Γιώργος Βουρσούκης
Μια ηλιόλουστη μέρα στην Αθήνα, στους ανθισμένους κήπους του Ζαππείου, συναντήσαμε τον Βασίλη Μπούτσικο και τη Ντένια Στασινοπούλου, το πρωταγωνιστικό δίδυμο της σειράς "Το Παιδί", οι οποίοι βρήκαν λίγο χρόνο να μας μιλήσουν για τη δουλειά, την ανάγκη για σύνδεση και τη σημασία του να αφήνεσαι στις αλλαγές.
Ο Βασίλης, ένας αφοσιωμένος εργάτης του θεάτρου, έχει συνεργαστεί με σημαντικούς Έλληνες και ξένους σκηνοθέτες, ενώ πολλοί τον γνώρισαν μέσα από το πέρασμα του στις "Άγριες Μέλισσες". Η φετινή χρονιά τον βρίσκει νικητή του Βραβείου Χορν, της σημαντικότερης διάκρισης για νέους ηθοποιούς στην Ελλάδα.
Κι όμως, τίποτα δεν προμήνυε πως θα ακολουθούσε τον δρόμο της υποκριτικής. Πέρασε στο Φυσικό Ιωαννίνων, μέχρι που βρέθηκε σχεδόν τυχαία σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα. "Ξημεροβραδιαζόμασταν εκεί. Φτιάχναμε μόνοι μας κοστούμια, φώτα, ταξιδεύαμε με ένα παλιό βαν. Ζούσα για το θέατρο", θυμάται. Σήμερα γελά όταν σκέφτεται πως στα 12 του είχε ήδη γράψει ένα θεατρικό έργο για να το ανεβάσει με τους φίλους του, μάλλον, μια εσωτερική φωνή τον καλούσε από νωρίς όμως εκείνος τότε το έβλεπε σαν παιχνίδι.

Η Ντένια, από την άλλη, έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από τις "17 Κλωστές" του Σωτήρη Τσαφούλια και την "Παραλία" της ΕΡΤ, ενώ είχε ήδη διαγράψει έντονη θεατρική πορεία. Μικρή λάτρευε τα ζώα κι ονειρευόταν να γίνει κτηνίατρος μέχρι που έπεσε στα χέρια της ο "Θάνατος του Εμποράκου". "Άνοιξα το βιβλίο, είδα τους διαλόγους και κατάλαβα ότι αυτός ο κόσμος είναι μαγικός. Δεν ήθελα να φύγω ποτέ από εκεί". Από το πρώτο κιόλας έτος της δραματικής σχολής ένιωσε πως είχε βρει το σπίτι της.

Οι δρόμοι τους συναντήθηκαν στη νέα καθημερινή κωμική σειρά της ΕΡΤ "Το Παιδί", σε σενάριο Παναγιώτη Ιωσηφέλλη και σκηνοθεσία Στέφανου Μπλάτσου.
"Το Παιδί" και η ανάγκη για τηλεοπτικές ιστορίες που αφορούν
Η σειρά φέρνει κοντά την Άρτεμις (Ντένια), μια δυναμική πρώην πρωταθλήτρια taekwondo, και τον Δημήτρη (Βασίλη), έναν νεαρό άντρα στο φάσμα του αυτισμού, όταν εκείνη αναλαμβάνει να γίνει η προσωπική του γυμνάστρια (ή καλύτερα σωματοφύλακας).
Οι δύο ήρωες συνθέτουν ένα αχτύπητο τηλεοπτικό δίδυμο, ισορροπώντας ανάμεσα σε στιγμές τρυφερές, αστείες και, πάνω από όλα, βαθιά ειλικρινείς.
"Υπάρχουν φορές που ζηλεύω πραγματικά τον ρόλο μου, που ζει τόσο ωραία", παραδέχεται η Ντένια, συμπληρώνοντας με συγκίνηση για την ανταπόκριση της σειράς: " Συγκινούμαι κάθε φορά που συνειδητοποιώ ότι η σειρά έχει αγγίξει τον κόσμο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που άγγιξε κι εμάς. Στο τέλος της ημέρας, γι’ αυτό κάνουμε αυτή τη δουλειά. Για να συνδεθούμε".

