©iStock.com
Περιορισμοί και λογοκρισία. Δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι/-ες στον χώρο του πολιτισμού κάνουν λόγο για περιορισμό της ελευθερίας σε όλες της χώρες της Ευρώπης.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, το Ινστιτούτο Γκαίτε, σε συνεργασία με το Κέντρο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας CORRECTIV, εγκαινιάζει τη σειρά διαλέξεων "Exile Talks Europe", εστιάζοντας στο θέμα της αντοχής σε συρρικνούμενους χώρους διαλόγου.
Στο πρώτο Exile Talks, που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα, τη Δευτέρα 25 Μαΐου (19:30) θα μιλήσουν για την εμπειρία τους οι: M. Ragıp Duran (Τουρκία), Siavash Shahbasi (Ιράν), Yustyna Kravchuk (Ουκρανία) με τη Viera Zuborova (CORRECTIV.Exile, Γερμανία).
Το "α" συζήτησε μαζί τους σχετικά με τα νέα όρια, στα οποία καλούνται να εργαστούν, ενώ στο πλαίσιο των εκδηλώσεων θα συζητήσουν τις πραγματικές συνθήκες ζωής τους και το πώς οι εμπειρίες της φυγής από τις χώρες τους αποτελούν για την κοινωνία υποδοχής την αποφασιστική συνθήκη, το καθοριστικό στοιχείο, και έτσι η πραγματική επαγγελματική ιδιότητά τους περνά σε δεύτερη μοίρα.
Iman Alidoosti: η τέχνη μπορεί να γίνει μια κοινή γλώσσα

Ο Iman Alidoosti είναι θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, ο οποίος ζει τα τελευταία εννέα χρόνια στην Ελλάδα, ενώ έχει ιδρύσει την ομάδα The Boat. Για πέντε χρόνια δούλεψε σε εκπαιδευτικά προγράμματα για πρόσφυγες στη Λέσβο.
Ο ίδιος σημειώνει ότι "η συμμετοχή μου σε εκπαιδευτικά προγράμματα για πρόσφυγες στη Λέσβο μεταμόρφωσε ριζικά τόσο την οπτική μου για την τέχνη όσο και την καλλιτεχνική μου ταυτότητα. Έχω σχέση με την τέχνη από την ηλικία των εννέα ετών, αλλά στο παρελθόν η τέχνη ήταν για μένα κυρίως κάτι προσωπικό — συνδεδεμένη με την ατομική έκφραση και την αναγνώριση".
Παράλληλα εξηγεί ότι η ζωή και η εργασία στη Λέσβο άλλαξε τη σχέση του με την τέχνη. "Μέσα από τη συνεργασία με παιδιά από διαφορετικές κουλτούρες και γλώσσες, κατάλαβα ότι η τέχνη μπορεί να γίνει μια κοινή γλώσσα πέρα από τις λέξεις. Σε περιβάλλοντα όπου η επικοινωνία είναι συχνά δύσκολη, η τέχνη δημιουργεί εμπιστοσύνη, σύνδεση και συναισθηματική ασφάλεια", τονίζει ο Alidoosti.
Πώς βλέπει, όμως, την τέχνη σήμερα; Ο ίδιος απαντά ότι "αυτή η εμπειρία μετέτρεψε την καλλιτεχνική μου πορεία από μια εστίαση κυρίως στον εαυτό μου προς ένα μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης. Σήμερα, βλέπω την τέχνη όχι μόνο ως μια μορφή προσωπικής έκφρασης, αλλά και ως ένα εργαλείο διαλόγου, θεραπείας και ανθρώπινης σύνδεσης. Η δουλειά με τα παιδιά των προσφύγων μου έμαθε ότι μερικές φορές τα πιο απλά σχέδια, χρώματα ή δημιουργικές δραστηριότητες μπορούν να επικοινωνήσουν πιο βαθιά από την ίδια τη γλώσσα".
O Alidoosti μνημονεύει και μια στιγμή στη Λέσβο, που αποτέλεσε το turning point για να αλλάξει συνολικά τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη ζωή. "Μια στιγμή που άλλαξε βαθιά την αντίληψή μου για το θέατρο και τη ζωή συνέβη κατά τη διάρκεια ενός εργαστηρίου στη Λέσβο. Μετά από μια μικρή διαμάχη μεταξύ μαθητών κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, ένας από αυτούς είπε ξαφνικά: ‘Όσο κι αν προπονούμαστε, κανείς δεν θέλει πραγματικά να ξέρει ή να καταλάβει τι κάνουμε. Οι άνθρωποι μας εκτιμούν μόνο όταν επωφελούνται από εμάς’.
Θυμάμαι ότι απάντησα ενστικτωδώς: 'Αν δεν πείτε τη δική σας ιστορία, άλλοι θα την πουν για εσάς — με τη δική τους δύναμη και προοπτική, όχι με την αλήθεια. Οπότε πείτε τη δική σας ιστορία, ακόμα κι αν μόνο ένα άτομο είναι πρόθυμο να ακούσει τη φωνή σας'.
