληνική τηλεόραση τα είχε ήδη πει όλα. Από την Ντάλια στο κάμπινγκ μέχρι τον Μαρκορά στις Σπέτσες, πέντε αγαπημένες κωμικές σειρές μάς παρέδωσαν, χωρίς να το ξέρουν, τον απόλυτο γαστρονομικό οδηγό του ελληνικού καλοκαιριού. Και, όπως κάθε σωστός οδηγός διακοπών, περιλαμβάνει ψώνια χωρίς μέτρο, καμένες μπριζόλες, αυγά στην παραλία, κεφτεδάκια υπό εξαφάνιση και ούζο με απρόβλεπτες συνέπειες.
Τα μπισκότα του εκατομμυρίου
Όλοι έχουμε μπει σε μίνι μάρκετ κατά τη διάρκεια των διακοπών μας για δύο νερά και έναν καφέ και έχουμε βγει με σακούλες που υποδηλώνουν δεκαπενθήμερη πολιορκία. Η Ντάλια στο "Παρά Πέντε", βέβαια, το πήγε ένα βήμα παραπέρα. Εκτός από νερά, καφέ και σέικερ, προμηθεύτηκε μέχρι και σκυλοτροφή, μήπως περάσει κανένα σκυλάκι έξω από τη σκηνή. Και όταν ερμήνευσε την τιμή ως 580 ευρώ για μπισκότα σοκολάτας και 760 για εκείνα με πορτοκάλι, δεν ίδρωσε ούτε από τη ζέστη. Budget διακοπών, αλλά Ντάλια.
Ο αυτοανακηρυγμένος μάστερ της σχάρας
Σε κάθε εξοχικό υπάρχει ένας άνθρωπος που πλησιάζει την ψησταριά και ξαφνικά αποκτά το κύρος Αργεντινού asador. Ο Θοδωρής στο "Σ’ αγαπώ – Μ’ αγαπάς" είναι ακριβώς αυτός. Ρωτάει τους φίλους πώς θέλουν τις μπριζόλες –μέτρια, με αίμα–, εξηγεί ότι δεν χρειάζεται θερμόμετρα, αλάτια και λοιπές υπερβολές, γιατί ο ίδιος ψήνει "με το μάτι". Λίγο αργότερα, όλες οι μπριζόλες έχουν απανθρακωθεί και καταλήγουν στα σκουπίδια. Το μάτι, προφανώς, ήθελε διακοπές.
Δεν μπλέκεις με τη λιγούρα της παραλίας
Όλοι έχουμε πει στην παραλία "δεν πεινάω ιδιαίτερα" και δέκα λεπτά αργότερα έχουμε αρχίσει να φανταζόμαστε μπριζόλες με βουνά από πατάτες. Η Στέλλα στο "Είσαι το Ταίρι μου" το έκανε τηλεοπτική τέχνη. Μπροστά στον Σωτήρη προσπαθεί να κρατήσει χαρακτήρα, την ώρα που η φαντασία της στήνει ολόκληρο αρνί στη σούβλα. Και επειδή η πραγματικότητα πρέπει κάπως να καλύψει το κενό, καταβροχθίζει εν ριπή οφθαλμού δύο ολόκληρα βραστά αυγά στην παραλία. Γιατί ποιος δεν έχει ανυπόφορες λιγούρες μετά το μπάνιο;
Τα κεφτεδάκια που δεν πρόλαβες
Η επιστροφή από τη θάλασσα έχει ένα συγκεκριμένο όνειρο: ντους, καθαρά ρούχα και κάτι σπιτικό να σε περιμένει στο τραπέζι. Στο "Ρετιρέ", η Κατερίνα και η μητέρα της έχουν έτοιμους κεφτέδες στο εξοχικό της Ραφήνας, μέχρι που αρχίζει η παρέλαση των πεινασμένων. Πρώτα η κυρία Ζαχαροπούλου και μετά η Ειρήνη από τη Μύκονο μαζί με ένα τσούρμο ξελιγωμένα αγόρια. Και κάπως έτσι, οι κεφτέδες εξαφανίζονται πριν προλάβουν να γίνουν μεσημεριανό. Το πραγματικό δράμα των διακοπών.
Ένα ουζάκι και βλέπουμε
Και όταν πέσει ο ήλιος, έρχεται η ώρα του νησιώτικου τραπεζιού. Το σχέδιο συνήθως περιλαμβάνει ένα ούζο, λίγοι μεζέδες και νωρίς για ύπνο. Στους "Δύο Ξένους", ο Κωνσταντίνος Μαρκοράς φτάνει μαζί με τη Μαρίνα στις Σπέτσες σχεδόν περιφρονώντας την ιδέα του ούζου. Μετά δοκιμάζει. Μετά ξαναδοκιμάζει. Και λίγο αργότερα ο αυστηρός καθηγητής έχει αφήσει πίσω του κάθε αναστολή και τραγουδά "Μπαρμπαγιαννακάκη" στο γλέντι. Η γνωστή διαδρομή από το "εγώ δεν πίνω" στο "βάλε άλλο ένα".