Κι αυτή ακριβώς είναι, όπως λένε, η δύναμη της τηλεόρασης: να "μπαίνεις στο σπίτι του άλλου και να του κρατά συντροφιά". Παρότι έχουν χτίσει κυρίως θεατρικές διαδρομές, μιλούν με θαυμασμό για το μέσο, αποφεύγοντας όμως τις εξιδανικεύσεις.
Ο Βασίλης επισημαίνει πως η ελληνική τηλεόραση εξακολουθεί συχνά να σκοντάφτει στο ζήτημα του σεναρίου, παραμένοντας εγκλωβισμένη σε αφηγήσεις του παρελθόντος, την ώρα που το κοινό αναζητά ιστορίες πιο σύγχρονες και πιο ουσιαστικές.
"Το να μπορείς να συνυπάρχεις ισότιμα με κάποιον, χωρίς να νιώθεις την ανάγκη να τον "διορθώσεις”, αυτό είναι ο ορισμός της συμπερίληψης"
Η σειρά είχε αποφασίσει από πολύ νωρίς να μην βαδίσει στην πεπατημένη, να σπάσει τα κλισέ και να παρουσιάσει μια κοινωνία που δεν υπάρχουν διαφορετικότητες, ή τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζονται έτσι.
Ντένια: "Είμαστε όλοι διαφορετικοί κόσμοι και, κάπως, όλοι αυτοί οι κόσμοι κυλούν πολύ αρμονικά μαζί. Κανείς δεν καλείται να αλλάξει για να χωρέσει δίπλα στον άλλον".
Βασίλης: "Αν το καλοσκεφτείς, οι περισσότεροι χαρακτήρες στη σειρά θα μπορούσαν, να θεωρηθούν "μειονότητες”. Το να μπορείς, όμως, να συνυπάρχεις ισότιμα με κάποιον που φαινομενικά δεν σου μοιάζει καθόλου, χωρίς να νιώθεις την ανάγκη να τον "διορθώσεις” για να σου μοιάσει, αυτό είναι για μένα ο ορισμός της συμπεριληπτικότητας. Κι αυτό, είναι κάτι που ακόμη δεν θεωρείται δεδομένο —ούτε στην ελληνική τηλεόραση, αλλά ούτε και στην ελληνική κοινωνία".

Οι ρόλοι που τους "μετακίνησαν"
Εξομολογούνται πως οι χαρακτήρες που υποδύονται φέτος τους "μετακίνησαν". Τους έφεραν αντιμέτωπους με κόσμους ξένους, τους δοκίμασαν σε νέα όρια και τους εξέλιξαν όχι μόνο υποκριτικά, αλλά και πιο εσωτερικά.
Για τη Ντένια, η Άρτεμις άνοιξε μια βαθύτερη συζήτηση γύρω από τη μητρότητα, την απώλεια και τη φροντίδα καθώς η ηρωίδα της είναι μια νεαρή γυναίκα που δεν μπορεί να κάνει παιδιά, ένα θέμα που, όπως λέει, φέρει μεγάλη ευθύνη. "Ποτέ δεν ξέρεις ποιος σε βλέπει πίσω από την οθόνη και τι μπορεί να του πυροδοτήσει".
Αυτή την αίσθηση ευθύνης φαίνεται να κουβαλά και ο Βασίλης, ο οποίος μιλά με συγκίνηση για τον ήρωα του. "Στην αρχή φοβήθηκα να αναλάβω τον ρόλο. Δεν αρκούσε απλώς να παίξω καλά. Φοβόμουν μήπως κάποιος γονιός μού πει: "Έχω ένα παιδί στο φάσμα κι εσύ το κοροϊδεύεις”". Μέσα από εκτεταμένη έρευνα, συζητήσεις με ειδικούς και μια προσέγγιση γεμάτη σεβασμό, κατάφερε να χτίσει τον χαρακτήρα του. Η θερμή ανταπόκριση του κοινού ήταν τελικά εκείνη που τον λύτρωσε. "Δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ τόση αγάπη", λέει πια χαμογελώντας.

Καθώς προχωρούσε η κουβέντα, η συζήτηση μετατοπίστηκε αυθόρμητα στις εσωτερικές αναθεωρήσεις, στις αναπάντεχες ανατροπές της καθημερινότητας, αλλά και στον φόβο που μας παραλύει κάθε φορά που καλούμαστε να απομακρυνθούμε από το safe place.
"Η ζωή ρέει, και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πηγαίνεις μαζί της"
Η Ντένια αρπάζει την αφορμή και δίνει ένα παράδειγμα μέσα από τη σειρά: "Ο Δημήτρης ζούσε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, σε ένα απόλυτα προστατευμένο περιβάλλον, και ξαφνικά βρέθηκε σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό. Αν δεν είχε το θάρρος να αφεθεί, δεν θα είχε εξελιχθεί. Το ίδιο ισχύει για όλους μας. Αν προσκολληθούμε στη δυσκολία χωρίς να τολμήσουμε να αφεθούμε, θα στερηθούμε όλα όσα μπορεί να μας χαρίσει απλόχερα η ζωή στη συνέχεια".
Αυτή η σκέψη μοιάζει να συνοψίζει όχι μόνο τη φιλοσοφία του σεναρίου, αλλά και τον τρόπο που οι δύο ηθοποιοί αντιμετωπίζουν την ζωή τους. Δεν πιστεύουν σε καλλιτεχνικά "peaks", αντιθέτως, συμφωνούν πως τα πιο όμορφα πράγματα έρχονται αναπάντεχα, πως το να αφήνεσαι στις αλλαγές είναι το πιο ουσιαστικό μάθημα, γιατί, όπως λένε και οι ίδιοι, "η ζωή ρέει, και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πηγαίνεις μαζί της".