Αυτή η στιγμή άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπω το θέατρο. Κατάλαβα ότι το θέατρο δεν είναι μόνο παράσταση ή τέχνη· είναι επίσης μια πράξη ανάκτησης της ταυτότητας, της αξιοπρέπειας και της φωνής. Από τότε, πιστεύω ότι ακόμη και η πιο μικρή σκηνή μπορεί να γίνει ένας χώρος αλήθειας και ανθρώπινης σύνδεσης".
M. Ragıp Duran: η ερευνητική δημοσιογραφία ως εργαλείο

Ο M. Ragıp Duran, ο οποίος γεννήθηκε το 1954 στην Κωνσταντινούπολη, είναι ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους Τούρκους δημοσιογράφους της γενιάς του.
Η δημοσιογραφική του σταδιοδρομία τον οδήγησε σε πολλές και σημαντικές αίθουσες σύνταξης, ενώ σταθμοί της καριέρας του, όπως η Τουρκική Υπηρεσία του BBC στο Λονδίνο, οι "εξόριστοι" ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί Artı TV και Özgürüz Radio που εξέπεμπαν από τη Γερμανία, καθώς και η ελληνική διαδικτυακή πύλη tvxs.gr διαμόρφωσαν το διεθνές προφίλ του. Το 1999/2000 ήταν υπότροφος Nieman στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Παράλληλα, δίδαξε από το 1994 έως το 2015 Ηθική των ΜΜΕ στα πανεπιστήμια του Γαλατασαράι και του Μαρμαρά στην Κωνσταντινούπολη.
Μιλώντας στο "α" έστειλε το δικό του μήνυμα για την ερευνητική δημοσιογραφία τονίζοντας ότι "οι συνάδελφοι που ζουν και εργάζονται υπό αυταρχικά καθεστώτα μπορούν και πρέπει να μεταφέρουν την αλήθεια στο κοινό χρησιμοποιώντας τις μεθόδους και τις τεχνικές της ερευνητικής δημοσιογραφίας".
Ταυτόχρονα, ο ίδιος, σταχυολογεί μερικές εξ αυτών:
- Εάν κάποιος γνωρίζει καλά τις δυνατότητες και τους τρόπους χρήσης του διαδικτύου, αυτό μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό μέσο για το κοινό.
- Είναι πάντα προτιμότερο να εργάζεται κανείς ομαδικά, ώστε να συλλέγονται και να επαληθεύονται όλα τα στοιχεία και να αναλύεται κάθε λεπτομέρεια πριν από τη δημοσίευση.
- Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο και την κατευθυντήρια αρχή του δημοσιογράφου κατά τη διάρκεια της έρευνας, και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας και τελικά της δημοσίευσης.
- Κατά τη διάρκεια των ερευνών τους, οι δημοσιογράφοι πρέπει να γνωρίζουν πώς να εμπλέκουν όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες και ειδικούς στον κοινό σκοπό της αποκάλυψης της αλήθειας (Δημοσιογραφία των Πολιτών).
- Ο δημοσιογράφος ή η ομάδα πρέπει να βρίσκεται σε συνεχή επαφή με δικηγόρο ειδικευμένο στο ποινικό δίκαιο, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε ατυχής παρέμβαση από τις αρχές.
Μιλώντας για την κρατική λογοκρισία στην χώρα του, εξηγεί ότι "τα τελευταία 30 χρόνια, οι τουρκικές αρχές έχουν αναπτύξει νέες μεθόδους για να ενισχύσουν, να διαφοροποιήσουν και να επεκτείνουν τις τεχνικές λογοκρισίας τους, ώστε να ταιριάζουν στις ανάγκες τους. Προηγουμένως, από την εποχή της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου/ Committee of Union and Progress (1908–1918), οι διαδοχικές κυβερνήσεις είχαν στοχεύσει δημοσιογράφους της αντιπολίτευσης και δεν δίσταζαν να τους σκοτώσουν σε επιθέσεις, οι δράστες των οποίων γενικά παρέμεναν ανώνυμοι ή απολάμβαναν ατιμωρησία. (124 δολοφονημένοι δημοσιογράφοι)".
Στις μέρες μας, αναφέρει, "το καθεστώς Ερντογάν, που βρίσκεται στην εξουσία από το 2002, προτιμά να σκοτώνει τη δημοσιογραφία. Αναλαμβάνει τον έλεγχο των μέσων ενημέρωσης της αντιπολίτευσης ή αναγκάζει τους ιδιοκτήτες αυτών των μέσων να πουλήσουν τις συμμετοχές τους σε επιχειρηματίες που είναι κοντά στο καθεστώς. Τα δικαστήρια, τα οποία βρίσκονται πλέον υπό τον έλεγχο του καθεστώτος, βρίσκουν αβάσιμους λόγους για να απαγορεύσουν ημερήσιες και εβδομαδιαίες εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς, τηλεοπτικά κανάλια και ιστότοπους που διαφωνούν με τον Ερντογάν. Επιπλέον, οι παράνομες και αδικαιολόγητες συλλήψεις δημοσιογράφων συνεχίζονται υπό αυτό το καθεστώς. (Τον Μάιο του 2026, 18 δημοσιογράφοι βρίσκονται στη φυλακή, ενώ το 2008 ο αριθμός τους ξεπερνούσε τους 150. Αξίζει επίσης να αναφερθεί το γεγονός ότι τουλάχιστον 50 δημοσιογράφοι βρίσκονται επί του παρόντος υπό δίκη.)"
Yustyna Kravchuk: τέχνη σε καιρό πολέμου

Η μεταφράστρια, συγγραφέας, μουσική επιμελήτρια και dj Yustyna Kravchuk, μιλά αντίστοιχα για το δικό της βίωμα.
Η ίδια ήταν συνδιοργανώτρια της σειράς φεμινιστικών εκδηλώσεων OraCool στο Κίεβο και συμμετέχει με διάφορες ιδιότητες στην Μπιενάλε του Κιέβου από το έτος ίδρυσής της, το 2015. Από τα τέλη Νοεμβρίου του 2022, όταν εξαναγκάστηκε σε φυγή από την Ουκρανία λόγω του ρωσικού επιθετικού πολέμου, ζει στην Αθήνα.
Ερωτώμενη για τη μεταβολή στην ταυτότητά της ως δημιουργός όταν εγκατέλειψε την χώρα της και ήρθε στην Ελλάδα εξηγεί: "Υποθέτω ότι η μεγαλύτερη αλλαγή είχε να κάνει με την απώλεια της κοινότητας και του κοινού λεξιλογίου που χρησιμοποιούσαμε για να αναστοχαστούμε τις εμπειρίες μας. Ο πόλεμος καταστρέφει όχι μόνο τα περιβάλλοντα, αλλά και τις κοινότητες. Τόσο η εξορία όσο και η παραμονή στην πατρίδα σημαίνουν αναπόφευκτα ότι καταλήγεις σε ένα περιβάλλον απομόνωσης. Στην πρώτη περίπτωση, αναγκάζεσαι, κατά καιρούς, να μάθεις να εξηγείς την κατάστασή σου σε μια κοινωνία που μιλάει διαφορετική γλώσσα, έχει διαφορετική ιστορία και πολιτική παράδοση. Και αυτό δεν είναι πάντα μια επιτυχημένη προσπάθεια. Αυτού του είδους η μοναξιά μπορεί μερικές φορές να είναι παραγωγική και άλλες φορές συντριπτική".
Τέλος, τη ρωτήσαμε για το εάν υπάρχουν μουσικές ή άλλου είδους πολιτιστικές τάσεις, που αναδύθηκαν στην Ουκρανία ως άμεση απάντηση στο τραύμα του πολέμου.
"Η ουκρανική τέχνη των τελευταίων δύο δεκαετιών έχει ανταποκριθεί σε μεγάλο βαθμό στις πολιτικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην κοινωνία μας. Η σημερινή γενιά Ουκρανών καλλιτεχνών πολιτικοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της Πορτοκαλί Επανάστασης του 2004 και, ακόμη περισσότερο, της Επανάστασης του Μαϊντάν του 2014 και της επακόλουθης ρωσικής εισβολής στην Κριμαία και τις ανατολικές περιοχές της Ουκρανίας. Φυσικά, η πλήρης εισβολή έχει επίσης βαθιά επίδραση στην ουκρανική τέχνη και τον πολιτισμό. Οι καλλιτέχνες εξερευνούν και χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο ντοκιμαντερίστικες προσεγγίσεις για να καταγράψουν την πραγματικότητα του πολέμου και τις επιπτώσεις του πολέμου στην καθημερινή ζωή· υπάρχει επίσης ενδιαφέρον για στρατηγικές μνήμης ως τρόπο αντιμετώπισης της τεράστιας απώλειας ζωών που συνοδεύει αυτόν τον πόλεμο· τέλος, κερδίζουν δημοτικότητα και διάφορες εκφραστικές μορφές τέχνης που εξερευνούν τις ψυχολογικές επιπτώσεις του πολέμου. Στον τομέα της μουσικής, το ουκρανικό κοινό έχει γίνει πιο ανοιχτό σε πιο βαριά, πειραματικά είδη μουσικής, όπως το noise και το hardcore, τα οποία πριν από την εισβολή ήταν πολύ πιο περιθωριοποιημένα", τόνισε.
Πληροφορίες:
Δευτέρα 25 Μαΐου 2026
19:30
Αγγλικά με ταυτόχρονη μετάφραση στα Ελληνικά
Είσοδος ελεύθερη