Ο "άχρηστος" χρόνος και η ανάγκη για ζωή έξω από τη δουλειά
Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω πώς είναι οι συνθήκες στο γύρισμα. Ήταν πασιφανές, από τα μεταξύ τους πειράγματα και μόνο, πως ανάμεσά στους συντελεστές έχει δημιουργηθεί μια συνθήκη βαθιάς οικειότητας. Κι όμως, πίσω από αυτή τη ζεστή συνθήκη, οι απαιτήσεις μιας καθημερινής παραγωγής παραμένουν εξαντλητικές.
Και οι δύο μιλούν συχνά για την πίεση της καθημερινότητας, όχι με διάθεση γκρίνιας, αλλά περισσότερο σαν άνθρωποι που συνειδητοποιούν πόσο εύκολα μπορεί να "μικρύνει ο κόσμος σου" όταν η δουλειά καταλαμβάνει τα πάντα.
Η Ντένια παραδέχεται πως βούτηξε ολοκληρωτικά σε αυτή την συνθήκη κι εξομολογείται ότι αυτό που της στοιχίζει περισσότερο είναι η έλλειψη χρόνου για "ανατροφοδότηση": να δει ταινίες, θέατρο, να ζήσει εμπειρίες έξω από το πλατό, να γεμίσει με νέες εικόνες και ερεθίσματα.
Ταυτόχρονα, παρατηρεί πως η διαρκής ένταση έχει αρχίσει να γίνεται τρόπος ζωής. "Με ζορίζει ότι δεν μπορώ πια να φανταστώ τον εαυτό μου κάπου όπου επικρατεί απόλυτη ηρεμία. Με αγχώνει η σκέψη ότι θα σταματήσει αυτή η ροή μέσα στην οποία έχω μπει και τρέχω", λέει, παραδεχόμενη πως η ισορροπία απουσιάζει αυτή την περίοδο από τη ζωή της. Κι όμως... δεν θα το άλλαζε!

"Η απραξία είναι σχεδόν πολιτική θέση".
Ο Βασίλης, αντίθετα, παραδέχεται πως μπήκε σε όλο αυτό "με άγνοια κινδύνου". Στην πορεία κατάλαβε πόσο δύσκολο είναι να συνδυάζεις καθημερινά γυρίσματα, πρόβες και θέατρο χωρίς να κάνεις "εκπτώσεις" στη δουλειά σου.
Ίσως γι’ αυτό ο ίδιος επιμένει να υπογραμμίζει την αξία του ελεύθερου χρόνου — όχι ως πολυτέλεια, αλλά ως ζωτική ανάγκη. "Αισθάνομαι πολλές φορές πως "κάνω κάτι, άρα υπάρχω” ενώ η ακινησία είναι πράξη, πραγματική πράξη. Στον τρόπο που είναι χτισμένη η καθημερινότητα μας είναι οριακά πολιτική θέση".
Πώς είναι να είσαι νέος ηθοποιός στην Ελλάδα σήμερα;
Πόσο εύκολο είναι, όμως, να κάνεις πραγματικά μια παύση και να επιτρέψεις στον εαυτό σου να μείνει "άπραγος", όταν η πραγματικότητα για έναν νέο ηθοποιό στην Ελλάδα παραμένει τόσο σκληρή βιοποριστικά;
Μιλώντας για τη νέα γενιά, η ρομαντική πλευρά της τέχνης δίνει τη θέση της στον ρεαλισμό. Οι δυο τους αναγνωρίζουν χωρίς περιστροφές πόσο δύσκολη εξακολουθεί να είναι η καθημερινότητα του επαγγέλματός. "Παράγουμε περισσότερους ηθοποιούς απ’ όσους μπορεί να αντέξει η αγορά", σημειώνουν, τονίζοντας πως πολλοί νέοι συνάδελφοί τους έχουν πράγματα να δώσουν, αλλά συχνά δεν βρίσκουν τον χώρο ή τις ευκαιρίες για να εκφραστούν.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο Βασίλης επιμένει στη σημασία ακόμη και της μικρότερης συμμετοχής. Γιατί, όπως εξηγεί, αυτό που μετράει τελικά δεν είναι το μέγεθος του ρόλου, αλλά η διαρκής τριβή με το αντικείμενο: η πρόβα, η διαδικασία, η συνύπαρξη στο σανίδι και η εμπειρία τού να χτίζεται κάτι συλλογικά. Παράλληλα, στέκεται ιδιαίτερα στη στάση των ανθρώπων που παραμένουν ανοιχτοί απέναντι στους νεότερους. "Είναι πολύ σημαντικό όταν ένας σκηνοθέτης ή ένας μεγαλύτερος συνάδελφος δεν σε αντιμετωπίζει υποτιμητικά σαν "τον μικρό”, αλλά ως έναν ισότιμο συνεργάτη από τον οποίο μπορεί και ο ίδιος να πάρει πράγματα".

Έχετε κάποιο καλλιτεχνικό απωθημένο; Καλές Ταινίες!
Όταν η συζήτηση έρχεται στα μελλοντικά καλλιτεχνικά τους απωθημένα, η απάντηση συμπυκνώνεται αυθόρμητα σε δύο μόνο λέξεις: "Καλές ταινίες".
Και οι δύο οραματίζονται ένα μέλλον με ουσιαστική στήριξη στον ελληνικό κινηματογράφο, όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο εμπιστοσύνης προς τις νέες ιδέες. Επισημαίνουν, μάλιστα, με ειλικρίνεια ότι οι περισσότερες μεγάλες εγχώριες παραγωγές των τελευταίων ετών τείνουν να ανακυκλώνουν κυρίως βιογραφίες ή ιστορικά γεγονότα, αποφεύγοντας το ρίσκο μιας σύγχρονης, φρέσκιας μυθοπλασίας.
Γι’ αυτό και αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τη συζήτηση γύρω από το "χόλιγουντιανό κλίμα" στην Ελλάδα. Για τους ίδιους, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η χώρα να λειτουργεί ως ένα όμορφο φυσικό ντεκόρ για ξένες παραγωγές, αλλά να αποκτήσει ισχυρή δική της φωνή. "Το θέμα είναι τι εξάγει η ίδια η χώρα", λέει ο Βασίλης. "Το ελληνικό σινεμά, η ελληνική γραφή, οι Έλληνες σκηνοθέτες."

Το ίδιο επιφυλακτικοί εμφανίζονται, όμως, και απέναντι στη σύγχρονη εμμονή της αγοράς με τα θεατρικά sold out. Ο Βασίλης αναγνωρίζει πως η μαζική επιστροφή του κοινού στις αίθουσες είναι παρηγοριτική, θεωρεί ωστόσο προβληματικό το ότι η εμπορική επιτυχία τείνει να μετατραπεί στο μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης μιας δουλειάς.
Σε αυτό το σημείο, η Ντένια συμπληρώνει τη σκληρή πραγματικότητα του θεατρικού τοπίου, επισημαίνοντας πως πολλές αξιόλογες, χειροποίητες παραστάσεις "κατεβαίνουν" πλέον με συνοπτικές διαδικασίες αν δεν γεμίσουν το θέατρο από τις πρώτες κιόλας μέρες. Αυτή η βίαιη εισπρακτική λογική στερεί από τα έργα τον χρόνο και τον χώρο που χρειάζονται για να επικοινωνήσουν οργανικά με τον κόσμο και, όπως συμφωνούν και οι δύο, τελικά πνίγει κάθε έννοια καλλιτεχνικού ρίσκου.

Φεύγοντας από το Ζάππειο, έμενε η αίσθηση πως ο Βασίλης Μπούτσικος και η Ντένια Στασινοπούλου ανήκουν σε μια γενιά ηθοποιών που, παρά την ανασφάλεια, την εξάντληση και τις δυσκολίες του χώρου, συνεχίζει να πιστεύει βαθιά στη δύναμη της τέχνης, της δημιουργίας και της συλλογικότητας. Δύο ταλαντούχοι νέοι που αντιμετωπίζουν την υποκριτική ως έναν τρόπο να συνδεθείς με τους ανθρώπους και να αφηγηθείς ιστορίες που αφορούν και αγγίζουν.




